ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ …ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ (Τρίτη συνέχεια)

Λέει η γιαγιά μου:

Τότες που φιάναμε το σπίτι, ο πατέρας σου αγάπαγε τη μάνα σου. Τσάμα (και άμα) πέρναγε η μάνα σου, οι μαστόροι φωνάζανε:

Ω! Προκόπη, ω! Προκόπη ο συκοφάος. Φόριε η μάνα σου μία φανελίτσα, έτσι σα τσίτρινη όπως είναι ο συκοφάος τσαι ερχέτανε στην αδερφή της, τη θεία σου τη Λένη τσαι πέρναγε να πάει κατε τσει (εκεί) πίσου στο αλώνι του Λαμπράκη, που είχε η θεία σου η Λένη τα ζα (ζώα).

Τσείνη (εκείνη) η Κουλίτσα που είναι στη Βάθεια, του Τριζή ( η ανηψιά της η Βασιλική Δημητ. Βάσσου που είναι παντρεμένη στη Βάθεια με τον Δημήτριο Τερζάκο), τι νερό κουβάλιε παιδί μου; Πώς δεν έπεσε στο πηγάδι αυτό το παιδί; Πήγαινε, ερχέτανε, το πίνανε. Πίσου τροχάδη. Ξανά πίσου τροχάδη. Πήγαινε τσαι έπαιρνε νερό, πίσου από του Λαμπράκη το πηγάδι. Βοχτήσανε (βοηθήσανε) πολλοί τότες. Τσαι η Αννίκα, η αδερφή της Κούλας βόχτησε τσαι ο αδερφός μου ο Μήτσος βόχτησε τσαι ο Μήτσος ο Σταμελιάς, τσαι ο Μήτσος ο Στάμος βοχτήσανε. Τότες που χτίζαμε το σπίτι, είχαμε στου Σκλαβελού περιβόλι τσαι είχε κάτι ντομάτες, να τέτοιες σαν καρβέλια τσαι πατάτα είχε τσαι μελιτζάνες είχε τσαι πήγαινε ταχτικά ο Μήτσος ο Στάμος, έπαιρνε για τον εαυτό του τσαι μας έφερνε τσαι μας. Κάθε πρωί φιάναμε φαΐ. Πιο πολύ φιάναμε μελιτζάνες, με αυγά τσαι με τυρί που είχαμε. Τα κάναμε τηγανιτά τσαι τρώγανε οι μαστόροι δω χάμου, στην αυλή της Ντουνίτσας. Στρώναμε δω μέσα στην αυλή. Τρώγανε τσαι πρωινό τσαι μεσημεριανό. Τι μεσημεριανό; Αφού τρώγανε καλά το πρωί. Τρώγανε τσαι το απόγεμα. Είχαμε μία κουρελού τσαι τη στρώναμε πο κάτου στις ελιές. Είχανε πάει πέτρες, είχανε πάει σκαμνιά τσαι καθόντανε γύρω-γύρω τσαι τρώγανε.

Όντε αρχινάγαμε να χτίζουμε, είχαμε σφάξει ένα τράγαρο τσαι τον φέρνανε γύρω-γύρω στα θεμέλια. Φωνάξαμε τσαι τον παπά τσαι κάναμε αγιασμό τσαι βάλαμε στα θεμέλια, στις γωνίες, από ένα μπουκαλάτσι αγιασμό. Κάναμε τσαι τηγανίτες.

Συνεχίζει ο παππούς μου:

Όταν πέθανε ο πατέρας μου (1957), η Κρεούζα που είχε παντρευτεί τον Κρεουζή, έλεγε: Τάβλα σου τσαι τάβλα μου. Θέλου τσαι γω μερτικό από του πατέρα μου. Την αγριέψαμε. Τις λέμε: Εσύ κάθε φορά που θα παντρεύεσαι θα παίρνεις μερτικό; Πήρες την πρώτη φορά που παντρεύτηκες. Ότι πιο καλό είχαμε το πήρες. Τώρα τι γυρεύεις πάλι; Τελικά πήρε κάτι τσουβάλια, πήρε κάτι τεντζέρια και κάτι ρούχα που ήθελε και σταμάτησε να γυρεύει.

Εγώ στρατιώτης πήγα στις 16 Φεβρουαρίου 1926. Είχα αναβολή ένα χρόνο, λόγω του ύψους, γιατί ήμανε κοντός και με αφήσανε ένα χρόνο για να ψηλώσου. Σιγά να μη ψήλωσα. Έτσι όπως είμανε ξαναπήγα και αυτή τη φορά δε με διώξανε, με δεχτήκανε. Κατατάχτηκα στη Χαλκίδα. Με ρίξανε και υπηρέτησα στο πυροβολικό.

Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος το 1940, με πήρανε πάλι πίσου στο πυροβολικό και με στείλανε στο Μπέλες. Πήγα και γω, όπως πήγανε και τόσοι άλλοι από το χωριό. Δεν με ένοιαξε αυτό. Αυτό που με έκανε να σκάσου από τη στενοχώρια μου, ήτανε που μου πήρανε το άλογο. Είχα τότες το καλύτερο άλογο του χωριού. Ήτανε αυτό που πήγαινα και αλώνιζα στα αλώνια και στο χωριό και στα γύρω χωριά. Το έχουμε ξαναγράψει τότε που λέγαμε για τα αλώνια του χωριού. Το είχα πάρει το 1937 από το παζάρι της Αγίας Παρασκευής, της Χαλκίδας. Είχα πάει στο παζάρι με αυτοκίνητο, γιατί είχα πάρει και ρούχα μαζί. Άμα έπαιρνα άλογο, θα γύριζα πίσου δω στο χωριό. Άμα δεν έπαιρνα άλογο, θα πήγαινα στο έργο, πέρα στη Τσούκα.

