ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ

Αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα μου, του Προκόπη, που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας.

Έχουν περάσει 50 περίπου χρόνια, (ήταν τέλη του 1960, αρχές του 1970), που καθόμασταν και κουβεντιάζαμε με τον παππού μου, (τον Γιάννη Προκοπίου Μούντριχα, ή τον Γιαγκούλα, όπως τον ήξεραν και τον έλεγαν όλοι).

Αυτός μιλούσε και εγώ τον άκουγα και έγραφα. Στο παρελθόν σας έχω παρουσιάσει αρκετά από αυτά, με τις διάφορες εργασίες που έχω κάνει μέχρι τώρα. Από σήμερα και σε συνέχειες, θα δείτε και τα υπόλοιπα. Τα περισσότερα από αυτά έχουν σχέση κυρίως με την οικογένειά μου, που ήταν, μία μεσαία θα έλεγα οικογένεια του χωριού. Δεν έκρυψα, ούτε ωραιοποίησα τίποτα γι’ αυτήν. Τα έγραψα όλα και τα καλά και τα κακά, όπως ακριβώς τα άκουσα. Μπορούμε έτσι, μέσα από την συνύπαρξη των οικογενειών του χωριού, αλλά και μέσα από την συνήθεια που είχε ο παππούς μου να μιλάει για όλους και για όλα, να αντλήσουμε πολλά στοιχεία για την ιστορία του χωριού μας. Αυτό είναι το βασικό που μας ενδιαφέρει. Δεν μας ενδιαφέρουν τα οικογενειακά μας. Στις συνέχειες που θα ακολουθήσουν, θα δείτε στοιχεία, που πολλοί από σας, κυρίως οι νεότεροι, αλλά και αρκετοί παλιοί, δεν τα ξέρετε.

Σημείωση: Οι λέξεις που είναι μέσα σε παρένθεση, δεν είναι λόγια του παππού μου. Τις έγραψα εγώ.

Μου έλεγε λοιπόν ο παππούς μου:

Ο πατέρας μου ο Προκόπης γεννήθηκε στον Κρεμαστό το 1863. Είχε άλλα έξι αδέρφια. Τρία αγόρια και τρία κορίτσα. Με την Κατερίνα, την μάννα της θείας της Όλγας της Καπετάνισσας, ήταν δίδυμα. Ένα φέρμα είχε πάει μαζί και με άλλους Κρεμαστιανούς στη Αμερική μετανάστης. Δεν κάθισε όμως πολύ. Γύρισε πίσου.

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Στον Κρεμαστό, όσο ήτανε λεύτερος, ήτανε χωραφιάρης (αγροφύλακας). Μία φορά η αδερφή του, η Πασσού (Κυπαρισσία) μαζί με την πρώτη αξαδέρφη τους, την Αρασμία, την γυναίκα του μπάρμπα Τάσου του Τρακοσάρη, φυλάγανε τα γίδια τους. Όμως τους φύγανε τα γίδια και πέσανε μέσα στο Τραχηλιάτικο ρομάνι. Πήγανε οι Τραχηλιάτες αγροφύλακες και πήρανε τα γίδια για να τα πάνε στο Τραχήλι. Τρέχει η Πασσού, πάει στο χωριό, (στον Κρεμαστό), βρίσκει τον παππού, που κοιμάτανε στα αλώνια γιατί ήτανε Αλωνάρης μήνας και του λέει: Προκόπη τρέχα. Μας πήρανε τα γίδια και τα πάνε για το Τραχήλι. Σηκώνεται ο παππούς, παίρνει το τουφέκι και μία κουμπούρα που είχε κει που κοιμάτανε και τρέχει για να τους προλάβει . Σε λίγο τους έφτασε. Τους είδε στο δρόμο που πηγαίνανε. Αυτοί είχανε τα γίδια και πηγαίνανε αργά. Τους έβαλε μία φωνή και τους φωνάζει:

Ρε παιδιά αφήστε τα γίδια. Πού τα πάτε; Θα σας πλερώσουμε άμα κάνανε ζημία.

