ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ (**Δεύτερη συνέχεια**)

Μία δόση, το παππού τον Προκόπη, τον εχτύπησε ο Μήτσος ο Ρήγας μαζί με τον αδερφό του τον Βασίλη, στου Βάγια το μαγαζί. (που να ξέρανε ότι μετά από 40 περίπου χρόνια, το εγγόνι του ενός, ο πατέρας μου ο Προκόπης και η κόρη του άλλου, η μάννα μου η Βαγγελιώ θα παντρευτούν και θα γίνουν συμπέθεροι…). Ο Μήτσος ο Ρήγας είχε ένα χωράφι στα κατήφορα, από την ποκάτου μεριά από το χωράφι του παππού. Πήγε λοιπόν και κούφωσε (έσκαψε) το χωράφι του, εκεί που χώριζαν τα δύο χωράφια. Του λέει λοιπόν ο παππούς:

─ Μήτσο πήγες και κούφωσες το χωράφι και θα πέσει.

─ Και άμα πέσει τι χαμπάρι έχου;

─ Καλά του λέει θα τα πούμε άλλη ώρα. Πήγε την άλλη μέρα ο πατέρας μου στου Βάγια να πλερώσει κάτι τετράδια που είχα πάρει εγώ και να φουμάρει και ναργιλέ. Κάθε Κυριακή πήγαινε να φουμάρει ναργιλέ. Έφερνε ο Βάγιας τότες ναργιλέ. Είχε δύο πίπες. Ρούφαγε ο ένας, πλένανε την πίπα και μετά πήγαινε και ρούφαγε ο άλλος. Έδινε μία δεκάρα όποιος ρούφαγε. Βλέπει εκεί τον Μήτσο και του λέει:

─ Μήτσο αφού πήγες και έκανες αυτή την δουλειά στο χωράφι σου, θα το πουλήσεις. Εννοούσε ότι θα του κάνει μήνυση και ότι θα πληρώνει λεφτά.

─ Πιο χωράφι θα πουλήσου ρε κερατά, λέει ο Μήτσος ο Ρήγας.

─ Αυτό που πήγες και κούφωσες εσύ ρε κερατά, τενεκέ ξεγάνωτε, του λέει ο παππούς και αρπαχτήκανε στα χέρια. Σηκώθηκε τότε ο αδερφός του Μήτσου, ο Βασίλης, που καθέτανε και αυτός κει στο μαγαζί και ρίχνει μία γροθιά στον παππού με το χέρι που φόραγε ένα δαχτυλίδι. Τον εμάτωσε δίπλα από το μάτι. Είπα να τραβήξου το μαχαίρι λέει ο παππούς, αλλά ήτανε λεπτό και φοβήθηκα να μη λιβδίσει, να μην γίνει πουτάνα. Θα λύγιζε και δεν θα καρφωνέτανε. Γύρισε στο σπίτι και άρχισε να γεμίζει το όπλο του. Έπεσε πάνου η μάννα μου, άρχισε να κλαίει και να τον παρακαλάει να μην κάνει τέτοιο πράμα. Εγώ είμανε καμία δεκαριά χρονών. (Άρα ήταν το 1913-1914). Αυτός τίποτα. Ήθελε να πάει να φυλάξει στη σκάλα και όποιος από τους δύο έβγαινε, να του έριχνε και να τον εσκότωνε και μετά, όπως έλεγε, θα γέμιζα πάλι και θα έριχνα στο σουρό που θα ήτανε μαζεμένοι. (Και ύστερα μου λένε εμένα, ότι ψάχνανε στο χωριό για να βρούνε σε ποιον έμοιαζε ο παππούς μου ο Γιαγκούλας για τα διάφορα «κατράτσα» που έκανε. Θα τα δούμε και αυτά άλλη φορά. Ίδιος ο πατέρας του ήτανε, τι ψάχνανε). Τελικά μαζευτήκανε κει στο σπίτι μας ο Μπαλώκας (Γεώργιος Φιλάος), η Μπαλώκενα, που ήτανε αδερφή της μάνας μου, ο γερο Χρήστος ο Τρακοσάρης, και ο Χρήστος ο Στάμος και τον πείσανε να μην κάνει τέτοιο πράμα. Του λέγανε:

─ Είσαι με τα καλά σου; Μόλις βγήκες από την φυλακή, πάλι τα ίδια θέλεις; Αφού την γλύκα την ξέρεις. Αυτός έλεγε:

─ Εγώ την κάπα μου την έχου αφημένα στη φυλακή. Τον δρόμο τον ξέρου. Δεν το έχου σε τίποτα να τους καθαρίσου. Τελικά δώσανε ποδώ, δώσανε ποκεί, καταφέρανε και τον ησυχάσανε. Μετά έγινε και η δίκη. Είχανε μέσον αυτοί και καταφέρανε και την χωρίσανε σε δύο δίκες. Γίνεται πρώτα η δίκη του Βασίλη. Ρωτάνε ποιος τον χτύπησε; Λένε όχι ο Βασίλης, ο Μήτσος. Γίνεται μετά του Μήτσου. Ποιος τον χτύπησε; Όχι ο Μήτσος , ο Βασίλης. Έτσι, καταφέρανε να αθωωθούνε και οι δύο. Ο παππούς ο Προκόπης, πέθανε το 1957 την 1η Μαρτίου και τον Νοέμβριο σκοτώθηκε ο μακαρίτης ο αδερφός μου ο Μήτσος. Ήτανε 94 χρονών ο πατέρας μου και 47 χρονών ο αδερφός μου. Όταν κοιμάτανε είχε εφιάλτες στα τελευταία του. Έλεγε ότι τον πλακώνει ένα βάρος στο στήθος και όταν έπεφτε να κοιμηθεί, σταύρωνε το κρεβάτι του με το μαχαίρι του και μετά το έβαζε κάτου από το μαξιλάρι του.