Είχε πιο πολύ μεροκάματο. Ένα τάλιρο. Στις Λάρμες είχε 55 δραχμές, στη Τσούκα είχε 60 δραχμές. Πάνου μου είχα 2.500 δραχμές. Εγώ κατέβηκα στ’ Αμπέλια. Ο μακαρίτης ο Παναγιώτης ο Ρέτσας, που ήτανε ο πρώτος άντρας της Κρεούζας και πηγαίναμε μαζί, πήρε και τα δικά μου ρούχα και κατέβηκε στη Χαλκίδα. Τα πήγε και τα άφησε στο καφενείο του Διαμαντίδη, που ήτανε Αυλωναρίτης και είχε καφενείο στη παραλία της Χαλκίδας. Τον εγνωρίζαμε και αφήναμε ταχτικά τα ρούχα κει, για να πάρουμε τη βενζίνα την άλλη μέρα, που έφευγε μπροστά από το καφενείο του και πήγαινε στο Μαρτίνο.

Στ’ Αμπέλια που κατέβηκα, πήγα στο μπάρμπα Μήτσο το Μούντριχα και στο μπάρμπα Γιάννο και τους ζήτησα λεφτά. Μου λένε: Πήγαινε μέσα, βρες άλογο πρώτα και άμα χρειαστείς λεφτά, πήγαινε στον αξάδερφο, τον Κώστα τον Μούντριχα (ήταν από τον Κρεμαστό, γιος του μπάρμπα Βασιλάκη και είχε παντοπωλείο στη Χαλκίδα) και ζήτησέ του όσα θέλεις. Να του πεις ότι είπε ο μπάρμπα Μήτσος να μου δώσεις λεφτά. Αυτοί ήρτανε την άλλη μέρα το πρωί μέσα και είπανε του Κώστα: Όσα λεφτά σου γυρέψει ο Γιάννης, θα του τα δώσεις και θα σου τα δώσουμε εμείς. Όλη την ημέρα γυρίζαμε με το μακαρίτη τον Παναγιώτη, αλλά δε γόρασα άλογο γιατί όσα είδα δε μ’αρέσανε. Μία φοράδα βρήκα που μ’ άρεσε, αλλά ήτανε στραβή από το αριστερό μάτι και δεν την πήρα.

Κοιμηθήκαμε στο παζάρι κείνη τη νύχτα, κάτου στα χορτάρια και σε κάτι κουρελούδες. Εγώ, ο μακαρίτης ο Παναγιώτης, ο Θάνος (Αθανάσιος Βάσσος), ο Βαγγέλης ο Σταμελιάς και η γυναίκα του η Λένη, που ήτανε αδερφή με τη γιαγιά σου την Παρασευγή. Ο Σταμελιάς, είχε πάει στο παζάρι, για να πουλήσει ένα μουλάρι μικρό, εξαμηνιάρι, που είχε. Ο Θάνος, είχε πάει μαζί με τους γρουνάδες, το Στέλιο, το Μήτσο τον Τσάλα και τους δύο Μπουρικαίους, τον Κώστα και τον πατέρα του τον Γιώργη, για να γοράσουνε γρούνια. Έδωσε τα λεφτά ο πατέρας του Θάνου, ο Λαμπράκης, 20.000 χιλιάδες τους έδωσε και έστειλε κοντά το Θάνο, για να επιβλέπει και να πάρει και μερτικό.

Το πρωί που σηκωθήκαμε, κάναμε μία βόλτα στο παζάρι. Συναντήσαμε ένα γέρο από το Γεραλί, ( είναι ο σημερινός Φάρος Αυλίδας), που είχε μία φοράδα, ένα άλογο σαμαρωμένο και ένα άλλο, πιο μικρό, ξεσαμάρωτο. Τον ερωτήσαμε πόσο το ένα, πόσο το άλλο και είπαμε να πάρουμε το μικρό. Το γύρευε 4.500 δραχμές. Εμείς του δώναμε 3.500 δραχμές. Τέλος πάντων, συμφωνήσαμε στις 4.000 δραχμές. Το πήραμε από κει και το πήγαμε κει που ήτανε ο Βαγγέλης ο Σταμελιάς, κοντά στη φοράδα του. Λέει ο Σταμελιάς: Πόσο; Του λέμε 4.000. Πάει και λέει ο Σταμελιάς σε αυτόνε που είχε το άλογο: Γέρο, εγώ είμαι τσαμπάσης. Πουλάου, γοράζου, σου κόβου ένα κατοστάρικο. Ο γέρος μουρμούρισε λίγο, αλλά δέχτηκε τελικά να του δώσουμε 3.900. Το άλογο όμως δεν είχε πιστοποιητικό. Έπρεπε να πάμε στην αστυνομία, να δηλώσουμε ότι το άλογο ήτανε δικό του και ότι το πούλαγε σε μένανε. Αλλά αυτή η δήλωση, μαζί με τα χαρτόσημα, θα έκανε κάνα εκατοπενηντάρι και δυσκολεύτηκε ο άνθρωπος να τα πληρώσει. Του λέμε: Κάνα γνωστό δεν έχεις δω χάμου; Έχου λέει. Ήτανε ένας Αφράτης που είχε μία ταβέρνα κει κοντά. Πήγαμε κει στον Αφράτη. Ήτανε κει ένας που ήξερε γράμματα. Έκανε μία βεβαίωση ότι μου το πούλησε το άλογο εμένανε. Λεφτά δε βάλαμε βέβαια πόσο. Καθίσαμε, φάγαμε κει στην ταβέρνα και μετά ο γέρος έφυγε και τράβηξε κατά το Γεραλί. Εγώ μετά πήγα και πήρα τα λεφτά από τον αξάδερφό μου τον Κώστα τον Μούντριχα. 1.500 δραχμές ήτανε και τα έδωσα του Θάνου. Μου τα είχε δώσει δανεικά ο Θάνος, για να γοράσου το άλογο. Κει που γύριζα, βρήκα και το Στέφανο, το γιό του μπάρμπα Μήτσου του Μούντριχα, που είχε έρτει με τη σούστα από τα Αμπέλια στο παζάρι στη Χαλκίδα.