— Τι λες ρε κερατά του λέει ο ένας από αυτούς, Παπίλας το επίθετο και σήκωσε το όπλο του και του έριξε, αλλά δεν πήρε φωτιά το όπλο του. Κατεβάζει ο παππούς το μονό του και αμέσως του την ανάβει. Τον εξάπλωσε κάτου. Μετά άρχισε να τρέχει τον άλλονε, που το έβαλε στα πόδια, μόλις είδε τον δικό του ξάπλα, αλλά ο άλλος πρόλαβε και έφτασε στο Τραχήλι και χώθηκε μέσα στο χωριό. Τον παράτησε και γύρισε πίσου. Αυτόνε που είχε τουφεκίσει, τελικά δεν τον είχε σκοτώσει, όπως νόμιζε στην αρχή. Ήτανε λίγο μακριά, και τον είχανε πάρει τα σκάγια στα μούτρα. Δεν πέθανε, αλλά στραβώθηκε. Μετά από αυτό γύριζε λιποτάχτης, γιατί τον κυνηγάγανε οι τσολιάδες, (οι χωροφύλακες). Έκανε φυγόδικος πέντε χρόνια. Στο διάστημα αυτό ήτανε πάλι αγροφύλακας, δεν τα παράτησε. Είχε έναν αξάδερφο στη Βρύση, τον Γιώργη τον Παπαδημητρίου (Μούντριχα), αδερφό της θείας της Αρασμίας, που ήτανε γραμματικός της κοινότητας και είχε σχέσεις με τους μεγάλους. Αυτός όταν πέρναγε το απόσπασμα, τον ειδοποιούσε και του έλεγε: Προκόπη κρύψου έρχεται το απόσπασμα. Άλλη μία φορά είχανε πέσει, στο Κρεμαστιανό ρομάνι αυτή τη φορά, κάτι βόϊδα Αγαγιώτικα(από τα Γάϊα). Πήγε ο παππούς, σαν αγροφύλακας που ήτανε, να τα μαζέψει και να τα πάει στον Κρεμαστό, όπως κάνανε και οι Τραχηλιάτες αγροφύλακες με τα δικά του γίδια. Αυτοί που φυλάγανε όμως τα βόϊδα, τον πλακώσανε με τις πέτρες και αγριέψανε τα βόϊδα, για να σκορπίσουνε και να φύγουνε. Μία πέτρα πήρε τον παππού στην πλάτη, δω κοντά στην κουτάλα. Τον πόνεσε πολύ, όπως μας έλεγε μετά. Αγρίεψε και αυτός και άρχισε να τους τρέχει. Πιάνει ένανε από αυτούς και τον εσακάτεψε στο ξύλο. Ήρθε μετά η μάννα αυτουνού που τις έφαγε στον Κρεμαστό και αρωτάει.

─ Ποιος είναι ο αγροφύλακας ρε παιδιά; Ο παππούς ήτανε πάνου στο μπαλκόνι του.

─ Να αυτός κει πάνου, τις λένε και τις τον δείχνουνε. Λέει αυτή:

─Αφού ο Γιώργης μου ήτανε πιο τρανός, πώς μου τον εκαταπόνεσε αυτός;
Ήτανε κοντός ο παππούς και δεν τις γέμιζε το μάτι. Ήτανε όμως χεροδύναμος και δεν δείλιαζε ποτέ. Δεν ήξερε τι πάει να πει φόβος. Μετά και από αυτό το επεισόδιο, αποφάσισε να παρατήσει την αγροφυλακή. Είχε βαρεθεί να είναι φυγόδικος και να κρύβεται. Όμως περίμενε όπως του έλεγε και ο αξάδερφός του από τη Βρύση, να αλλάξει καμία κατάσταση, μήπως και παραγραφότανε το αδίκημα. Αλλά αυτός ο Τραχηλιάτης που τον είχε στραβώσει, είχε γερό μέσον και δεν άφηνε να παραγραφεί η μήνυση. Ζήταγε αποζημίωση. Βαρέθηκε λοιπόν ο παππούς και λέει: Θα καθίσου να με πιάσουνε. Αυτή δεν είναι ζωή. Θα κάνου φυλακή ένα,δύο,πέντε,δέκα χρόνια, μετά θα βγου και θα είμαι ήσυχος . Συνονοήθηκε λοιπόν με τον αξάδερφό του και μέσω αυτού με την χωροφυλακή, ότι θα παραδοθεί. Ήθελε μόνο να παραδοθεί σε κανένανε καλό αποσπασματάρχη, για να μην τον δέσουνε και τον δείρουνε όταν τον πιάσουνε. Πράγματι μία μέρα που πέρναγε ένας καλός, ειδοποιήθηκε να μην φύγει και να τους περιμένει. Πήγε το απόσπασμα στον Κρεμαστό έξω από το σπίτι του. Οι άλλοι Κρεμαστιανοί που τους είδανε του φωνάζανε:

─ Προκόπη το απόσπασμα. Φύγε τι κάθεσαι, θα σε πιάσουνε. Φύγε από το πο πίσου παλεθύρι.

