Λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα

-Ρε παππού εσύ θυμάσαι ποιόν είχες παππού;

Ήταν μία από τις πρώτες ερωτήσεις που έκανα στον παππού μου όταν ήμουν μικρός. Ο παππούς μου (ο Γιάννης ο Μούντριχας, ή πιο γνωστός σαν «ο Γιαγκούλας») χαμογέλασε, με κοίταξε στα μάτια για να καταλάβει αν μιλάω σοβαρά, ή αν του κάνω πλάκα και μου λέει με ύφος που έχει κάποιος που θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο κυνηγό, ή μεγάλο ψαρά και εσύ τον ρωτάς αν ξέρει από κυνήγι, ή από ψάρεμα.

-Πως δεν θυμάμαι ρε παιδί μου, τον παππού μου δεν θυμάμαι; Τι λόγια είναι αυτά που μου λες; Και συνέχισε χωρίς δεύτερη κουβέντα.

-Τον παππού μου τον λέγανε Κυριάκο, ήταν ένας κοντός μαυριδερός γέρος με άσπρα μαλλιά, λίγο καμπουρός και κάθε φορά που ερχότανε στο χωριό για να μας δει (γιατί έμενε στον Κρεμαστό), αγνάντευε από δω κάτου από την Συληβρία και ή θα είχε περασμένο στο μπαστούνι του, που το έβαζε στον ώμο του, κανένα αμπίφανο, ή θα κράταγε στα χέρια του κανένα ξυλάτσι για το τζάκι, ή κανένα φαγώσιμο, άμα ήτανε καλοκαίρι, ή τέλος πάντων κάτι θα έφερνε για το σπίτι, γιατί τον θυμάμαι να λέει ότι: « Άμα γυρίζεις στο σπίτι πρέπει κάτι να του φέρνεις, γιατί αλλιώς το σπίτι σε μουτζώνει». Και συνέχιζε να μιλάει για τον παππού του. Όρεξη και υπομονή να είχες να τον ακούς. Και εγώ είχα και όρεξη και υπομονή και μάλιστα πολύ μεγάλη.

Όταν τελείωνε αυτά που εγώ ήθελα να ακούσω και μου άλλαζε κουβέντα (για να σταματήσει ούτε λόγος) τον επανέφερα εκεί που ήθελα.

-Καλά ρε παππού αφού τον παππού σου τον λέγανε Κυριάκο, εσένα γιατί σε «βγάλανε» Γιάννη;

-Είναι ρε παιδί μου μία άλλη ιστορία αυτή. Όταν ήμανε μικρό είχα αρρωστήσει λίγο. Ο πατέρας μου όλη την ημέρα ήτανε στο χωράφι. Το βράδυ που γύρισε, του λένε η μάννα μου η Χρυσή και αυτή η ρουφιάνα η πεθερά του η Μηλιώ ότι: «Προκόπη μου το παιδί χειροτέρεψε και για να μην πεθάνει αβάφτιστο το βαφτίσαμε στον αέρα Γιάννη». Γιάννη λέγανε τον παππού μου από τη μάνα μου, τον άντρα της Μηλιώς. Θέλανε και οι δύο, μάνα και κόρη να με «βγάλουνε» Γιάννη και όπως φαίνεται τα καταφέρανε.

Όπως θα καταλάβατε το «ρε παιδί μου» ήταν η εισαγωγή σε όσα λέγαμε με τον παππού μου. Έτσι άρχιζε να μιλάει πάντοτε, όχι μόνο με εμένα αλλά και με τον υπόλοιπο κόσμο. Όσο ο παππούς μου έλεγε, τόσο εγώ τον ρωτούσα. Τον ρωτούσα για τον πατέρα του, για την μάννα του, για τους παππούδες και τις γιαγιάδες του και γενικά για όλο μας το σόϊ. Και είχε πάντοτε απαντήσεις. Στην αρχή τον άκουγα μόνο. Είχα ακούσει μία και δύο και τρεις πολλές φορές την κάθε ιστορία. Μετά μου μπήκε στο μυαλό η ιδέα να τα γράφω κάπου όλα αυτά για να τα έχω. Έτσι ξεκίνησα. Στην αρχή έγραφα μόνο για το σόϊ μας, τους Μουντριχαίους. Ο παππούς μου έλεγε και εγώ έγραφα. Πολλές φορές αντί να ψάχνω να τον βρω εγώ για να γράψουμε με έψαχνε εκείνος. Ερχόταν εκεί που έπαιζα και μου έλεγε.