Ο Σταμελιάς, ήθελε να πάει μετά στο γυρισμό στο Δοκό, για να δει ένα μπάρμπα του. Εγώ θα πήγαινα μαζί με το Στέφανο στ’ Αμπέλια. Είπαμε να πάει πρώτα ο καθένας στη δουλειά του και δώσαμε ραντεβού για να συναντηθούμε μετά στο Βασιλικό. Στον Άγιο Στέφανο, είχε βάλει ο Δήμος διόδια (Δείτε στο τέλος για τα διόδια) και μου ζητήσανε να πληρώσου. Όμως τους είπε ο Στέφανος, που τους γνώριζε αυτούς, ότι το άλογο είναι δικό μου, ότι είχα πάει να το πουλήσου, αλλά δεν το πούλησα και το γυρίζου πίσου.

Στ’ Αμπέλια καθίσαμε καμία ώρα. Από κει πήρα το άλογο και έφυγα για να ρτου στο Βασιλικό. Είχαμε δώσει ραντεβού σ’ ένα καφενείο που ήτανε κει, πάνου στο δρόμο. Περνάγανε από κει όσοι γυρίζανε από το παζάρι. Ο Σταμελιάς δεν ήρτε την ώρα που είχαμε πει. Αργούσε και δεν ερχέτανε. Κει που περίμενα και κοίταζα αυτούς που περνάγανε, είδα να περνάνε οι Αναστασοπουλαίοι. Ο Λεωνίδας και ο Λευτέρης που γυρίζανε και αυτοί από το παζάρι. Αφού περίμενα πόση ώρα και δεν ερχέτανε ο Σταμελιάς, ξεκίνησα και εγώ μαζί με αυτούς για το χωριό. Στην Ερέτρια εγώ σταμάτησα πάλι σε μία θεία που είχε ο Σταμελιάς. Έλεγα ότι θα περάσει από κει για να την δει και αυτή. Αυτή η θεία, ήτανε από το σόϊ της μάνας του της γραια Ματόρενας (Ελένης Θεοδώρου από τον Κρεμαστό. Την λέγανε Ματόρενα γιατί, όταν πέθανε ο πρώτος άντρας της, ο Κώστας ο Σταμελιάς, αυτή μετά παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Αϊδίνη, το Μάτορη.) Η Ματόρενα είχε έναν αδερφό παντρεμένο στην Ερέτρια που όμως είχε πεθάνει. Στη γυναίκα αυτουνού σταμάτησα εγώ για να περιμένου κει τον Σταμελιά, αλλά αυτή δεν ήθελε να περιμένου κει και με έδιωξε. Δεν μου το είπε δηλαδή κατάμουτρα να φύγου, αλλά το κατάλαβα μοναχός μου, γιατί δεν μου έδωνε καμία σημασία, σα να μην είμανε κει. Πήρα το δρόμο και έφυγα. Ήρτα στη Βάθεια. Βράδιαζε κι όλας και σταμάτησα να φάου κάτι κει στο Βασιλαριά, (Βασίλειος Κακόγιαννης. Είχε μαγαζί δίπλα από τον Αγιάννη στο συνοικισμό, στη Βάθεια). Αυτός είχε γυναίκα τη Κατερίνα του Κουλοθανάση, από το χωριό, την αδερφή της γιαγιάς σου της Χρυσαυγής. Έφαγα μία ρέγκα, ήπια ένα κατοστάρι κρασί και το ψωμί. Πλήρωσα 18 δραχμές. Πολλά λεφτά για τότε. Με έγδαρε ο κερατάς, αλλά δε μίλησα. Μετά, στο δρόμο που ερχόμανε , μετάνιωσα που δε μίλησα και έλεγα να γυρίσου πίσου να του κάνου φασαρία, αλλά μετά ήτανε αργά. Είχα φύγει, είχε νυχτώσει κιόλας και σκεφτόμανε, ότι θα είχε πέσει και αυτός για ύπνο.

Στο δρόμο, έφτασα πάλι τους Αναστασοπουλαίους και δω στο Καλαμάκι, μας έφτασε και ο Σταμελιάς. Εκεί χωρίσαμε. Οι Αναστασοπουλαίοι, πήγανε χαμηλά από το Αλιβέρι και μεις βγήκαμε πο πάνου μεριά. Το πρωί που ξημέρωνε, είμαστανε στον Άγιο Λουκά.

Ο Σταμελιάς είχε μία αδερφή παντρεμένη στον Άγιο Λουκά. ( Την Σταυρούλα, την γιαγιά του Γιάννη του Βαλμά ). Μου λέει: Γιάννη θα καθίσεις; Όχι του λέου, δεν κάθομαι, θα πάου στο χωριό. Έφυγα και ήρτα στο χωριό. Το άλογο το περίλαβε (το ανάλαβε) η γριά. Εγώ την άλλη μέρα το πρωί, έφυγα για να πάου στη Τσούκα, να βγάλου τα λεφτά, να δώσου πίσου τα δανεικά. Όταν γύρισα, πέρασα από τα’ Αμπέλια και έσκασα (έδωσα) τα λεφτά στους Αμπελιώτες. Έδωσα 1.000 δραχμές στο μπάρμπα Γιάννο και 500 δραχμές στο μπάρμπα Μήτσο.