─ Δεν πειράζει λέει ο παππούς. Άστους να δούμε τι θέλουνε. Φωνάζουνε αυτοί:

─ Προκόπη. Βγαίνει έξω ο παππούς και τους λέει:

─ Κατεβαίνου παιδιά περιμένετε. Κατέβηκε τη σκάλα πήγε κοντά τους και έτσι τον πιάσανε. Από κει τον πήγανε στις Παραμερίτες. Εκεί ζήτησε να κατουρήσει . Τον πήρε ένας, τον πήγε πιο πέρα και του λέει:
Άντε κατούρα μοναχός σου και άσε με ήσυχο που θα σε φυλάου εγώ να κατουράς. Τον έλυσε και τον άφησε. Κατούρησε και γύρισε πάλι πίσου. Όπως έλεγε μετά από χρόνια ο παππούς, άμα αυτός που τον πήγε για κατούρημα του έκανε τον άγριο και τον φύλαγε για να κατουρήσει, είχε σκοπό να το σκαγε. Μία στα μούτρα θα του σκαγε και θα λάκαγε. Αλλά αφού ήτανε εντάξει ο χωροφύλακας, φέρθηκε και αυτός το ίδιο. Μετά από τις Παραμερίτες τον πήγανε στο Αλιβέρι. Εκεί τον περίλαβε η χωροφυλακή Αλιβερίου και την άλλη μέρα τον πήγανε και τον παραδώσανε στην χωροφυλακή της Βάθειας. Αυτοί πάλι την άλλη μέρα στην χωροφυλακή της Ερέτριας και την άλλη μέρα τελικά, αυτοί τον πήγανε στη Χαλκίδα. Από χωριό σε χωριό δηλαδή τον πηγαίνανε. Η δίκη έγινε στη Λαμία και δικάστηκε πέντε χρόνια φυλακή. Έκανε τα δύο χρόνια εκεί και μετά ζήτησε να τον φέρουνε στη Χαλκίδα, που ήτανε χειρότερη φυλακή, αλλά είχε πολλούς συγγενείς δω μέσα στα Αμπέλια. Είχε όλους τους Μουντριχαίους. Με το που τον εφέρανε, τον εβάλανε κατ’ ευθείαν στα κατάδικα, που ήτανε υπόγεια κελιά για κατάδικους και όχι στα κελιά που ήτανε για τους άλλους κρατούμενους. Εκεί στα υπόγεια ήτανε και ένας, που ήτανε ο φόβος και ο τρόμος των άλλων κατάδικων. Ήτανε πιο νταής και με το παραμικρό, τους ξυλοφόρτωνε. Όταν βάλανε και τον παππού εκεί, άρχισε αυτός να τον πειράζει. Περνάει την πρώτη φορά από κοντά του και του δώνει μία με τον ώμο του. Τον κοιτάζει ο παππούς άγρια λίγη ώρα και του λέει: Άντε ρε χριστιανέ μου άσε με ήσυχο, μην έχουμε τραβή(γ)ματα. Αυτός τίποτα. Γυρίζει, ξαναπερνάει δίπλα του, πάλι τα ίδια. Θυμώνει τότε ο παππούς, του βουτάει το κεφάλι, το βάζει κάτου από την αμουσκάλη του και τον πλακώνει στις γροθιές. Άρχισε τότε μεγάλος καβγάς. Οι άλλοι κρατούμενοι που ακούγανε από πάνου λέγανε: Μεγάλα βόϊδα μπαλεύουνε από κάτου, γίνεται χαμός. Τελικά ο παππούς του τις έβρεξε και αυτουνού για τα γερά. Από τότε αυτός πήγαινε και του έλεγε: Φίλε Προκόπη να είμαστε εμείς οι δύο μαζί και να δέρνουμε τους άλλους. Όμως ο παππούς δεν δεχέτανε να κάνει τέτοια πράματα. Δεν του αρέσανε αυτά.
Οι συγγενείς μας, οι Αμπελιώτες που πηγαίνανε και βλέπανε τον παππού, θέλανε να τον βγάλουνε από τα κατάδικα. Είχανε ένα δικό τους άνθρωπο, ένα Γιώργη Μακρή, που ήτανε ο κομματάρχης του Κακαρά. Ο Κακαράς πήγε και πίεσε τον Καλλία και έτσι βγάλανε τον παππού από τα κατάδικα στην άλλη φυλακή. Εκεί κατάφερε να κάνει και καφενείο, γιατί οι Αμπελιώτες του πηγαίνανε όλα όσα χρειάζεται ένα καφενείο. Με μέσον τα περνάγανε βέβαια. Του πηγαίνανε και ούζα και τσιγάρα και καφέ και κρασί και ναργιλέ και ότι άλλο χρειαζέτανε. Βγήκε από τη φυλακή με 1100 δραχμές. Έδωσε τις 100 δραχμές σε αυτόνε που είχε στραβώσει. Ήτανε η αποζημίωση που του