Έτριβε και ψίχουλα ψωμί στο κρεβάτι του, γιατί όπως έλεγε στο ψωμί δεν πάνε οι διάολοι.Το φοβόνται. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήτανε στραβός και πηγαίνανε και τον πειράζανε τα παιδιά του Μήτσου. Ο Προκόπης, ο Τάσος και ο Θανάσης. Όταν άφηνε το κουτάλι του στο καβάθι που έτρωγε, του το παίρνανε και το βάζανε από την άλλη μεριά. Για να το βρει μετά, έφερνε γύρω-γύρω με το δάχτυλο το καβάθι του. Λίγες μέρες πριν πεθάνει, έλεγε ότι είχανε έρθει γίδια ποδώ ποπέρα στο Σούρτι και ότι τον έσπασε (τον χτύπησε με τα κέρατά του) ένα μπάρτσο τραγί. Όταν του λέγανε ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράμα, θύμωνε και έλεγε ότι είδε (μάλλον στο όνειρό του θα ήτανε) γίδια από το μοναστήρι από την Κλίβανο, να έχουν έρθει και να έχουν πιάσει όλο τον τόπο, μέχρι ποδώ ποκάτου τα Κατήφορα. Τότε τα μοναστήρια είχανε μεγάλη περιουσία και είχανε ανθρώπους που φυλάγανε τα πρόβατα και τα γίδια και είχανε μεγάλες εκτάσεις γης που σιγά-σιγά τις πουλήσανε στα γύρω χωριά. Οι Κρεμαστιανοί πήρανε τα πιο πολλά γιατί ο Δεσπότης Παντελεήμονας ήτανε φίλος του παπα Βασίλη, του πατέρα του παπα Μήτσου και έδωσε στους Κρεμαστιανούς τα πιο πολλά. Και οι Παραμεριταίοι πήρανε πολλά και οι Μανικιάτες, που πήρανε ένα μετόχι με 1000-1200 ρίζες ελιές. Αυτά τα χωράφια δω μέσα στου Λούγκα και στις Παλιοχώρες, τα έδωσε ο Παντελεήμονας στους Παραμεριταίους, γιατί ο παπα Βασίλης πήγαινε και έκανε εκκλησία στις Παραμερίτες. Οι Παραμεριταίοι τον είχανε κάνει παπά, και ο Δεσπότης συμπαθούσε τον παπα Βασίλη. Όλα αυτά γινήκανε το 1929. Αρχίνισαν οι διαπραγματεύσεις για το πούλημα από το 1924. Από το χωριό μας, επιτροπή που θα διαπραγματευόταν τι χωράφια θα παίρναμε, ήταν ο γερο-Φιλάος, ο γενάδιος, του Χαράλαμπου του Φιλάου ο πατέρας και ο Τάσος ο Κρόκος, του Χαράλαμπου του γιογιά ο παππούς. Τον Φιλάο τον βάλανε επιτροπή, γιατί όσες φορές ερχέτανε ο Δεσπότης στο χωριό, καθέτανε στο σπίτι του, γιατί ήτανε το πιο περιποιημένο σπίτι στο χωριό και είχανε γνωριμίες. Τότε οι Κρεμαστιανοί, που τα είχε δώσει ο Δεσπότης σε αυτούς όλα, τους είχε σαν πληρεξούσιους, μας δίνανε το Καλογηρικό Κορίτσι και τις Παλιοχώρες για 65.000 δραχμές. Τελικά δεν συμφώνησαν, γιατί οι δικοί μας θέλανε τα όρια που θα μπαίνανε με τα Κρεμαστιανά προς τη μεριά που είναι η Φτάουσα και τα Καμίνια, να είναι πολύ πιο πέρα από τα σημερινά όρια που τελικά μείνανε. Αυτό όμως δεν γινότανε, γιατί μέσα σε αυτή την περιοχή που ζητάγανε οι δικοί μας, υπήρχαν πολλά χωράφια ιδιόκτητα Κρεμαστιανά και δεν ήταν όλα καλογερικά.

─ Αυτό που θέλετε δεν γίνεται, μας έλεγαν οι Κρεμαστιανοί. Πάρτε το Καλογερικό Κορίτσι και τις Παλιοχώρες.

─ Όχι-όχι όχι οι δικοί μας. Τελικά την πατήσαμε και πήραν τις Παλιοχώρες οι Παραμεριταίοι.
Τότε πρόεδρος του συνεταιρισμού, ήτανε ο Δεσπότης, ο αδερφός της γιαγιάς σου (ο Μήτσος ο Βάσσος). Σηκώνεται και πάει στο Αυλωνάρι στο δικηγόρο τον Γιαννίκο. Οι Παραμεριταίοι αρχινήσανε και σπέρνανε τις Παλιοχώρες. Τότε ήτανε και ένας Οικονομίδης βουλευτής, κουμπάρος του παπα Γιάννη, (είχε βαφτίσει το Νίκο) ανεξάρτητος, που μετά πήγε με το λαϊκό κόμμα του Τσαλδάρη, που είχε κερδίσει στις εκλογές. Οι Βενιζελικοί είχανε χάσει. Λέει ο Γιαννίκος:

─ Άμα τα σπείρουνε τα χάσατε.

─ Θα πάμε να τα γυρίσουμε εμείς (δηλαδή θα τα ξαναζευγαρίσουμε), λέει ο Μήτσος ο Βάσσος.