Το άλογο το είχα τρία-τέσσερα χρόνια. Ήτανε άλογο σαν άνθρωπος. Το μολάγαμε στο Μεταξάρι και άμα δίψαγε, ερχέτανε πόξου από τι σπίτι και χτύπαγε με το ποδάρι του, να το πάμε στη βρύση, για να πιεί νερό. Πήγαινε στη βρύση η γριά και άμα σταμάταγε να μιλήσει με κανένανε στο δρόμο, καθέτανε από πίσου και την περίμενε. Μου το πήρανε στον πόλεμο το 40 με την επίταξη που κάνανε. Το έκλαψα σα να ήτανε άνθρωπος. Γύρευα να πάου και γω για να είμαστε μαζί. Δεν ήθελα να χωρίσουμε, αλλά δε με αφήνανε. Πήρανε πολλά άλογα από το χωριό τότε στην επίταξη. Του Μπούρικα το πήρανε, του Στέλιου το πήρανε, του γερο Γληγόρη το πήρανε. Εφτά άλογα πήρανε. Πήρανε και του Λουκά του Καντάρη τη φοράδα, που ήτανε γαστρωμένη και το βράδυ που τη δέσανε κει πέρα, γέννησε και του τη δώσανε πίσου. Τον ειδοποιήσανε να πάει να την πάρει. Ήτανε Μάρτης μήνας του 1941. Τον Απρίλη, ξανακάνανε και άλλη επίταξη.

Τότε μας καλέσανε και μας του πυροβολικού που ήμανε και γω. Μας καλέσανε 18 με 20 του Μάρτη. Μας πήγανε στην Αθήνα, στο Γουδί και από το Γουδί στο Μπέλες. Από το Γουδί, πήγαμε με τα μουλάρια και τα κανόνια φορτωμένα στο Ρουφ. Μπήκαμε στο τρένο και κατεβήκαμε στο Σιδηρόκαστρο. Εκεί ήτανε ένα χωριό, Αετοβούνι, ή Αετοχώρι, (Το Αετοβούνι ήταν τελικά) δεν θυμάμαι πως το λέγανε και ανεβήκαμε πάνου σε αυτό το χωριό. Στο δρόμο μας πέσανε ορισμένα μουλάρια από το βάρος και την ταλαιπωρία. Τα παρατάγαμε κει και το μουλάρι και το κανόνι. Πόμενε ο πυροβολητής και ο ημιονηγός. Το πρωί πηγαίνανε άλλοι, με άλλο μουλάρι να τα φορτώσουνε και να τα φέρουνε πάνου. Το κάθε κανόνι, γενότανε εφτά κομμάτια.

Παρασκευή μέρα ήτανε που ανεβήκαμε στο Μπέλες και είχε χιόνι. Σάββατο δέσαμε τα κανόνια, αλλά δεν τα εδραιώσαμε σε θέση βολής. Την Κυριακή το πρωί, 6 Απριλίου ήτανε, στις 4 η ώρα, αρχινήσανε τα πολυβόλα και κακαρίζανε (ρίχνανε). Πιάστηκε το πεζικό πρώτα. Είχαμε ένα λοχία του πυροβολικού, που ήτανε τραματίας από το μέτωπο της Αλβανίας. Είχε γυρίσει πίσου, έγινε καλά και μετά ήτανε με μας στο Μπέλες, δε γύρισε πάλι πίσου στο μέτωπο της Αλβανίας. Αυτός άκουσε τα πολυβόλα και μας λέει: Μας κηρύξανε τον πόλεμο οι άτιμοι. Είχε ιδέα από πόλεμο αυτός, από την Αλβανία που ήτανε. Εμείς οι άλλοι, δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Δεν είχαμε ιδέα από πόλεμο. Αμέσως φώναξε ο λοχαγός: Πυροβολητές, στη θέση σας. Πιάσαμε τα κανόνια, τα φιάξαμε, τα τραβήξαμε 4 μέτρα απόσταση το ένα από το άλλο και αρχινίσαμε και μεις μόλις έφεξε να ρίχνουμε. Μέχρι τις 11 η ώρα, ρίχναμε ανενόχλητοι. Μετά τις 11, πλακώσανε τα στούκας και μας βομβαρδίζανε. Παρατάγαμε τα κανόνια και τρέχαμε παρα ποκάτου να κρυφτούμε, για να μη μας βρίσκουν οι οβίδες τους. Μόλις φεύγανε τα στούκας, πηγαίναμε πάλι στη θέση μας και ξαναβάζαμε. Δεν είχανε βαρίσει τα κανόνια μας, δεν τα είχανε πετύχει. Αυτό το βιολί κράτησε μέχρι την Τρίτη 8 Απριλίου. Τη νύχτα δεν είχε αεροπλάνα, αλλά τη νύχτα δε ρίχναμε και μεις, γιατί δεν είχαμε στόχους να βαρίσουμε. Ρίχναμε μέσα-μέσα από καμία, για να πούμε ότι είμαστε κει. Την Τρίτη το μεσημέρι, προς το απόγεμα, την κοπανάει ο λοχαγός χωρίς να μας πει τίποτα και φεύγει από το παρατηρητήριο. Πήγε ο υπολοχαγός στη θέση του. Κατά τις 11 η ώρα τη νύχτα, μας φέρνουνε 7 Γερμανούς αιχμάλωτους. Τους είχε πιάσει το πεζικό και μας τους φέρανε να τους φυλάμε εμείς. Του λέει ένας δικός μας του υπολοχαγού: Τι τους φυλάμε κύριε υπολοχαγέ, να τους σκοτώσουμε. Τι λες ρε κακομοίρη του λέει. Σε μία ώρα θα είμαστε αιχμάλωτοι εμείς. Πραγματικά έτσι έγινε. Τους αιχμάλωτους Γερμανούς, ήρτε μία διμοιρία του πεζικού και τους περίλαβε. Στις 12 η ώρα τη νύχτα, έρχεται σήμα να υποχωρήσουμε