είχε βγάλει το δικαστήριο. Του έμειναν και 1000 δραχμές. Χρυσά λεφτά τότες. Μία λίρα είχε 25 δραχμές. Μετά γύρισε στον Κρεμαστό. Κάθισε 5 – 6 μήνες και μετά παντρεύτηκε τη μάννα μου (την Χρυσή Ιωάννη Αϊδίνη ή Χαραμένου), από το χωριό. (Από τον Αγιώργη). Στις 27 Ιανουαρίου το 1903 κάνανε τον γάμο. Το Χαραμένος δεν ήτανε παρατσούκλι. Ήτανε κανονικό επίθετο, που το είχανε αλλάξει με κανονικά χαρτιά. Το αλλάξανε, γιατί οι Αϊδίνηδες ήταν πολλοί και τους μπερδεύανε στους λογαριασμούς, όταν πήγαινανε να ψωνίσουνε. Κόρες είχε δύο ο Γιάννης ο Χαραμένος. Την Χρυσή που την παντρεύτηκε ο πατέρας μου και την Παρασκευή, που την παντρεύτηκε ο Γιώργης ο Φιλάος, ο Μπαλώκας. Χαραμένο τον ελέγανε, γιατί ο πατέρας του σε μία μάχη με τους Τούρκους, τραυματίστηκε στο λαιμό με γιαταγάνι. Ήταν χαρα(γ)μένος στο λαιμό και από τότε έμεινε το Χαραμένος. Αυτό το επίθετο δεν έμεινε όμως στο χωριό μας, γιατί από τα τρία παλικάρια που κάνανε ο Γιάννης ο Χαραμένος και η Μηλιό η Τρακοσάρη, δεν παντρεύτηκε κανένα. Ο Μήτσος δούλευε στο Λαύριο, αρρώστησε και πέθανε εκεί. Ο Νικολός, ο κλώσακας, όπως τον ελέγανε, γύριζε μαζί με τη μάνα του και έκανε συμπεθεριές για τους άλλους. Ξέχασε όμως τον εαυτό του. Ο Αντώνης ήτανε κουλός. Είχε κόψει το χέρι του με αδυναμίτη. Μία φορά είχε μεθύσει, θα ήτανε καμία 25αριά χρονών τότε και τον βάλανε κάποιοι από το χωριό, να σκοτώσει τη γραία Μηλιό, τη μάνα του και τις αδερφές του. Τον κουρδίζανε και του λέγανε ότι κάνει κουμάντο η μάνα του η Μηλιό και ότι δεν του δίνει ούτε λεφτά, ούτε σημασία. Ο γερο Κανταράτσης τον πείραζε πιο πολύ, ο πατέρας του Σταμάτη και του Λουκά του Καντάρη. Της γραίας Μηλιώς, της άρεσε πολύ η ζάχαρη. Πούλιε τα χωράφια της και με τα λεφτά που έπαιρνε, γόραζε ζάχαρη και την πιπίλαγε. Η ζάχαρη ήταν τότε κοματάτσα, σαν καραμέλες. Ο Μπαλώκας και η Μηλιό δεν μονιάζανε και όντα φεύγανε για δουλειές και έμενε μοναχή της στο σπίτι, τώρα τελευταία τους έχεζε μέσα στα πιάτα. Τα είχε χαμένα. Μία βολά πήγαινε ο Μπαλώκας με τα ζα, να κάνει ζευγάρι. Η Μηλιό από πίσου τον φασκέλωνε και με τα δύο χέρια. Γύρισε το κεφάλι του ο Μπαλώκας, την είδε να τον φασκελώνει και τις λέει: Καλά. Άμα γυρίσου το βράδυ, θα τα πούμε. Θα σε κανονίσου εγώ. Θα σε κάνου με τα κρεμύδια. Ο Μπαλώκας ήταν γιός του Δημήτραρου και της Χαρίκλειας του Αντώνη του Βάσσου. Ο Δημήτραρος έμενε στο σπίτι που έμενε και η Βασίλω, απέναντι από του Γκίκα. (Σήμερα το έχει η Σοφία του Μπαχάρα). Ο Δημήτραρος είχε πολλές γκόμενες και είχε βαφτίσει γύρω στα 100 παιδιά. Ο παππούς ο Προκόπης, όταν παντρεύτηκε, έμεινε στην αρχή στο σπίτι της πεθεράς του της Μηλιώς, για κανα δύο χρόνια. Το σπίτι αυτό ήτανε κει που έμενε όσο ήτανε στο χωριό ο Βαγγέλης ο Φιλάος. (Σήμερα μένει εκεί ο Κωστής ο Τσάλας). Βάζανε ένα σ(φ)εντόνι μπροστά και χωρίζανε και κοιμόντανε. Μετά χωρίσανε και κάθισανε ο καθένας στο σπίτι του. Τι σπίτι δηλαδή; Από ένα δωματιάτσι ήτανε. Είχε τάξει η Μηλιό στον παππού τον Προκόπη ένα μουλάρι, αλλά δεν του το έδωσε γιατί το πούλησε. Τσακωνόντανε για το μουλάρι και η Μηλιό του έλεγε:

─ Σου το έταξα, αλλά τώρα το ξετάζου. Τώρα στεφάνωτσες.

Και ο παππούς της έλεγε:

─ Και γω στεφάνωσα, αλλά ξεστεφανώνου. Λακάει τσαυτός (και αυτός) μία μέρα, σηκώθηκε και έφυγε από το χωριό και πήγε στον Κρεμαστό στον πατέρα του. Από πίσου η Χρυσή, η γυναίκα του, να τον παρακαλάει να γυρίσει πίσου.

─ Τι έγινε Προκόπη; Του λέει ο πατέρας του ο Κυριάκος όταν τον είδε.

─ Πατέρα, το και το.

─ Με τη γυναίκα σου τα πας καλά παιδί μου;

─ Μια χαρά του λέει.

─ Τότες να πας παιδί μου στο σπίτι σου, στη γυναίκα σου και άμα θέλει ο θεός και βόϊδα θα κάνεις και μουλάρια θα κάνεις και από ούλα τα καλά του θεού θα κάνεις. Τράβα και πήγαινε παιδί μου πίσου μαζί με τη γυναίκα σου.

Τον άκουσε ο παππούς ο Προκόπης. Σηκώθηκε έφυγε και γύρισε με τη γυναίκα του στο χωριό.
Μετά από λίγα χρόνια, ο παππούς, γόρασε το σπίτι που κάθεται η Πινού (σήμερα κάθεται ο Θανάσης ο Μούντριχας) και έφυγε από κει κάτου που καθέτανε στην αρχή. Το γόρασε από τον γερο Χρήστο τον Τρακοσάρη, της μοδίστρας τον πατέρα. Το πούλαγε το σπίτι ο γερο Τρακοσάρης και είπε πρώτα στον πατέρα μου να το γοράσει, αλλά ο πατέρας μου δεν είχε λεφτά και το σκεφτότανε. Ένα βράδυ πήγε ο γερο Φέσσας (ο Νικολός ο Τσάλας), του Φιλήμου ο πατέρας, που ήτανε και λίγο κουφός, στο σπίτι του γερο Τρακοσάρη.