-Τι θα γίνει ρε θα γράψουμε τίποτα σήμερα;

-Θα γράψουμε ρε παππού αλλά περίμενε λίγο να βραδιάσει τώρα παίζω.

Έφτανε το βράδυ και αρχίζαμε. Ήταν χείμαρρος. Τις περισσότερες φορές δεν προλάβαινα να γράφω αυτά που μου έλεγε.

-Πιο σιγά ρε παππού δεν προλαβαίνω.

-Καλά ρε παιδί μου γράφε εσύ και εγώ τα ξαναλέου για να προλαβαίνεις.

Για να τον προλαβαίνω αυτοσχεδίαζα. Είχα επινοήσει διάφορα σχέδια και σύμβολα, όπως κάνουν στην στενογραφία. Αλλιώς συμβόλιζα τα αγόρια, αλλιώς τα κορίτσια, αλλιώς τους άντρες ή τις γυναίκες που ήταν παντρεμένοι, αλλιώς τους ανύπαντρους κλπ. Δεν είχα έτοιμο πλάνο για να το συμπληρώνω. Αυτός ο τρόπος δουλειάς κράτησε 2-3 χρόνια. Ήταν πολύ δύσκολη δουλειά αλλά μου άρεσε. Αργότερα όταν εμφανίστηκαν τα φορητά κασετοφωνάκια, μπορούσες να μαγνητοφωνήσεις ότι θέλεις και να κάνεις την απομαγνητοφώνηση με την ησυχία σου. Έτσι ο παππούς μου γλύτωσε από το «πιο σιγά ρε παππού δεν προλαβαίνω» και εγώ από την απίστευτη πίεση που είχα για να τον προλαβαίνω. Ήταν φανερή η ικανοποίησή του που τον άφηνα να μιλάει όσο θέλει χωρίς να τον «κόβω».Το έβλεπες στα μάτια του κάθε φορά που καθόμασταν για να τα πούμε.

Ήταν ευτυχισμένος. Εγώ τον άφηνα. Δεν με ένοιαζε αν αυτά που έλεγε ήταν για το θέμα που κουβεντιάζαμε. Τον άφηνα να βγει και «εκτός θέματος» Έτσι κι αλλιώς με την απομαγνητοφώνηση εγώ θα τα έβαζα στη θέση τους. Κάποια στιγμή τελειώσαμε με τους Μουντριχαίους. Είχα γεμίσει τρία τετράδια πενηντάφυλα. Μετά όμως ; Τι κάνουμε; Είχαμε και οι δύο συνηθίσει στο να λέει ο ένας και να ακούει ή να γράφει ο άλλος. Ένα βράδυ λοιπόν εκεί που καθόμασταν, τον ρωτάω.

-Ρε παππού αυτά που γράψαμε για το σόϊ μας, ξέρεις να μου τα πεις και για τους άλλους χωριάτες τους Αγιωργήτες;

-Έ ρε παιδί μου, ότι ξέρου θα σου το που, ότι δεν ξέρου ρώτα και εσύ κανένα δικό του άνθρωπο για να σου τα πει και να μάθεις.