Δώσανε εντολή να αχρηστέψουμε τα κανόνια, να βγάλουμε τα κλείστρα και να τα κουλουρίσουμε από κει πο κάτου που ήτανε γκρεμός, για να μη τα βρούνε έτοιμα οι Γερμανοί. Το δρόμο που πήγαινε προς τη Δοϊράνη, τον είχανε επισημάνει οι Γερμανοί και βαράγανε με τα κανόνια στο δρόμο πυρά φραγμού, για να μη μας αφήσουνε να φύγουμε. Είχαμε μαζευτεί καμία διακοσαριά άτομα. Μετά ήρτανε και άλλοι του πεζικού. Ήτανε ένας από κει πέρα από την περιοχή, που ήξερε ένα δρόμο, που ήτανε στενός και κατήφορος, αλλά περπατιότανε. Αρχίσαμε και φεύγαμε από κει, δεν μας είχανε πάρει χαμπάρι οι Γερμανοί. Όμως ένας ηλίθιος που είχε ένα φακό, τον άναψε και το είδανε οι Γερμανοί και μας κάνανε πάλι πυρά φραγμού κει μέσα στο δρόμο. Εμείς είχαμε προλάβει και είχαμε προσπεράσει πιο κάτου, προς τη γέφυρα του Στρυμόνα και δε μας πιάσανε έμας. Ήμανε εγώ, ένας Νικόλαος Λιοτριβάρης, από το Μονόδρι και ένας Κων/νος Θεοδώρου από το Θεολόγο. Προλάβαμε και φτάσαμε στη γέφυρα του Στρυμόνα, το πο κει μέρος κατε την Καβάλα. Ήτανε χαράματα. Κάποια στιγμή, ακούσαμε στρατιώτες με κανόνια να’ ρχονται από την άλλη μεριά, στον αμαξουτό δρόμο. Δεν ξέραμε αν είναι Ελληνικά που οπιστοχωρούνε, ή Γερμανικά και φοβόμαστανε μη μας κυκλώσουνε και μας σκοτώσουνε. Ακούσαμε όμως κουβέντες και καταλάβαμε ότι είναι Έλληνες που οπιστοχωράγανε. Περάσαμε από τη γέφυρα κατε δω κατε τη Θεσσαλονίκη, όχι μόνο εμείς, αλλά πολύς στρατός. Άλλοι ήταν καβάλα πάνου στις σωλήνες στα κανόνια και άλλοι με τα πόδια. Λίγο πιο κάτου, ήτανε ένα χωριό. Το λέγανε Μεγαλοχώρι. Εκεί σταματήσανε και τα κανόνια και μεις όλοι και κόβαμε δέντρα, για να καμουφλάρουμε τα κανόνια να μην τα δούνε οι Γερμανοί. Κατε τις εννιά με δέκα η ώρα, περάσανε αεροπλάνα από πάνου και ρίξανε προκηρύξεις. Παραδοθείτε, γράφανε. Η Θεσσαλονίκη έπεσε. Ο Μπακόπουλος (ο στρατηγός) συνθηκολόγησε. Τι να κάνουμε; Ξεκινήσαμε μπουλούκια-μπουλούκια και πηγαίναμε προς τα κάτου, προς τη Θεσσαλονίκη. Αλλά που να πας; Ο δρόμος ήτανε άγνωστος. Φτάσαμε σε ένα χωριό, στην Ευαγγελίστρια. Εκεί βρήκαμε το λοχαγό που την είχε κοπανήσει. Είχε μαζέψει καμία εικοσαριά άτομα και ήθελε να γυρίσουμε πίσου και να πάμε στη Καβάλα και να παραδοθούμε στους Γερμανούς. Εμείς μαζί μας είχαμε και αυτό το λοχία, που ήτανε τραματίας από την Αλβανία. Του λέει αυτός του λοχαγού: Κύριε λοχαγέ, άμα θέλεις να πάεις και να παραδοθείς εσύ, μοναχός σου. Εμείς δεν ερχόμαστε. Και να θυμάσαι, ότι ο καπετάνιος φεύγει τελευταίος από το καράβι και δεν την κοπανάει πρώτος όπως έκανες εσύ. Τον παρατήσαμε και ξεκινήσαμε πάλι προς τα κάτου. Φτάσαμε το βράδυ, θα είχε κομα καμία μισή ώρα μέρα, σε ένα χωριό, στη κάτω Τζουμαγιά (σήμερα Ηράκλεια). Κει βράζανε οι στρατιώτες καλαμπόκι και φασόλια, ο καθένας τα δικά του, στη καραβάνα του για να φάνε. Οι γυναίκες του χωριού φωνάζανε να μην ανάβουμε φωτιές, γιατί θα τις δούνε οι Γερμανοί και θα μας βομβαρδίσουνε. Αυτές δεν ξέρανε κόμα, ότι έχουμε συνθηκολογήσει.