─ Θα το πουλήσου το σπίτι Νικολό, είπε ο γερο Τρακοσάρης στον Τσάλα. Το είπα και στο Μούντριχα, αυτός το θέλει, αλλά το σκέφτεται, γιατί δεν έχει λεφτά.

─ Πόσα θέλεις Χρήστο;

─ 1.200 δραχμές.

─ Εντάξει λέει ο Τσάλας, θα το γοράσου εγώ το σπίτι. Πάρε 70 δραχμές καπάρο και τα άλλα άμα θα κάνουμε τα χαρτιά.

─ Βάλε κρασί να πιούμε, για τα καλορίζικα, λέει ο γερο Χρήστος ο Τρακοσάρης στη γυναίκα του, την Κανέλα.

─ Τι είναι ρε μπάρμπα; Λέει αυτή στον Τσάλα.

─ Το γόρασα το σπίτι Κανέλα, αλλά άμα το θέλει και ο Μούντριχας, εγώ παραχωράου. Άμα όμως το θέλει άλλος, όχι. Μετά από λίγες μέρες, βρήκε ο γερο Τσάλας τον πατέρα μου και του λέει:

─ Προκόπη το θέλεις το σπίτι;

─ Το θέλου μπάρμπα, αλλά δεν έχου λεφτά για να το γοράσου.

─ Καλά . Σκέψου τι θα κάνεις τελικά και άμα το αποφασίσεις μίλα μου. Το είχε μισοαποφασίσει ο πατέρας μου και το απόγεμα της ίδιας μέρας πήγε στο σπίτι του γερο Τσάλα, που ήτανε κει που κάθεται σήμερα ο Γιογιάς και του λέει.

─ Εντάξει μπάρμπα, το αποφάσισα. Το θέλου το σπίτι.

─ Ε τότε φέρε τα λεφτά που έδωσα για καπάρο, του λέει ο γερο Τσάλας και πάρτο.

─ Εντάξει του λέει, αλλά δεν έχου τώρα τόσα λεφτά πάνου μου.

─ Καλά δεν πειράζει. Μου τα φέρνεις αύριο το πρωί. Την άλλη μέρα πήρε από το σπίτι 100 δραχμές, πήγε ξαναβρήκε τον Τσάλα και του τα έδωσε. Ο πατέρας μου δεν είχε λεφτά για να γοράσει αυτό το σπίτι. Αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι που καθέτανε κει κάτου στου Φιλάου. Αλλά ώσπου να το πουλήσει, πήγε και δανείστηκε από τον Κωστή τον Κεφάλα 1000 δραχμές. Πούλησε μετά το σπίτι, έδωσε στον Κεφάλα τα λεφτά του και έτσι γόρασε το σπίτι. Μετά πήγε να πάρει και τα κλειδιά από τον Τρακοσάρη. Η Μοδίστρα όμως, (η Τασία, η κόρη του γερο Χρήστου του Τρακοσάρη), δεν του τα έδωνε και πιαστήκανε. Δεν ήθελε αυτή να πάρει το σπίτι ο παππούς, ήθελε να μην το πουλήσει ο πατέρας της, για να πομείνει και να το πάρει αυτή. Πιαστήκανε στα χέρια. Τον εδάγκωσε αυτή τον παππού, τις έδωσε και ο παππούς κάμποσες μπουνιές στη μούρη, ζαλίστηκε, έπεσε κάτου και έτσι τις πήρε τα κλειδιά. Ο Κωστής ο Κεφάλας, είχε ένα πιο μεγάλο αδερφό, τον Βασίλη, που δεν παντρεύτηκε, γιατί τον είχε τάξει η μάνα του και δεν μπόριε να παντρευτεί. Άμα έλεγε να παντρευτεί αρρώσταινε. Τον είχε τάξει η μάνα του (η Αννιώ Χριστοδ. Μούντριχα από τον Κρεμαστό), να υπερετήσει στην Κλίβανο, που ήταν καλόγεροι ο αδερφός της ο Ανανίας (Θανάσης Μούντριχας) και ο μπάρμπας της o Παρθένιος Μούντριχας, ο αδερφός του πατέρα της. Ο παππούς μου ο Κυριάκος πέθανε το 1915. Ήτανε περίπου 80 χρονών. Ερχέτανε πολλές φορές στο χωριό και όποτε ερχέτανε, ήτανε φορτωμένος με κάτι αμπιφάνια, με κάτι ξύλα, ή με ότι έβρισκε στο δρόμο του, που να ήταν χρήσιμο για το σπίτι. Μας έλεγε: Παιδί, όταν έρχεσαι στο σπίτι, πρέπει κάτι να βάζεις μέσα, γιατί άμα δεν του φέρνεις τίποτα το σπίτι σε μουντζώνει. Το πρωί που φεύγεις, παίρνεις ψωμί, παίρνεις τυρί παίρνεις ελιές και το βράδυ έρχεσαι άδειος; Σε μουντζώνει το σπίτι και σου λέει: Να κερατά. Το πρωί έφυγες φορτωμένος. Τώρα που έρχεσαι δε φέρνεις ένα ξύλο, ένα κλαρί, έναν αμπίφανο; Άδειος έρχεσαι; Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει η γιαγιά μου η Παρασκευή και λέει: Μα βολά έκανε ζευγάρι ο πατέρας μου (ο Μιχάλης ο Βάσσος), στην Αδραχτιλερή τσε αυτός (ο παππούς ο Κυριάκος) ερχέτανε από πάνου, από το κορίτσι με κάτι αμπιφανάτσα στον ώμο. Τσει που γύριζε ο πατέρας μου τα βόϊδα, του σπάει η γελάδα τη ζεύλα. Βρε καλογεριτσή, της λέει ο πατέρας μου, τη βάριε να πούμε. Πήγε κοντά ο παππούς ο Κυριάκος.