─ Δεν ξέρω, κάντε ότι θέλετε του λέει. Φεύγει τότε μία επιτροπή από δω από το χωριό και πάει στην Αθήνα στον Οικονομίδη και του είπανε να τους βοηθήσει για να πάρουν τις Παλιοχώρες. Γυρίσανε στο χωριό βαρίσανε την καμπάνα και λένε: Μπρος πάμε να πάρουμε τις Παλιοχώρες. Μπροστά κάνανε οι Παραμεριταίοι ζευγάρι, που ήτανε όλοι με το μέρος του Καλλία, πατέρα του σημερινού Καλλία, και από πίσου ξανακάνανε οι Αγιωργήτες. Πιαστήκανε στα χέρια. Βαράγανε με ότι βρίσκανε μπροστά τους. Οι Παραμεριταίοι ήτανε λίγοι, καμιά δεκαριά. Οι δικοί μας ήτανε γύρω στους 100. Έριξε πολύ ξύλο ο Χρήστος ο Στάμμος. Ο γεροΛιονιδάτσης τις έτρωγε από μία Παραμεριταία γυναίκα. Ήταν η Κατερίνα, η γυναίκα του Αντώνη του Κεχρή, πεθερά του Λαμπή του Αντώνη και γιαγιά της Κατερίνας της γυναίκας του Θανάση του Ρήγα. Πάει ο γερο Σπίγγος από πίσου με μία βέργα και την πλάκωσε, την έκανε μαύρη. Τελικά οι Παραμεριταίοι τις φάγανε και κάνανε μηνύσεις στο Αυλωνάρι. Την πλήρωσε ο Χρήστος ο Στάμος. Του είχανε κανουμένα εφτά μηνύσεις. Θέλανε να βγάλουνε λεφτά μετά στο συνεταιρισμό για να τον ενισχύσουνε, αλλά δεν του δώσανε τίποτα. Τα φάγανε. Μετά, όταν γινότανε οι εκλογές, οι Αγιωργήτες κατεβήκανε όλοι μαζί με πανώ στο Αυλωνάρι να ψηφίσουνε τον Οικονομίδη. Ήτανε υπολογίσιμοι. Καμιά εκατόν πενηνταριά ψήφοι. Ο Ειρηνοδίκης που θα δίκαζε τα επεισόδια (Κροκάρης λεγότανε), ήτανε του Οικονομίδη και όταν είδε όλους τους Αγιωργήτες να ψηφίζουν Οικονομίδη φχαριστήθηκε και έκρινε ότι το δικαστήριο είναι αναρμόδιο να δικάσει τα επεισόδια και τα έστειλε στη Χαλκίδα, που δικάστηκε λίγο ο Χρήστος ο Στάμος. Τελικά πήραμε μόνο τις Παλιοχώρες για 65.000 δραχμές. Τα χαρτιά με τους Παραμεριταίους τα κάναμε στα Χάνια. Ήτανε δύο μερτικά ο λαχνός. 1500 δραχμές το κομάτι. Μετά από λίγο καιρό, αυτό το κομμάτι που μας έπεσε, ήθελε ο πατέρας μου να το πουλήσει, γιατί τότε είχανε βάλει ένα φόρο στο λάδι, 16 οκάδες και 320 δράμια τοις εκατό. Μεγάλος φόρος, δεκάτη λεγότανε, αλλά κόντευε να είναι εικοστή. Ο φόρος αυτός δινότανε σε λεφτά. Ήθελε λοιπόν ο παππούς 504 δραχμές για να δώσει το φόρο για το λάδι που έβγαλε. Δεν τα είχε και ήθελε να πουλήσει το χωράφι. Το γόραζαν ο Τσαλεμιγκής και ο Αντώνης (ο Κρόκος) για 2.000 δραχμές και ο Δρακόπουλος για 2.200 δραχμές. Εγώ τότε δούλευα στο κάρβουνο. Λέου: Ρε πατέρα, εμείς κάναμε αγώνα για να κερδίσουμε αυτό το χωράφι και τώρα θέλεις να το πουλήσεις; Πήγα βρήκα το γερο Δρακόπουλο και του λέου: Συμπεθεράκι, το χωράφι δεν θα το γοράσεις. Μου το έχει δοσμένο ο πατέρας μου προίκα και το καλλιεργού 7 χρόνια τώρα. Μην τολμήσει και πατήσει κανένας το ποδάρι του μέσα, γιατί τον σκότωσα. Τέλος πάντων, το κράτησα το χωράφι. Έδωσα στον πατέρα μου 1000 δραχμές και το κράτησα εγώ. Το είχα πονέσει αυτό το χωράφι, γιατί το άνοιξα με τα χέρια μου. Το είχα μέχρι τώρα που το έδωσα στον μπάρμπα σου τον Γιώργη. Τη μία μέρα του το έδωσα, γιατί νόμιζα ότι το ήθελε για να το σπείρει και αυτός την άλλη μέρα το πούλησε στους Παραμεριταίους για 2.500 δραχμές. Το πούλησε για να γοράσει όπλο. Όταν ήρθε και μου είπε, πατέρα πούλησα το χωράφι στην Παλιοχώρα, μαχαιριά να μου βάριες, αίμα δεν θα έσταζε καθόλου. Ήθελε να βάλου υπογραφή στα χαρτιά που θα έκανε. Έφερα βόλτα να μην υπογράψου, αλλά μετά από μία ώρα είπα: Άντε κατά ημάρ να μη τον κάνου ρεζίλι και υπέγραψα. Τον καιρό που έφιαχνα το σπίτι, το 1951 μου δώνανε οι Παραμεριταίοι 4.000 δραχμές γιαυτό το χωράφι και δεν το πούλαγα. Πούλησα ότι ελιές είχα στον Κρεμαστό, εκτός από τις δύο που έχου στην Ατζελοφόρισσα, για να μην πουλήσου αυτό το χωράφι και αυτός το έδωσε τσάμπα, για να πάρει όπλο. Τον καιρό που παντρεύτηκα εγώ τη γριά και τα φιάξαμε, είχαμε συμφωνήσει εκτός από τα χωράφια και 15.000 δραχμές. Από τη γιαγιά τα χωράφια που πήρα, ήτανε το Πλατανάτσι, το Βουνό, τα Καμίνια, το Ριζόκαστρο, που πήρε ο φούρναρης ο Μόσχος από τον πατέρα σου και έχτισε μέσα το μαγαζί του και ποπάνου το σπίτι του. Όταν θερίζαμε σε αυτό το χωράφι, τα μεσημέρια καθόμασταν να ψευτοφάμε στο ρέμα, αποκάτου από τις πλατάνες. Το Σουβλί δε μου το είχανε δώσει από την αρχή. Το γόρασα εγώ μετά από το Μήτσο το Βάσσο. Όταν ήτανε να γίνει ο γάμος, έπρεπε να πάρου τα λεφτά που μου τάξανε. Λέει ο Μπέης (Αναστάσιος Ρήγας). Θα γίνει πρώτα ο γάμος και μετά τα λεφτά. Ο Μήτσος ο Βάσσος ήτανε στην Αυστραλία και ήτανε κηδεμόνας της γιαγιάς ο Μπέης. Θυμώνου εγώ και είχα σκοπό να που στη γριά, ότι θα έφευγα λίγες μέρες, να κολλήσου μέσα στα Αμπέλια στα ξαδέρφια μου, αλλά εσένα δε σε παρατάου, θα σε πάρου. Το κάνου για να τους αναγκάσου να μου δώσουνε τα λεφτά. Δεν το είπα όμως, γιατί ο Μπέης, πήγε ποδώ, πήγε ποκεί, μάζεψε μερικά λεφτά και λέει την Παρασκευή το βράδυ: Άντε φώναχτόνε να του δώσουμε τα λεφτά. Πάου εγώ, τα είχε δεμένα μέσα σε μία μαντήλα μεγάλη, που φοράνε τα κορίτσα. Κατοστάρικα και πενηντάρικα ήτανε. Μου λέει:

─ Μέτρατα. Τα μετράου εγώ.

─ 10.000 του λέου.

─ Το ξέρου μου λέει.

─ Τα άλλα;

─ Τα άλλα μου λέει, θα στα δώσει ο γαμπρός μου ο Μήτσος. Άμα δεν στα δώσει, εδώ είμαι εγώ.