Ευτυχώς και για μένα αλλά και για το χωριό μας, γιατί όπως φάνηκε στην πορεία, αυτός ο άνθρωπος ήταν κινητό ληξιαρχείο. Θυμόταν πάρα πολλά. Πιστεύω ότι αν δεν ήταν ο παππούς μου, δεν θα υπήρχαν σήμερα τα γενεαλογικά δένδρα του χωριού μας, που πιστεύω (όχι γιατί τα έχω κάνει εγώ), ότι είναι μια εργασία σημαντική για το χωριό μας. Μακάρι όλα τα χωριά να είχαν τα γενεαλογικά τους δένδρα, για να βρίσκουν όσοι επιθυμούν λίγες ή αρκετές από τις ρίζες τους.

Ξεκινήσαμε λοιπόν την πολύ πιο μεγάλη προσπάθεια με τον ίδιο τρόπο, τα ίδια μέσα, τα ίδια σύμβολα και την ίδια όρεξη. «Πιάσαμε» τους Αγιωργήτες σπίτι-σπίτι για να μην ξεχάσουμε κανέναν. Θυμάμαι αρχίσαμε από τα Περναράτσα και από το σπίτι του Αρβανίτη.(σήμερα αυτό το σπίτι δεν υπάρχει). Συνεχίσαμε για πολύ καιρό, αλλά δεν είχε τελειωμό. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτή η καταγραφή. Αυτό βέβαια δεν οφείλετε μόνο στον πολύ μεγάλο αριθμό οικογενειών και ατόμων που έπρεπε να καταγράψουμε, αλλά και σε δύο άλλους σημαντικούς λόγους. Πρώτος λόγος. Έφυγα από το χωριό σε ηλικία 15-16 χρονών για να συνεχίσω το σχολείο στην Αθήνα. Άρα τον παππού μου τον έβλεπα μόνο τις αργίες τις γιορτές και τα καλοκαίρια. Τα Σαββατοκύριακα δεν ήταν εύκολο να κάνεις το δρομολόγιο Αθήνα - χωριό. Δεν ήταν οι συνθήκες όπως είναι σήμερα. Δεύτερος λόγος. Όπως έγραψα και πιο πάνω άφηνα τον παππού μου να λέει ότι θέλει. Αρχίζαμε με τα γενεαλογικά δένδρα και φτάναμε και που δεν φτάναμε. Κοιτάζω τα χαρτιά μου σήμερα και βλέπω να έχουμε γράψει τόσα, που και εγώ ο ίδιος τα έχω ψιλοξεχάσει. Βλέπω να έχουμε γράψει για όλες τις γεωργικές εργασίες (σπορά, θέρος, αλώνισμα, τρύγο κλπ.), για το πώς και που έκαναν τα πανηγύρια εκείνα τα χρόνια, για τον πόλεμο του 1940 (είχε πολεμήσει τους Γερμανούς στο βουνό Μπέλες στα οχυρά του Ρούπελ), για τα υπόγεια στο «Έτζι»,στον Άγιο Λουκά, στην Τσούκα, στο Λαύριο, στις «Λάρμες», για την απεργία και τα επεισόδια στο λιγνιτωρυχείο στον Άγιο Λουκά, για την σύλληψή του (μαζί με τον αδελφό του τον Μήτσο) το 1941 από τους….Γερμανούς, για την ομηρεία του στα στρατόπεδα της Γερμανίας, για την περιπετειώδη επιστροφή του στην Ελλάδα και για πολλά άλλα που δεν «κολλάνε» εδώ.

Έτσι με αυτά και με άλλα πολλά που γράψαμε, καθυστέρησε η ολοκλήρωση των γενεαλογικών δένδρων. Τέλος πάντων κάποια μέρα (ή μάλλον νύχτα) τελειώσαμε. Ο λόγος το χει ότι τελειώσαμε, γιατί όταν άρχισα να το καθαρογράφω συνεχώς τον ρωτούσα - «Ρε παππού γιατί εδώ γράφουμε έτσι, γιατί εκεί γράφουμε αλλιώς γιατί-γιατί ;…» Παράλληλα ρωτούσα τους γέρους και τις γριές του χωριού για να ξεδιαλύνω κάποιες απορίες που είχα. Επίσης τους ρωτούσα και για να συμπληρώσω και με άλλα στοιχεία, όπου αυτά υπήρχαν και δεν μου τα είχε πει ο παππούς μου. Μερικές φορές μου τύχαιναν μπερδεμένες ιστορίες που για να τις ξεμπερδέψω έπρεπε να πάω να ρωτήσω και σε άλλα διπλανά χωριά. Στην αρχή με πήγαινε ο πατέρας μου γιατί δεν είχα αυτοκίνητο, μετά όμως που απέκτησα δικό μου αυτοκίνητο πήγαινα μόνος μου.