─ Γεια σου ρε παιδί μου. Γιατί τα βαρείς τα βόϊδα;

─ Γιατί μου σπάσανε τη ζεύλα μπάρμπα, του είπε ο μακαρίτης ο πατέρας μου.

─ Όχι παιδί μου να μη τα βαρείς, να κάνεις υπομονή. Κωλοκάθησε χάμου. Μη τα βαρείς και μη τα λέεις καλογηρικά. Καλογηρικά είναι; Άκου να σου που μία ιστορία. Μία βολά ένας είχε φύγει χρόνια από το σπίτι του και είχε παρατήσει και τη γεναίκα και το παιδί του. Μετά από χρόνια αυτός γύρισε και το βράδυ που πήγαινε στο σπίτι, είδε μέσα ένα παπά. Είπε: Τήρα ρε η πουτάνα, με τον παπά τα έχει και ήθελε να του ρίξει με το τουφέτσι, να τον σκοτώσει. Αλλά υπομονεύτει και πήγε στη γειτόνισσα και τσοιμήθηκε κείνο το βράδυ. Από αυτή έμαθε ότι ο παπάς που είδε, ήτανε ο γιός του. Γι αυτό να υπομονεύεις το ινάτι σου και να αρωτάεις να μαθαίνεις πρώτα και μετά να κάνεις ότι κάνεις. Αφού είσαι ολόκληρο αφεντικό, γιατί τα λέεις τα ζα καλογερικά; Καλογερικά είναι;
Ο παππούς ο Κυριάκος, είχε κάτασπρα μαλλιά, ήταν λίγο πιο ψηλός από τον παππού σου, το Γιάννη, πιο αδύνατος και λίγο καμπούρης.
Συνεχίζει ο παππούς μου ο Γιάννης: Ήθελε ο παππούς ο Προκόπης να με βγάλει εμένα Κυριάκο, γιατί έτσι λέγανε τον πατέρα του. Εγώ τότε ήμανε λίγο άρρωστος. Η γραία Μηλιό, η μαμή μου, ήθελε να βαφτίσει η κόρη της, η Παρασευγή η Μπαλόκενα, ένα παιδί, γιατί δεν είχε βαφτίσει κανένα. Για να βαφτίσεις, έπρεπε να κάνεις έξοδα και η Μπαλόκενα δεν είχε, ήτανε φτωχή. Κάτσε, λέει η Μπαλόκενα με τη μάννα της, τη γραία Μηλιό. Να βαφτίσουμε αυτό που είναι δικό μας παιδί και δεν θα κάνουμε και έξοδα. Θα του πάμε ότι θέλουμε εμείς. Ο πατέρας μου ήτανε στο χωράφι. Το βράδυ που ήρτε, του λένε:

─ Προκόπη το παιδί είναι άρρωστο. Πρέπει να το βαφτίσουμε.