Κείνο το βράδυ, στριμωχτήκαμε σ’ ένα σπίτι να κοιμηθούμε, γιατί ήτανε νύχτα και δεν ξέραμε που να πάμε. Το πρωί ξεκινήσαμε πάλι. Βρήκαμε ένα αμαξουτό, τον πήραμε και προχωράγαμε. Φτάσαμε σε ένα χωριό, στη Κοντομηλιά και από κει σ’ ένα άλλο, λίγο πιο κάτου, στη Κοντοκερασά. Εκεί υπήρχαν αποθήκες με γαλέτες, με κουραμάνες, με τσιγάρα και με τέτοια. Τα κέρατά τους είχανε μέσα και τα φυλάγανε στρατιώτες. Δεν μας αφήνανε όμως να πάρουμε τίποτα. Από κει προχωρήσαμε και ήρταμε στου Λαχανά. Μετά βγαίνουμε σε ένα χωριό, στα Βασιλικά. Εκεί ήτανε ένας μέραρχος και είχε συγκεντρώσει τρεις με τέσσερις χιλιάδες κόσμο. Που ήθελε να τους πάει, δεν ξέρου. Εκεί ήτανε μαζεμένο και το υγειονομικό υλικό. Αυτοκίνητα είκοσι, τριάντα, δεν ξέρου πόσα ήτανε. Από κει πέρασε και ένας λοχίας του πυροβολικού καβάλα σε ένα άλογο. Δικός μας δεν ήτανε. Λέει αυτός ο λοχίας: Ρε παιδιά τι τα φυλάτε; Βάλτε φωτιά και κάφτε τα, θα τα παραδώσουμε στους Γερμανούς; Λέει ο στρατηγός: Πιάστε τον και δέστε τον. Έλα δω να με πιάσεις εσύ ρε, του λέει και σπιρούνισε το άλογο και έφυγε. Εμείς ξεκινήσαμε και φεύγαμε. Σιγά-σιγά τον παρατάγανε αυτόνε και φεύγανε όλοι. Μετά φτάσαμε σε ένα χωριό που ήτανε μπροστά από τη Θεσσαλονίκη και το λέγανε Ασβεστοχώρι. Στο Ασβεστοχώρι διανυκτερεύσαμε. Το πρωί ξεκινήσαμε για τη Θεσσαλονίκη. Φτάσαμε έξω από τη Θεσσαλονίκη σε ένα συνοικισμό, Γαλλικό τον ελέγανε. Εκεί μας δώσανε κάτι να φάμε και μας στρώσανε χάμου σε ένα τσιμέντο κάτι κουρελούδες για να κοιμηθούμε. Το πρωί σηκωθήκαμε και τραβήξαμε για τη Θεσσαλονίκη, για μέσα το κέντρο. Μείναμε στη Θασσαλονίκη 15 μέρες, στο σπίτι του αδερφού του Λιοτριβάρη, που ήτανε ή τελωνιακός, ή λιμενικός, δεν ξέρου. Αυτός με τον πόλεμο τα είχε παρατήσει και είχε έρτει δω στο Μονόδρι. Ανοιχτό ήτανε το σπίτι, δεν είχε τίποτα μέσα. Ήτανε πάροδος της Εγνατίας, οδός Καρόλου 5. Εκεί ήρτανε και ένας Σταμάτης Κοντογιάννης, από το Μονόδρι και ένας Πέτρος Γιαννακούρης από την Κάρυστο, ή από τον Πλατανιστό. Στη Θεσσαλονίκη βρήκαμε και άλλους Αγιωργήτες, όχι στο δικό μας σπίτι γιατί δε χωράγανε. Ήτανε ο Παναγής (Παναγιώτης Μόσχος), ο Φρίγκος (Ιωάννης Μπαχάρας) και ο Θανάσης ο Μπούρικας. Ο Θανάσης ο Μπούρικας, που δούλευε χρόνια στο φαρμακείο του Παπαστρατή, στη Χαλκίδα, έφιαξε ένα χαρτί, που έλεγε ότι είναι φαρμακοποιός και γύριζε τα φαρμακεία και έκανε έρανο για να μαζέψει λεφτά να γυρίσουμε. Έλεγε ότι είμαι συνάδελφος από την παλιά Ελλάδα, γυρίζου από το μέτωπο και χρειάζομαι λεφτά για να γυρίσου πίσου. Μάζεψε 300 δραχμές. Του λέου εγώ: Ρε κουμπάρε, δε μου δώνεις και μένανε ένα τέτοιο χαρτί να γυρίζου να μαζέψου και γω; Ναι μου λέει, αλλά να πάεις από αυτή τη μεριά, γιατί από δω έχου περάσει εγώ, να μη γίνουμε ρεζίλι. Μου έδωσε το χαρτί και πήγα και μάζεψα και γω 150 δραχμές.

Μετά κατέβηκα στη παραλία της Θεσσαλονίκης. Εκεί βρήκα έναν Αμπελιώτη, τον Λοΐζο Γεροντίτη και έναν Φράγκα από το Βασιλικό. Τον Φράγκα δεν τον γνώριζα. Ο Λοΐζος μόλις με είδε με αγκάλιασε και με φίλαγε. Ρε Γιαγκούλα, μου λέει, τι κάνεις, πεινάεις; Πεινάου του λέου, έχου ψοφήσει από την πείνα. Με πήγε και φάγαμε και ήτανε η τσέπη του γεμάτη μάρκα. Πολλά λεφτά. Του λέου: Που τα βρήκες ρε κερατά αυτά τα λεφτά, τα έκλεψες από τους Γερμανούς; Όχι ρε, μου λέει. Είναι δω πάνου ένας έμπορας Θεσσαλονικιός, που παίρνει μούστο από τα Αμπέλια και μου έδωσε τα λεφτά προκαταβολή, για να έρτει τον Οχτώβρη στ’ Αμπέλια και να πάρει το μούστο.