─ Καλά λέου εγώ. Στραβώθηκα όμως και δεν του έκανα ένα γραμμάτιο. Πάνε αυτά. Στην άλλη ζωή. Εν πάση περιπτώσει, κάναμε το γάμο, κάναμε και μία φασαρία. Τσακωθήκαμε, γιατί τότε κάνανε ένα δώρο. Η νύφη ένα χερομάντηλο στα παλικάρια και ένα μαντήλι στα κορίτσα και τα πλερώνανε. Άλλος έδωνε δεκάρικο, άλλος εικοσάρικο και τρώγανε μεσημέρι βράδυ όλοι οι συγγενείς. Του γαμπρού στο γαμπρό και της νύφης στη νύφη. Στο βραδινό φαγητό τρώγανε στου γαμπρού και μερικοί στενοί συγγενείς της νύφης που θα κάλενε ο γαμπρός. Από το απόγεμα έγινε μία μικροπαραξήγηση. Ήτανε στην εκκλησία, μετά τη στεφάνωση. Ο Κυριμόγιαννης με τον Γρηγόρη το Φιλάο που ήτανε πρώτα ξαδέρφια, παραξηγηθήκανε για το χορό. Ο Γρηγόρης ο Φιλάος έλεγε ότι εγώ είμαι από το γαμπρό και θα χορέψου εγώ, ο άλλος έλεγε ότι εγώ είμαι από την νύφη και πήγε να γίνει φασαρία. Τους πήρα εγώ, τους έφερα δω ποπίσου, ήτανε μεγάλη η αυλή και χορέψαμε όλοι. Όργανα είχα τον Κωστούλα, του Βασίλη του Παπαγεωργίου τον πατέρα, που έπαιζε βιολί και τον Βαγγέλη τον Σιμιτζή, που έπαιζε λαούτο. Ε δεν ήτανε και τα καλύτερα όργανα, αλλά ήτανε συγγενείς. Το βράδυ που μοιράζανε τις μαντίλες στα κορίτσα, δεν έφτασε μία μαντίλα και δεν πήρε του Νταή (Κων/νου Σκούρα) η γυναίκα η Φωτεινή, που την είχα καλεσμένη εγώ. Λέει η μοδίστρα (η Τασία η γυναίκα του Σταμάτη του Καντάρη). Πάου να φέρου εγώ μία μαντίλα. Ήρθε στο σπίτι της και φέρνει μία μαντίλα φορεμένη, με σκοπό να πάρει την καινούργια που θα έφερναν από το σπίτι της νύφης, γιατί υπήρχαν καινούργιες στο σπίτι της νύφης. Το είδε κάποιος που ήτανε φορεμένη, ήτανε και δεμένη κόμπους ποπάνου και το λέει στη μάνα μου. Θυμώνει η μάνα μου και αρχίνισε να φωνάζει. Ακούς εκεί να δώσουνε φορεμένη μαντίλα στις συνιφάδας μου την κόρη. Τι πράματα είναι αυτά; Εν τω μεταξύ, είχε πάει η Παναγιού (η γυναίκα του Μήτσου του Βάσσου) και έφερε καινούργια μαντίλα. Έγινε φασαρία, μισοπιαστήκανε και χάλασε το γλέντι. Το συνεχίσαμε βέβαια, αλλά με δυσαρέσκεια. Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε και πήγαμε να μαζέψουμε καρύδια στην Κοτσινούρα. Το βράδυ στρώσαμε να φάμε, αλλά ήμασταν ψυχραμένοι. Μετά από τρεις μέρες, στις 29 Αυγούστου, γιατί στις 26 έκανα το γάμο, σηκωθήκανε φύγανε και πήγανε στον Κρεμαστό στο πανηγύρι. Πήγε και κείνος ο μακάριος (ο αδελφός του ο Μήτσος) με τα άλλα παιδιά. Λέου εγώ: Τι να κάνουμε ρε γυναίκα; Δεν πάμε και μεις σιγά – σιγά. Τι να κάνουμε δωχάμου μοναχοί μας; Σηκωθήκαμε και πήγαμε και μεις. Τους είδαμε κειπάνου, αλλά καθίσαμε χωριστά εμείς, μαζί με τον Τσαμόπουλο (Ευάγγελο Γ. Μούντριχα) και με άλλους νέους από τον Κρεμαστό. Γυρίσαμε νύχτα, 2 η ώρα. Με τα πόδια πήγαμε και ήρθαμε. Την άλλη μέρα σηκώνομαι εγώ και πάου στο κάρβουνο. Δούλευα στο κάρβουνο και ερχόμανε και έδινα τα λεφτά στη μάννα μου και στον πατέρα μου σα βλάκας και δεν είχα λεφτά να βγάλου ούτε τις άδειες για το γάμο μου. Από τη γυναίκα μου πήρα. Από τα μαντιλώματα μαζέψαμε κανα πεντακοσάρικο. Μετά μου λένε: Λεφτά, γιατί πήραμε από το Βάγια κρέας και δεν το πληρώσαμε, πήραμε ρύζι και μακαρόνια από τη Σιδέραινα και δεν τα πληρώσαμε, πήραμε από τη Φιλήμαινα κρασί και δεν το πληρώσαμε. Ρε γαμώ την ψυχή του λέου, για στάσου. Εγώ σας έδινα τα λεφτά μου όλα. Που πήγανε τα λεφτά; Αυτά τα λεφτά είναι της γυναίκας μου. Να σας τα δώσου; Δώστα Γιάννη μου λέει αυτή η μουρλή και τους τα έδωσα. Μετά σταμάτησα για να πάου για ρετσίνα. Είχε ένα μουλάρι ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Μου λέει: Δε σταματάς να πας για ρετσίνα να βγάλεις πιο πολλά λεφτά; Πήρα το μουλάρι κι εγώ και πήγαινα πάνου στο βουνό, στο Μίστρο, στο Θεολόγο και στα άλλα χωριά που είχε πεύκα. Φόρτωνα το μουλάρι 100 οκάδες, 110 οκάδες, ανάλογα το φορτίο και το έφερνα κάτου. Πήγαιναν και άλλοι για ρετσίνα, δεν πήγαινα μόνο εγώ. Πήγαινε ο γεροΜπούρικας (Γεώργιος Αθ. Μπούρικας), πήγαινε ο γιός του, ο Κώστας ο Μπούρικας, πήγαινε ο γεροΤσάλας (ο Μήτσος ο Τσάλας), πήγαινε ο Σπίγγος (ο Μήτσος Χρ. Κρόκος), ο Αντώνης (ο Κρόκος), ο Κώστας του Βλάχου (Δημητρίου) και ο Βαγγέλης ο Γιαννούλης (Βάσσος). Τότε βάζανε από 2-3 οκάδες το φόρτωμα ρετσίνα μέσα στο βαρέλι.. Όταν έφερα το πρώτο φόρτωμα, μου