─ Ναι, αλλά πότε να ειδοποιήσου εγώ τον κουμπάρο στον Κρεμαστό; Κουμπάρος ήτανε ο παππούς των Κεχρήδων που είναι χασάπηδες στο Αλιβέρι. Λεγότανε Βλάσης Κεχρής.

─ Τώρα τι να κάνουμε όμως; Να το βαφτίσει η Παρασευγή. Θα μας πεθάνει το παιδί αβάφτιγο και θα έχουμε αμαρτία, λέει η γραία Μηλιό. Με τα πολλά, τον εκαταφέρανε τον πατέρα μου και με βάφτισε η Παρασευγή, του Μπαλώκα η γυναίκα. Στον αέρα με βάφτισε δηλαδή, όχι κανονικά στην εκκλησία. Με έβγαλε Γιάννη, γιατί Γιάννη λέγανε τον πατέρα της. (τον Γιάννη Αϊδίνη ή Χαραμένο). Την Κρεούζα , την βάφτισε μετά ο Βλάσης ο Κεχρής, που έπρεπε να είχε βαφτίσει κανονικά εμένανε και την έβγαλε Κρεούζα, όπως λέγανε και τη γιαγιά μας, τη γυναίκα του Κυριάκου, που ήτανε Τραχηλιάτισσα. Μετά βαφτίσανε και το μακαρίτη το Μήτσο. Είχανε κουμπάρο ένανε από το Αυλωνάρι, το Γιάνναρο. Γιάννης Παπάς ήτανε το κανονικό του όνομα. Και δεν είχανε συνοννοηθεί με αυτόνε για το όνομα. Όταν ήρτε δω για να βαφτίσει το παιδί ο κουμπάρος, του είπε ο πατέρας μου, ότι το παιδί το θέλει Κυριάκο. Ο κουμπάρος όμως είπε όχι, γιατί η γυναίκα του είχε έναν αδερφό Δημήτρη που σκοτώθηκε και ήθελε αυτή, να βγάλει το παιδί το όνομα του αδερφού της.

─ Κουμπάρε, ξέργω τι, δεν γίνεται. Κυριάκο λέγανε τον πατέρα μου, Κυριάκο το θέλου το παιδί.Του είπε ο παππούς.

─ Α! κουμπάρε. Εγώ το βαφτίζου το παιδί, εγώ κάνου τα έξοδα, το όνομα είναι δικό μου. Είπε να τον διώξει ο παππούς ο Προκόπης, αλλά αφού δεν του είχε κανουμένα εξήγηση πιο μπροστά, είπε: Άντε να μη κάνου φασαρία και γελάει ο κόσμος. Έτσι βγάλανε το παιδί Δημήτρη. Για τη δική μου την περίπτωση που με βαφτίσανε στον αέρα, όταν είδε ο πατέρας μου μετά, ότι εγώ είμανε καλά και δεν είμανε άρρωστος που του λέγανε, αρπάχτηκε με τη Μηλιό και ήθελε να την δείρει. Έπεσε η μάνα μου μπροστά και έτσι τη γλύτωσε τη γραία Μηλιό. Η γιαγιά μου η Μηλιό ήτανε και μαμή. Ήτανε τετραπέρατη και πανούργα. Το τροχάδη που έκανε αυτή, δεν το έκανε ούτε λαγός. Σαν αέρας πήγαινε. Προβάτιανε τόσο πολύ, που έφευγε το πρωί από δω με τα πόδια, πήγαινε στη Χαλκίδα και το βράδυ γύριζε. Πήγαινε με το Νικολό, τον Κλώσακα το γιό της, για συμπεθεριές. Ήτανε πρώτοι συμπέθεροι. Είχανε παντρέψει 4-5 κει μέσα στη Χαλκίδα. Αυτοί κάνανε το συμπεθεριό και σε μία αδερφή της θείας της Αρασμίας που την παντρέψανε στα Αμπέλια με κάποιον Αγγελέτο. Αυτός ο Αγγελέτος, είχε έναν αδερφό που ήτανε στρατηγός και αρχηγός της χωροφυλακής… (Αυτό το όνομα, θα το ξανασυναντήσουμε στις συνέχειες που θα ακολουθήσουν).