Κάποια στιγμή ήλθε το τέλος της «συγκομιδής». Και τώρα τι γίνεται; Τα μάζεψα όλα αυτά που ήθελα αλλά τι να τα κάνω; Αν τα άφηνα έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να τα διαβάσει κανείς. Όπως σας είπα και πιο πάνω χρησιμοποιούσα σχέδια και σύμβολα που τα καταλάβαινα μόνο εγώ, άρα για όλους τους άλλους θα ήταν άχρηστα. Εγώ όμως ήθελα να μείνουν, γι αυτό άλλωστε και τα έγραψα. Τότε δεν ήμουν ακόμα μαθηματικός, παρ όλα αυτά λειτούργησα προς την σωστή κατεύθυνση, σαν μαθηματικός. Και αυτό το λέω γιατί όπως βλέπω και αντιγράφω σήμερα (μετά από 35-40 χρόνια) από το βιβλίο «Μαθηματικά και στοιχεία Στατιστικής» της Τρίτης Λυκείου (μάθημα που δίνουν οι υποψήφιοι στις Πανελλήνιες εξετάσεις) ότι: «Σε κάθε έρευνα που κάνουμε διακρίνουμε τρία στάδια: Την συλλογή του υλικού, την επεξεργασία και παρουσίασή του και τέλος την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων».

Εγώ την συλλογή του υλικού την είχα κάνει. Έπρεπε τώρα να προχωρήσω στο δεύτερο στάδιο, δηλαδή να κάνω την επεξεργασία και την παρουσίασή του. Για το τρίτο στάδιο (τα χρήσιμα συμπεράσματα) θα μιλήσουμε στο τέλος αυτού του βιβλίου. Στο ίδιο βιβλίο της Γ Λυκείου γράφει: «Μετά τη συλλογή του υλικού είναι αναγκαία η κατασκευή πινάκων ή γραφικών παραστάσεων, ώστε να είναι εύκολη η κατανόησή του και η εξαγωγή σωστών συμπερασμάτων». Καταλάβαινα από τότε ότι πρέπει να κάνω κάτι σαν πίνακα, ή διάγραμμα για να μπορεί ο καθένας να βλέπει εύκολα αυτό που θέλει. Πώς να τον κάνω όμως; Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, εκτυπωτές κλπ, τότε δεν υπήρχαν (μάλλον δεν είχα). Πήγα λοιπόν και αγόρασα άσπρο χαρτί σε ρολό πλάτους ενός μέτρου και πολύ μεγάλου μήκους.( Ένα μέρος από αυτό το χαρτί που μου απέμεινε, το κρατάω κιτρινισμένο πλέον μέχρι και σήμερα για ενθύμιο.) Πήρα μολύβι, γόμα και χάρακες και άρχισα να σχεδιάζω για κάθε άτομο ένα ορθογώνιο και μέσα σε αυτό έγραφα με μολύβι (για να μπορώ να κάνω όπου χρειαστεί διορθώσεις) αυτά περίπου που υπάρχουν και στα σημερινά γενεαλογικά δένδρα που ξέρετε. Η διαφορά με τα σημερινά ήταν στη φορά των κλωναριών (τα βελάκια στα παλιά, άρχιζαν από το πάνω μέρος της σελίδας και πήγαιναν προς τα κάτω. Αργότερα σκέφτηκα ότι οι ρίζες είναι κάτω και τα κλωνάρια προς τα πάνω και έτσι τα άλλαξα). Τώρα τι όρεξη και τι υπομονή είχα ένας θεός το ξέρει. Για να καταλάβετε, δείτε τα σημερινά γενεαλογικά δένδρα που υπάρχουν στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού ή επισκεφτείτε το agiorgitatsi .grκαι υπολογίστε χρόνο και προσπάθεια για να κάνει ένας άνθρωπος μόνος του όλα αυτά με το χέρι. Τέλος πάντων για να μην γράφω πολλά θα σας δείξω ένα μέρος αυτού του έργου για να δείτε πως ήταν τότε. (πολλοί μπορεί να τα θυμάστε γιατί τα είχα εκθέσει για πρώτη φορά στα Αρτεμήσια του 198..).