λένε: Ξέρεις χρωστάμε (α)κόμα λεφτά. Καλά, δεν τα πληρώσατε τους λέου. Όχι λένε. Μία γιδιά ρετσίνα, 45 οκάδες, την πήρε ο Κούτουνας, για να τον ξοφλήσουμε. Μετά πήρε άλλες 15 οκάδες ο Βάγιας. Χρωστάγαμε και σ’αυτόν. Πάει και αυτό. Βρε γαμώ τον κερατά του λέου. Τι γίνεται; Εγώ πήγαινα στα χωριά όλα. Στου Λάλα, στο Βαρυπόμπι, στην Αχλαδερή, στο Αυλωνάρι, στο Οριό,στο Ρολόγι και πούλαγα ρετσίνα και λεφτά τίποτα. Έκανα 7-8 δρόμους. Τελευταία, αφού τελείωσα, μου λέει ο πατέρας μου να λογαριαστούμε. Να λογαριαστούμε του λέου. Μου γύρευε δύο μερτικά. Ένα μερτικό για το μουλάρι και ένα για το φαΐ που του’βαζε και γω που δούλευα και ξενύχταγα τίποτα. Ε! Τι λες του λέου. Ρε πατέρα, πήγανε 60-70 οκάδες ρετσίνα στο φρι. Τα δώσαμε για να ξεχρεώσουμε. Τώρα άμα σου δώσου εσένα δύο μερτικά, εγώ τι θα πάρου: Πάει και αυτό. Μπήκε η γριά στη μέση. Άντε λέου να τα δώσου. Μετά πήγα πάλι στο κάρβουνο. Γοράσαμε γρούνι. Το γοράσανε αυτοί δηλαδή. Κουβάλαγα εγώ στην πλάτη από το Αλιβέρι το χοιράλευρο 10-15 οκάδες. Τελευταία τα βάλαμε και με την αδερφή μου την Κρεούζα. Ήτανε λεύτερη στη μάννα μου και όταν σφάξαμε το γρούνι και γεμίσανε τα λουκάνικα, δεν μας δώσανε ούτε ένα. Ήτανε του Αγίου Βασιλείου. Λένε στη γυναίκα μου: Δεν θα φιάξεις κουλούρα για να την πας στη φιλιώτσα σου, γιατί δεν έχουμε αλεύρι. Άσε να την φιάξεις μεθαύριο του Βαφτιστή. Λέει η γριά: Αφού δεν έχουμε αλεύρι σήμερα, που θα το βρούμε μεθαύριο; Είναι η πρώτη χρονιά και πρέπει να πάου στο παιδί κουλούρα. (στην Παρασκευή, την γυναίκα του Μήτσου του Καραμουζά). Πήρε από τη μάννα της αλεύρι, έφιαξε κουλούρα και την πήγε στο παιδί. Περάσανε τέλος πάντων οι καλές μέρες. Οι σχέσεις μου με τους δικούς μου δεν ήτανε καλές. Συνέχεια τσακωνόμασταν. Ένα βράδυ που γύρισε ο πατέρας μου, τσακωθήκαμε πάλι. Θυμώνου εγώ, ρίχνου μία και πέφτει το τσατί με τα καλάμια. Πάει, από κει και πέρα χωρίσαμε. Δεν μας δώνανε φαΐ. Πήγε η γριά στη μάννα της και πήρε ένα καρβέλι ψωμί για να τρώμε. Έφιαξα και γω μία παραστία με πέτρες και λάσπη, ούτε αναφορέο, ούτε τίποτα, για να μαγειρεύουμε. Χώρια μέναμε. Στο ένα δωμάτιο αυτοί, στο άλλο εμείς. Περάσανε λίγα χρόνια έτσι και μετά χωρίσαμε. Χωρίσαμε τελικά όταν αρραβωνιάστηκε ο μακαρίτης ο Μήτσος. Θεριστής ήτανε. Εν τω μεταξύ είχε παντρευτεί και η Κρεούζα. Την είχε πάρει ο Παναγιώτης ο Ρέτσας. Χήρος ήτανε, ήτανε και πολύ φτωχός, την παντρεύτηκε. Το σπίτι του και τα χωράφια του, τα είχε υποθήκη στον Κικίδη. Είχε και χρέος 12.000 δραχμές. Πάμε κει πέρα εγώ και κείνος ο μακαρίτης και υπογράψαμε εμείς να πληρώσουμε τα χρέη του Ρέτσα. Έρχομαι μετά στον πατέρα μου και του λέου. Πατέρα, αφού θα πληρώσουμε εμείς όλα αυτά για την Κρεούζα, να μας γράψεις τα χωράφια που πομείνανε , κάτι ξωχώραφα δηλαδή, γιατί τα καλά τα είχε πάρει αυτή προίκα. Δεν γίνεται αυτό, λέει η μάννα μου και φώναζε. Έτσι δεν μας γράψανε τα χωράφια. Πήγανε στο Αυλωνάρι μετά, ο μακαρίτης ο Μήτσος, ο Ρέτσας ο Παναγιώτης, ο Κικίδης και η Κρεούζα, να φιάξουνε τα χαρτιά, για να ελευθερώσει ο Κικίδης τα χωράφια. Αλλά ο Κικίδης δώστου ποδω, δώστου ποκεί, δεν τα ελευθέρωνε, για να πάρουνε αξία στη δημοπρασία και να αυξηθούν τα γραμμάτια που θα υπογράφαμε εμείς. Έρχονται πάλι πίσου, μου το λένε εμένα. Ο Κικίδης δεν πάει να κάνει εξάλειψη της υποθήκης. Δεν πάει; Μπρος σήκω πάνου λέου του Παναγιώτη. Πάμε κειπάνου. Γειά σου Νικολό. Καλώς τα παιδιά μας λέει. Δώσε μας μισή οκά κρασί του λέου, φέρε και τίποτα χαψιά για μεζέ. Τα έφερε. Φέρνει και άλλο και μετά του λέου: Κάτσε κάτου Νικολό. Δεν μου λες, γιατί δεν πάεις στο Αυλωνάρι να χαλάσεις την υποθήκη και να ελευθερώσεις τα χωράφια; Ήτανε Κυριακή που πήγαμε κει πάνου. Την Τετάρτη τα χωράφια βγαίνανε στη δημοπρασία. Θα πας ή δε θα πας; Γιατί εμείς σου έχουμε κανουμένα γραμμάτια. Άμα πάλι θέλεις να βγούνε στη δημοπρασία, φέρε τα γραμμάτια να τα σκίσου και μπρος όποιος κερατάς θέλει, ας τα χτυπήσει 12.001. Θα τον σκοτώσου. Εγώ θα τα χτυπήσου 12.000 για να τα γοράσου. Μας πήρες και 80 δραχμές παραπάνου κει που έφιαχνες τους τόκους. Το είδα, αλλά έκανα το κορόϊδο. Λέει η γυναίκα του: Να πας Νικολό μου, να πας. Άντε να πας. Πήγαινε και σαμάρωσε το μουλάρι της