Μου λέει μετά ο Λοΐζος: Γιάννη, έρχεσαι να φύγουμε και να περάσουμε με το καΐκι στον Πλαταμώνα; Του λέου: Μένου μαζί με άλλα τέσσερα άτομα στο ίδιο δωμάτιο. Θα πάου να τους ειδοποιήσου και άμα έρχονται εντάξει. Εγώ πάντως θα έρτου. Γύρισα πίσου, τους βρήκα και τους λέου: Παιδιά βρήκα έναν Αμπελιώτη, που μας κάνει τα ναύλα μέχρι τον Πλαταμώνα. Θέλετε να έρθετε; Αυτοί δε θελήσανε νάρθουνε. Ούτε ο Παναγής που του το είπα ήθελε να έρτει. Καθέτανε μπροστά στην Παναγία και ζητιάνευε, μαζί με άλλους καμία δεκαριά. Ο Φρίγκος και ο Θανάσης ο Μπούρικας, είχανε φύγει μπροστά από μένανε, με το καΐκι για τον Πλαταμώνα και αυτοί. Πήγα κάτου στην παραλία, βρήκα το Λοΐζο και τον Φράγκα, του πήρα 30 μάρκα, τριάντα δραχμές είχε το μάρκο και μπήκαμε στο καΐκι. Ήτανε απόγευμα. Το βράδυ, μόλις βασίλευε ο ήλιος φτάσαμε στον Πλαταμώνα. Εκεί βρήκαμε τον Φρίγκο και τον Θανάση τον Μπούρικα. Πάμε να φύγουμε τους λέμε. Εγώ δεν έρχομαι, λέει ο Φρίγκος. Ο Θανάσης ο Μπούρικας ήρτε κοντά μας. Προχωρήσαμε κάνα δύο ώρες, κουραστήκαμε και καθίσαμε να ξεκουραστούμε. Ήτανε και νύχτα. Ο Θανάσης ο Μπούρικας ξάπλωσε και έβγαλε και τα παπούτσια του. Μετά από λίγη ώρα σηκωθήκαμε για να φύγουμε. Άντε κουμπάρε του λέου, πάμε να φύγουμε. Ήτανε νύχτα, αλλά είχε και φεγγάρι. Δεν μπορού μου λέει, είμαι κουρασμένος. Θα μείνου εδώ. Εσεις φευγάστε. Έμεινε ο Θανάσης και εμείς ξεκινήσαμε. Προχωράγαμε, αλλά δεν ξέραμε που να πάμε. Πήραμε ένα δρόμο και πηγαίναμε. Μετά από κάμποση ώρα δρόμο, είδαμε κάτι φώτα. Να η Λαμία, λέει αυτός ο Φράγκας, αλλά πάλι σίγουροι δεν είμαστανε. Βρίσκουμε πιο κάτου ένα γέρο, που φύλαγε κάτι πρόβατα. Ρε μπάρμπα, του λέμε, αυτά τα φώτα που φαίνονται κει κάτου, είναι η Λαμία; Ποια Λαμία ρε παιδιά, τα Τρίκαλα είναι. Γυρίζου και του λέου του Φράγκα: Σου το λεγα εγώ ότι δεν είναι η Λαμία, αλλά εσύ δε με πίστευες. Αφού έχου κάνει δέκα μήνες στρατιώτης στη Λαμία και την ξέρου. Η Λαμία έχει βουνό πο πάνου. Το βουνό δω που είναι; Δεν υπάρχει. Έτσι γυρίσαμε πίσου και πήραμε τον άλλο δρόμο που πήγαινε προς τα κάτου.

Όπως ερχόμαστανε, βρίσκουμε ένα νερόμυλο. Του γυρεύουμε ψωμί. Δεν είχε. Του λέμε: Μήπως έχεις αλεύρι, για να ψήσεις κάτι να φάμε; Δεν έχου λέει. Τι να κάνουμε; Προχωρήσαμε και βρήκαμε ένα χωριό πιο πέρα. Τους γυρέψαμε να μας δώσουνε λίγο ψωμί. Δεν είχανε ψωμί και μας δώσανε από ένα κομμάτι μπομπότα. Όπως καταλάβαμε όμως, είχανε και ψωμί, αλλά δεν μας δώσανε. Την μπομπότα , δεν την πληρώσαμε όμως. Τους είπαμε να τους δώσουμε λεφτά, αλλά δεν παίρνανε. Δεν μας βάλανε σε σπίτι να κοιμηθούμε, αλλά μας στείλανε και κοιμηθήκαμε στα θρανία στο σχολείο. Κείνος ο Φράγκας, έκλεψε και ένα κόκορα. Άσπρος ήτανε. Είπαμε να τον σφάξουμε, αλλά δεν τον σφάξαμε όμως. Τον κράταγε ο πούστης μία βδομάδα που ερχόμαστανε και τον έφερε στο Βασιλικό.

Το πρωί σηκωθήκαμε και ξεκινήσαμε πάλι. Ήτανε η τρίτη μέρα που περπατάγαμε μετά τον Πλαταμώνα. Μία μέρα ολόκληρη περπατάγαμε, για να βρούμε χωριό. Όμως το χωριό που φτάσαμε, ήτανε ερειπωμένο. Είχανε φύγει, δεν υπήρχε κόσμος εκεί πέρα. Κάτι γέροι και κάτι γριές ήτανε. Τους γυρέψαμε ψωμί, τίποτα. Κείνο το βράδυ μείναμε νηστικοί. Το πρωί συνεχίσαμε να προχωράμε. Ήτανε η τέταρτη μέρα. Κάποια στιγμή επιτέλους, πέσαμε μέσα στον αμαξουτό και μετά ερχόμαστανε κανονικά προς τα κάτου. Δεν κυκλοφορούσε κανένα αυτοκίνητο. Απολύτως τίποτα. Όλη τη νύχτα πηγαίναμε στον αμαξουτό και ερχόμαστανε προς τα κάτου. Μόλις έφεξε, είδαμε ότι σε κείνο το μέρος είχε γίνει μάχη ανάμεσα σε Έλληνες, Άγγλους και Γερμανούς. Είδαμε ανθρώπους σκοτωμένους, μουλάρια σκοτωμένα και αυτοκίνητα καμένα.

Προχωρήσαμε προς τα κάτου. Φτάσαμε στο Λιανοκλάδι, από τη Λαμία πόξου. Πήγαμε να περάσουμε τη γέφυρα του Σπερχειού, αλλά ήτανε ανατιναγμένη και ήτανε μέσα στο ποτάμι πεσμένη, μία μηχανή και τρία βαγόνια. Πατήσαμε στα βαγόνια πάνου και στη μηχανή και κολήσαμε (περάσαμε) από την πο πέρα μεριά από το ποτάμι. Βρήκαμε ένα χωριό πιο πέρα. Μας δώσανε λίγο ψωμί, το πληρώσαμε βέβαια και ερχόμαστε στη γέφυρα της Παπαδιάς. Και αυτή ανατιναγμένη. Είχε πιο πέρα τρεις γαλαρίες, που τις περάσαμε σκοτάδι, με το πόδι κολλημένο συνέχεια πάνου στο σίδερο, στη γραμμή του τρένου, για να μη ξεφύγουμε και σκοντάψουμε πάνου στον τοίχο.