Λιάπηδες Δέντρο Η κλήρωση που έκανα για να τοποθετήσω στην τύχη μια οικογένεια, μου έβγαλε τους Λιάπηδες..

Από ότι θυμάμαι τότε δεν είχαν κάνει στον κόσμο και ιδιαίτερη εντύπωση και αυτό ήταν μάλλον φυσιολογικό. Τώρα που το σκέφτομαι, καταλαβαίνω ότι ο κόσμος είχε δίκιο, γιατί δεν ήταν εύκολο στον καθένα να σκύψει και να διαβάσει κάτι που και καλά δεν φαινότανε, (ήταν γραμμένα με μολύβι και με μικρά γράμματα) και χρώμα δεν είχαν και φωτογραφίες δεν είχαν και σχόλια δεν υπήρχαν και γενικά δεν έμοιαζαν και πολύ με τα σημερινά γενεαλογικά δένδρα. Ας πούμε ότι ήταν ο πατέρας ή η μάνα των άλλων γενεαλογικών δένδρων που ακολούθησαν.

Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια. Ήταν όλα αυτά τα χρόνια που ο Σύλλογος των απανταχού Αγιωργητών υπήρχε μόνο στα χαρτιά. Στο διάστημα αυτό εγώ δεν σταμάτησα. Συνέχισα να ασχολούμαι με τα γενεαλογικά δένδρα αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο και κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες, γιατί είχαν αρχίσει να μπαίνουν σιγά-σιγά στη ζωή μας οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Είχα την « τύχη ; » να ασχοληθώ με αυτό το νέο εργαλείο από τις πρώτες μέρες που εμφανίστηκε. Στην αρχή λίγο στο Πανεπιστήμιο που το είχαμε σαν μάθημα και μετά με πολύ δουλειά και πολύ όρεξη σε ένα σεμινάριο αρκετών ημερών για καμιά τριανταριά πρωτοδιόριστους μαθηματικούς που έγινε στις Σπέτσες το 1980 νομίζω. Στις μέρες του σεμιναρίου μάθαμε αρκετά για τους υπολογιστές, γιατί οι δυνατότητες που είχαν τότε αυτά τα «μηχανάκια» (λειτουργούσαν με κασέτες μαγνητοφώνου) δεν έχουν καμία σχέση με τα σημερινά «τερατάκια». Εξάλλου η γνώση αυτού του αντικειμένου έχει να κάνει πιο πολύ με το μεράκι και το χρόνο που διαθέτει ο καθένας για να ασχοληθεί μαζί του και όχι μόνο με τα μαθήματα που θα του κάνουν. Θυμάμαι όταν έκανα, στο πρώτο γενεαλογικό δένδρο που έφτιαξα, τα ορθογώνια κουτάκια με το χέρι. Έλεγα τότε μέσα μου, γιατί μου «έτρωγε» πολύ χρόνο αυτή η διαδικασία: «Να υπήρχε θεέ μου ένας τρόπος, να κάνω τουλάχιστον μαζεμένα πολλά άδεια ορθογώνια και βελάκια , (αφού ήταν όλα ίδια) να τα βάλω στην άκρη, να τα έχω έτοιμα και μετά, ας τα παίρνω ένα-ένα και ας γράφω με το χέρι σε καθένα ξεχωριστά το περιεχόμενό του. Αυτό δεν με πείραζε γιατί το περιεχόμενο ήταν πάντοτε κάτι καινούριο και διαφορετικό και μου άρεσε να το γράφω. Τα κουτάκια και τα βελάκια με νευρίαζαν και με κούραζαν περισσότερο. Φανταστείτε πως ένοιωσα όταν άρχισα να κάνω με τον υπολογιστή μου τα πρώτα ορθογώνια κουτάκια και τα πρώτα βελάκια. Τρελάθηκα από τη χαρά μου. Μπορούσα με ένα «κλικ» να κάνω όσα ορθογώνια και όσα βελάκια χρειαζόμουνα, να τα μεγαλώνω, να τα μικραίνω, να τα μετακινώ, να τα στρίβω, να τα στοιχίζω, να τους βάζω χρώμα, να γράφω μέσα σε αυτά, ότι και όπως ήθελα, να -να -να …Τόσο πολύ είχα ενθουσιαστεί, που κάποια στιγμή, για πολύ λίγο βέβαια, πίστεψα ότι με άκουσαν και ότι ανακάλυψαν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ειδικά για μένα, για να μπορώ να κάνω εύκολα τα γενεαλογικά δένδρα.