λέει. Πήγανε μετά στο Αυλωνάρι, γύρισε την υποθήκη και έληξε. Βάλαμε 6.000 δραχμές χρέος εγώ και άλλες τόσες ο αδερφός μου ο Μήτσος. Εγώ είμανε μοναχός μου και δούλευα για τρία άτομα. Ο Μήτσος ήτανε λεύτερος. Είχε ο πατέρας μου και ένα βόϊδι, το πήγανε στο παζάρι και το πουλήσανε 3.050 δραχμές. Δούλευε και αυτός. Πέρασε λίγος καιρός και έδωσε του Κικίδη τα λεφτά. Εγώ χρώσταγα κόμα και με τους τόκους γίνανε από 6.000, 9.000 δραχμές, γιατί πλήρωνα τόκο 12% και 3% παραπάνου, μέχρι 15%. Περάσανε χρόνια. Τον ξόφλησα. Πήγε η γριά με τον αδερφό της το Μήτσο και του τα δώσανε. Όταν πήγανε για τελευταία φορά, λέει ο Κικίδης: Τι θα τα δώσετε ούλα; Επιτέλους βρε Νικολό, του λέει η γριά. Τόσα χρόνια ή το χάρο έβλεπα, ή εσένα, ήτανε το ίδιο. Πιο καλά να έβλεπα το χάρο, πάραξε εσένα. Τιμωράου τόσα χρόνια τα παιδιά μου. Μέχρι τα αυγά πουλού, μέχρι τα κοτόπουλα πουλού, μέχρι το τυρί πουλού, για να τα δώσου εσένα. Εγώ είμανε από σπίτι γιόκα μου, είμανε αλλιώς μαθημένη. Ξέρεις τι νοικοκυραίοι που είμασταν; Και έπεσα σε γυφτόσογο. Όντε πρωτοπαντρεύτηκα και πήγα τσιπίσου, τι δεν άκουγες. Όλο σουγκώμια ήτανε. Ω πατίτα έλεγε ο ένας, ω Μητρουλιό έλεγε ο άλλος, ω κουτσούλενα, ω σοδία, ω Ξηνιάρη. Τρωγόντανε. Εγώ τσούτα. Όντε πολιοφούσκωνα, πήγαινα ποτσί και έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα. Και τον καιρό που γένηκα νύφη, την άλλη μέρα από το γάμο, με βάλανε και έπλενα. Εγώ πο το ζεστό και αυτές από το κρύο και άμα τελειώσαμε, πήγα στη βρύση να γεμίσου τη στάμνα. Μου δώσανε κοντά για σαρνικό το Γιώργη της Μοδίστρας (Γιώργη Σταμ. Καντάρη) και άμα τελείωσα και έπεσα να κοιμηθού, το δάκρυ πέρασε κάτου από το μαξιλάρι. Το απόγεμα πήγαμε για να μαζέψουμε καρύδια. Όταν αρραβωνιάστηκε ο Μήτσος, κρέμαγε τα μούτρα, γιατί ήθελε να χωρίσουμε. Είχαμε μοιράσει τα σπίτια. Λέει ο πατέρας μου: Εσύ Γιάννη, θα πάρεις κείνο το χαμώγι κει ποπίσου,αυτό που γοράσαμε από το Ζαφείρη, του Μπιτσιγιάννη (του Γιάννη Δημ. Αϊδίνη) τον αδερφό και τούτο τον τόπο δωχάμου, τον κήπο του Λαμπράκη. Ήτανε ένα κομμάτι ανάμεσα στο σπίτι του πατέρα μου και στου γεροΛεφτέρη του Λιάπη, τον πατέρα του Καπετάνιου.Το είχε κήπο ο Λαμπράκης και είχε και μία ροϊδιά στην άκρη, δω μπροστά που περνάει ο δρόμος. Επειδή στου Σκλαβελού, που συνορεύαμε με τον Λαμπράκη, ήθελε ο Λαμπράκης ένα κομμάτι χωράφι στην πάνου άκρη, για να ρίξει τα νερά στο κανάλι, που πέφτανε μέσα στο χωράφι του, τα αλλάξαμε. Του δώσαμε εμείς το κομμάτι στου Σκλαβελού και πήραμε τον κήπο αυτό που έχτισα. Ο Μήτσος θα πάρει τούτο δω το σπίτι που καθόμαστε. (το σπίτι που μένει σήμερα ο Θανάσης ο Μούντριχας). Ρε πατέρα του λέου, ταιριάζει αυτό το σπίτι με κείνο το καλύβι; (Το καλύβι ήταν στη θέση που είναι σήμερα το σπίτι του Προκόπη του Μούντριχα). Εκεί θα πας, μου λέει. Και το πήρα, τι να κάνου. Ήτανε ελεεινό. Το μισό το είχα αχυουργιώνα και στο άλλο μισό έβαζα τα ζα. Ο Ζαφείρης, όταν έφιαχνε αυτό το σπίτι, είχε μαστόρους από το Αυλωνάρι και το χτίζανε και το είχε βερεσέ, δεν είχε λεφτά να τους πληρώσει. Τότε έτσι τα χτίζανε και πλερώνανε όταν είχανε. Το είχε χτίσει 300 δραχμές. Για την ακρίβεια 310. Τότε τα λεφτά ήτανε χρυσά, είχανε αξία. Το τάληρο είχε 5,60 και το κατοστάρικο 112. Είχε και 12 δραχμές ποπάνου, δηλαδή άμα χάλαγες κατοστάρικο, έπαιρνες 112. Αφού δεν είχε λεφτά ο Ζαφείρης να το πληρώσει, το βγάλανε στη δημοπρασία και το χτυπήσανε και το πήρε ο πατέρας μου 310 δραχμές. Με τα πολλά λέει η γριά στον αδερφό μου. Γιατί βρε Μήτσο είσαι θυμωμένος; Τι έχεις και έχεις όλο τα μούτρα κατεβασμένα; Να θέλου να στεφανώσου τη γυναίκα μου και θέλου να φύγετε από δω. Ήτανε θεριστής πάλι. 14 Ιουνίου ήτανε. Καλά του λέου εγώ. Άσε να ποθερίσουμε και θα φύγουμε. Τώρα πάνου στο θέρος, πώς να το φιάξου λίγο, πώς να το καθαρίσου, για να πάμε να μπούμε μέσα; Όχι τώρα θα φύγετε λέει. Τελικά ένα Σάββατο, μαζέψαμε ότι πράματα είχαμε και τα φέραμε δω στην αυλή όξου. Πήγαμε κόψαμε κάτι κυπαρίσσα κάτι χορτάρια και με ασβέστη αρχίσαμε να το ραντίζουμε μέσα που ήταν από άχυουρα. Τα κέρατά του είχε. Αφήσαμε όξου τα πράματα κείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα τα βάλαμε μέσα και συνεχίσαμε το θέρισμα.