Φτάσαμε στη Λειβαδιά. Στη Λειβαδιά είχε τρένο μέχρι τη Θήβα. Κοιμηθήκαμε το βράδυ στο σταθμό και το πρωί ξυπνήσαμε και φύγαμε. Μετά από τη Θήβα, με τα πόδια φτάσαμε στο Σχηματάρι. Στο Σχηματάρι το απόγεμα είχε τρένο για τη Χαλκίδα. Αυτοί μείνανε, ο Φράγκας με το Λοΐζο, για να πάρουνε το τρένο. Εγώ έφυγα. Πήγα στο Στενό, μπήκα σε μία βάρκα, έδωσα ένα τάλιρο και βγήκα στη Χαλκίδα. Εκεί που πήγα στη Χαλκίδα, βρήκα κάτι Αμπελιώτες, γέρους βέβαια, όχι νέους. Λεωφορείο για δω, για το χωριό είχε το απόγεμα και είχα περιθώριο για να καθίσου λίγο. Το πραχτορείο ήτανε κει, στην Αγία Βαρβάρα. Εκεί με ρωτήσανε κάτι Αμπελιώτες, αν είδα το Λοΐζο. Λέου: Τον είδα. Στάσου ρε μου λένε, τον είδες στ’ αλήθεια; Γιατί είναι ο πατέρας του δω, μου λένε και κλαίει ο άνθρωπος. Ήρτε κει και ο πατέρας του. Κάποιος φαίνεται τον ειδοποίησε. Ρε Γιαγκούλα, μου λέει, τον είδες; Τον είδα του λέου, μαζί ήρταμε, αλλά αυτός έμεινε στο Σχηματάρι και θα έρτει το απόγεμα με το τρένο. Πήγαμε φάγαμε, τα πληρώσανε όλα αυτοί από τη χαρά τους. Μου λέγανε να μείνου και στ’ Αμπέλια κείνο το βράδυ. Τους λέου ότι δεν μένου, γιατί είμαι γεμάτος ψείρες. Στο δρόμο, στο λεωφορείο, μου ζητάγανε να πληρώσου εισιτήριο. Εγώ είχα λεφτά, αλλά δεν πλήρωνα όμως. Στρατιώτης που γύριζε από το μέτωπο και να πληρώνει εισιτήριο; Που ακούστηκε.

Στο χωριό που ήρτα, το πρώτο βράδυ κοιμήθηκα όξου, γιατί είχα ψείρες. Ήτανε Μάϊος μήνας. Αρχές Μαΐου.

Θα συνεχίσουμε σε λίγο καιρό με την 4η συνέχεια.

Μπορείτε να δείτε πιο κάτω κάποια συμπληρωματικά στοιχεία από αυτά που αναφέρει ο παππούς μου στο κείμενο και ένα μικρό χάρτη της περιοχής με το Σιδηρόκαστρο, το Αετοβούνι, το Μεγαλοχώρι κ.λ.π.

Στην αρχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αντιστράτηγος Μπακόπουλος υπηρετούσε ως Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) στην γραμμή Μεταξά, μία σειρά από περίπου 20 οχυρωματικά έργα κατά μήκος των Ελληνο-Βουλγαρικών συνόρων – δηλαδή ένα Ελληνικό ανάλογο της Γαλλικής Γραμμής Maginot (βλέπε επίσης την Μάχη Γραμμής Μεταξά). Ο Μπακόπουλος και οι άνδρες του απέκρουσαν επιτυχώς τα γερμανικά στρατέυματα 5η και 6η ορεινές μεραρχίες του XVIII Ορεινού Σώματος Στρατού), κατά τη διάρκεια αιματηρών μαχών που διήρκεσαν λίγες μέρες, συμπεριλαμβανομένης και της περίφημης σήμερα Μάχης του Οχυρού Ρούπελ.

Οι Γερμανοί τελικά εισέβαλαν στην Ελλάδα στις 9 Απριλίου 1941, μετά την κάμψη της ελληνικής αντίστασης ανατολικά του ποταμού Αξιού. Εισέβαλαν από την Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία, η οποία είχε ήδη συμμαχήσει με τους Γερμανούς. Η επίθεση εναντίον της γραμμής Μεταξά ξεκίνησε από την Βουλγαρία και είχε την υποστήριξη πυροβολικού και βομβαρδιστικών. Και οι δύο πλευρές, Έλληνες και Γερμανοί, υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Εν τω μεταξύ, η Γερμανική 2η Μεραρχία Τεθωρακισμένων (του XVIII Ορεινού Σώματος Στρατού) προχώρησε μέσω Γιουγκοσλαβικού εδάφους προς νότον, στράφηκε προς ανατολάς, νοτίως της γραμμής Μεταξά, και κατέλαβε την Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου. Έτσι, το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας αποκόπηκε από την κυρίως Ελλάδα. Τότε και μόνο, ο Μπακόπουλος διαπραγματεύθηκε ένα έντιμο τέλος των εχθροπραξιών, την 10η Απριλίου και ώρα 13:00, για να διασώσει τους άνδρες του και να προλάβει τον βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης. Αυτή η ανακωχή έγινε σε συνεννόηση με τον Στρατηγό Παπάγο, επικεφαλής της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης στην Αθήνα. Ήταν μια τακτική, μια κίνηση ανάγκης που με κανέναν τρόπο δεν σήμαινε την παράδοση του Ελληνικού Λαού (Από τη Βικιπαίδεια)