Ο Γιάννης και η Παρασκευή Μούντριχα. (Ο Γιαγκούλας και η Γιαγκούλενα). Πίσω τους είναι το καλύβι-σπίτι που αγόρασε από το Ζαφείρη Αϊδίνη ο παππούς ο Προκόπης και έμειναν όταν έφυγαν από το πατρικό τους.

Λέει η γιαγιά μου: Οι κουκουλέντρες και τα άχυουρα μαζί, κρεμόντανε σα κοφίνια. Τσαι πάει τσαι κόβει ο παππούς σου τσιπαρίσσα και αρχινάου τάκου τάκου στους τοίχους ποπάνου, ποδώ, ποτσί, έδωκα, έδωκα, έδωκα, το παρδάλιακα. Την άλλη μέρα ήτανε Τσυριατσή, πάλι τα ίδια. Τα παιδιά μου σουριασμένα, όξου τσοιμηθήκανε, τσείνη τη νύχτα. Σαν τους γύφτους. Αγνατεύει το πρωί η μακαρίτισσα η πεθερά μου. Τι κάνετε παιδάτσα μου; Τι κάνετε; Εγώ σας έλεγα να μη φύγετε, που να μη σώσουνε. Να μη τους ακούγατε. Άκου να τσοιμηθούνε τα παιδάτσα μου όξου. Το 1936 άρχισα να χτίζου σπίτι στο μέρος δίπλα από του πατέρα μου, που ήτανε όπως είπαμε κήπος του Λαμπράκη. (Όπως γράφω και στα γενεαλογικά δένδρα, η Κατερίνα, η μάννα του Λαμπράκη, η Κανέλα, η μάννα της Μοδίστρας και η Αργυρό, η μάννα του μπάρμπα Γιώργη του Καπετάνιου, ήταν αδελφές. Ήταν κόρες του Νικολάου Αϊδίνη. Χτίσανε τρία σπίτια μέσα στο ίδιο χωράφι του πατέρα τους. Του Λαμπράκη, του Σταμάτη του Καντάρη και του Καπετάνιου). Άρχισα λοιπόν να χτίζου σπίτι για να καθίσουμε και να φύγουμε από αυτό το καλύβι. Αλλά συνηθίσαμε σιγά σιγά, βγήκαμε κατεδώ στον κόσμο και μας άρεσε περισσότερο. Έτσι κάναμε τούτο δω σπίτι και το άλλο, που το είχαμε στην αρχή για σπίτι το κάναμε αχυουργιώνα. Είχα μαστόρους τον Παπαδόγαμπρο και τον Κονίτη. Όταν αρχίσαμε να το χτίζουμε τους λέου: Πόσα μεροκάματα θα χρειαστούνε; Ίσα με 16 μου λένε. Τελικά έγιναν 32, με 60 δραχμές την ημέρα και ταγίζαμε και τρία φαγιά την ημέρα. Την άμμο την έφερνα μαζί με τη γριά από τον Αρτεμίσα, μέσα στα σακούλια που ήτανε το τσιμέντο. Την έφερνα με το άλογο, τα μεσημέρια που σταματάγανε η δουλειά. Με βοήθαγε ο μακαρίτης ο Παναγιώτης της Κρεούζας και ο Προκόπης ο Σταμελιάς. Ήτανε θεριστής. Είχαμε βγάλει τους βίκους. Ο κόσμος θέριζε. Ήτανε τότε δύο μαστόροι. Ένας Αγιαθεκλίτης και ένας Αρλογιάτης, που χτίζανε το σπίτι του Λιαουτσάκου (Κων. Αϊδίνη) στα Λουρίδια. Λέου: Ρε μάστορη, να πάρου και αυτούς να χτίζουνε, να τελειώνουμε πιο γρήγορα; Θα χάσου τα σπαρμένα. Ο κόσμος ποθέρισε. Άμα πάρεις αυτούς εγώ θα φύγου, λέει ο Παπαδόγαμπρος. Δεν τους πήρα. Αργήσαμε, αλλά τελικά σιγά-σιγά το χτίσαμε και ποθερίσαμε κιόλας. Μετά τι να κάνου; Σηκώνομαι και πάου στις Λάρμες. Ήθελα να δουλέψου, να στείλου λεφτά για να το ξυλοδέσουμε. Χρειαζόμασταν ξύλα, καλάμια και κεραμίδια. Πήγαινε από δω η κυρά με δύο τρία ζα, κάτου στα καμίνια, στα Οριότικα και τα Ρολογιάτικα και φόρτωνε κεραμίδια. Το σπίτι το σκέπασε ο κουφο Σταμάτης (Σταμάτης Καντάρης) και ο Θανάσης ο Κρόκος. Μετά ξαναήρθα δω, άρχισε ο σπόρος και συνεχίζαμε τον αγώνα. Τα ξύλα που σκεπάσαμε το σπίτι, ήταν λαθραία. Τα είχανε κατεβάσει από του πάνου οι βλάχοι και τα είχανε αφημένα στις Σοφίας Γεωργίου Στάμου το σπίτι στα Περναράτσα και γω πήγαινα νύχτα και τα έπαιρνα. (Όπως θα έχετε διαπιστώσει, ο παππούς μου, αλλά και όλοι σχεδόν οι χωριάτες, σπάνια χρησιμοποιούσαν το κύριο, το βαφτιστικό όνομα του καθενός. Σχεδόν όλοι, είχαν και ένα δεύτερο, εφεδρικό θα λέγαμε όνομα, «παρατσούκλι» το λέμε στο χωριό, με το οποίο ήταν πιο γνωστοί. Προφανώς και δεν μου το είπε έτσι, αυτό που έγραψα για το σπίτι που άφηναν τα ξύλα οι βλάχοι. Όμως σέβομαι την επιθυμία ενός μέλους αυτής της οικογένειας, όπως έκανα και στο γενεαλογικό τους δένδρο, που έσβησα μετά από υπόδειξή του το «παρατσούκλι» και δεν γράφω αυτό που μου είπε ο παππούς μου, όπως ακριβώς μου το είπε. Επίσης, στην εργασία που έχω κάνει παλαιότερα για τα αλώνια του χωριού, δεν πρόσεξα, και άφησα το «παρατσούκλι». Ζητώ, έστω και καθυστερημένα συγνώμη, αν και αυτά που διαβάζετε, δεν τα λέω εγώ, ο παππούς μου τα έλεγε. Εγώ απλά τα γράφω). Το 1944 η Κρεούζα παντρεύτηκε τον Κρεουζή (τον Γρηγόρη Ευαγγ. Ρήγα). Ο πρώτος άντρας της , ο Παναγιώτης ο Ρέτσας, είχε πεθάνει. Τον σκότωσε μία πλατάνα που έκοβε και έπεσε και τον πλάκωσε. Εγώ με το Μήτσο, είμαστανε όμηροι τότε στη Γερμανία. Τούτο δω το σπίτι που καθόμαστε τώρα, άρχισα να το χτίζου το 1951. Έριξα από θεμελιού αυτό το καλύβι που καθόμαστανε και μέναμε στο υπόγειο, σε ένα χαμηλό σπίτι της Ντουνίτσας που ήτανε δίπλα από το δικό μας, κει που είναι σήμερα το σπίτι του Μήτσου του Καραμουζά. Ποπάνου κοιμόμαστανε και ποκάτου πέρναγε νερό. Τα πράματα τα είχαμε, άλλα τσι (εκεί) και άλλα στου Μήτσου του Βάσσου. Βάλαμε μπρος τον Αύγουστο μήνα. Είχα έξι μαστόρους από το Αυλωνάρι. Το σπίτι από ότι ήτανε, το έκανα δύο μέτρα πιο μεγάλο, γύρω γύρω τα θεμέλια. Πήρα και την αυλή μέσα. Είχα τότε γαϊδάρα, είχα γελάδα, είχα και φοράδα. Λέου στους μαστόρους: Αν μείνει χρέος, θα πουλήσου στο παζάρι και θα σας δώσου τα λεφτά. Μείνανε 500 δραχμές χρέος. Τους τάδωσα στο παζάρι. Ήρθε Σεπτέμβρης μήνας. Τα τσιμέντα παίρνανε πάνου. Θέλαμε να ρίξουμε την πλάκα. Τότε είχανε 25-26 δραχμές το σακί. Μετά πήγανε 30-32-35-40 δραχμές και δεν υπήρχανε. Έρχετε ο διοικητής από το Αλιβέρι, στον Μακρυνικόλα, στο Αυλωνάρι. Αυτός είχε πολλά τσιμέντα. Ήρθε ο διοικητής να του τα δεσμεύσει, να τα πάρει για το Αλιβέρι. Επενέβη ο αστυνόμος και άλλοι μεγάλοι και του λένε: Τι θα γίνει; Θα πάρεις τα τσιμέντα από δωχάμου, από το δήμο τον δικόνε μας, να τα πας στο δήμο Αλιβερίου; Όχι αυτό δεν θα γίνει. Τα τσιμέντα θα μείνουνε δωχάμου. Εγώ ήθελα τσιμέντα, αλλά η διαταγή έλεγε πάνου από 20 σακιά να μη δίνουνε σε κανένανε. Τι να κάνου τώρα; Κάνου εγώ μία αίτηση ότι θέλου 20 σακιά. Άλλη μία ο πατέρας σου, άλλη μία ο Μήτσος ο Σταμελιάς, άλλη μία ο μοναχογιός (ο Μήτσος ο Βάσσος) και άλλη μία ένας, δεν θυμάμαι ποιος ήτανε, ότι θέλουμε 100 σακιά τσιμέντο. Πάει ο πατέρας σου στο Αλιβέρι στο διοικητή να το υπογράψει. Του λέει: Που είναι οι άλλοι; Αφού ήρθα εγώ, τι χρειάζονται οι άλλοι το λέει. Είχε μολυθεί ο πατέρας σου τότε από ναύτης. Τέλος πάντων το υπόγραψε, ήρθε ο πατέρας σου πάνου και πάμε στο Αυλωνάρι για να πάρουμε τα τσιμέντα. Τα πληρώσαμε 40 δραχμές το σακί. Τα σίδερα τα είχα πάρει 2,20. Τα πλήρωσα 6,50 μετά για να σκεπάσου. Την ταράτσα την ρίξαμε στις 21 Νοεμβρίου. Μαζευτήκαμε καμία τριανταριά άνθρωποι και την ρίξαμε. Την άμμο την είχα κουβαλήσει όλη από το ρέμα με την γαϊδάρα και την φοράδα. Τότε που φιάναμε το σπίτι, ο πατέρας σου πήγαινε και κοιμάτανε στου Μήτσου του Σταμελιά. Ο μπάρμπας σου ο Γιώργης πήγαινε τουποπάνου στους μοναχογιούς. Τα ζα τα είχα ούλα όξου. Πούλησα τελικά το αλογάκι, εξαμηνιάρη ήτανε, στον παπά 500 δραχμές. Είναι αυτό το άλογο που έχει και έρχεται ο Παπαγιώργης από το Αυλωνάρι στο χωριό. Την γαϊδάρα την πούλησα 200 δραχμές στο Οριό. Μπήκαμε τελικά μέσα κατά τις 20 του Δεκέμβρη, γιατί δεν στέγνωνε για να ξεκαλουπώσουν. Είχα γράψει στην εισαγωγή της εργασίας αυτής, ότι θα διαβάσουμε και θα μάθουμε πολλά, που κυρίως οι νεότεροι, δεν τα ξέρουμε. Εγώ παρ’ ότι τα είχα ακούσει από το 1970 περίπου που τα έγραφα (κοντεύουν 50 χρόνια τώρα), είχα ξεχάσει πολλά από αυτά και τα θυμήθηκα πάλι. Δεν θα υποδείξω εγώ τι να προσέξετε, όταν διαβάζετε αυτές τις γραμμές. Εμένα πάντως μου έκαναν εντύπωση, το ότι υπήρχαν στα Οριότικα και στα Ρολογιάτικα, καμίνια που έφιαχναν κεραμίδια και τούβλα και οι Παλιοχώρες. Και κάτι τελευταίο. Δεν μας ενδιαφέρουν και δεν δίνουμε καμία σημασία στα «εσωτερικά» της οικογένειας μου. Μόνο τα συμπεράσματα έχουν αξία.

Θα συνεχίσουμε με την τρίτη συνέχεια μετά από λίγο καιρό.