Όπως καταλαβαίνετε ήμουν σαν τον τυφλό που βρίσκει το φως του. Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά ( τη νύχτα πάλι, γιατί την ημέρα είχα το Σχολείο και…). Τα πρώτα γενεαλογικά δένδρα με την νέα τεχνολογία τα έκανα για όσους ξέρουν, στο «Excel». Μη νομίζετε ότι έγιναν μέσα σε μία νύχτα. Είχαν και αυτά πολύ δουλειά αλλά δεν είχαν καμία σχέση με τα χειρόγραφα. Όταν τα πήγα για εκτύπωση μου είπαν «οι ειδικοί» του τυπογραφείου ότι θα ήταν πολύ καλύτερο (όπως κατάλαβα αργότερα θα διευκόλυνε αυτούς, γιατί αυτοί ήξεραν και δούλευαν με το «Corel») αν τα είχα κάνει στο «Corel» αντί για το «Excel». «Τρελού μουρλού» το λες ξεκινάω για τα επόμενα. Κάνω και πάλι όλα τα γενεαλογικά δένδρα και στο «Corel», μετά κάνω και άλλα επόμενα και έτσι συνεχίζω μέχρι και σήμερα. Κάθε τι νέο που εμφανίζεται το χρησιμοποιώ για να βελτιώνω τα γενεαλογικά δένδρα που έχετε μπροστά σας. Τα γενεαλογικά δένδρα που υπάρχουν στην αίθουσα του Δημοτικού σχολείου του χωριού μας είναι έκδοση του 2005 όταν πρόεδρος του Συλλόγου ήταν ο Γιώργος ο Βάσσος. Ο άνθρωπος που με πλησίασε και μου ζήτησε αν έχω κάτι, (μου διευκρίνισε ότι ενδιαφέρεται για τα γενεαλογικά δένδρα που είχα εκθέσει παλαιότερα σε χειρόγραφα) να το εκθέσω στα Αρτεμήσια, ήταν ο Στάθης ο Ρήγας. Δέχτηκα την πρότασή του και έτσι ήρθα και πάλι λίγο πιο κοντά στο Σύλλογο. Εδώ επιτρέψτε μου μία διευκρίνιση σε ένα θέμα προσωπικό. Ξεκίνησα σαν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου, ήμουνα για αρκετά χρόνια (από την αρχή), ο πρώτος γραμματέας του Συλλόγου και προς το τέλος του «πρώτου ημιχρόνου» λειτουργίας του και πρόεδρος του Συλλόγου, σε καιρούς πολύ δύσκολους. Δεν θυμάμαι καλά, αλλά πρέπει να ήταν κάπου στα 1979-1980-1981. Στο «δεύτερο ημίχρονο» μέχρι και σήμερα είμαι ανενεργό μέλος του Συλλόγου. Δεν συμμετέχω σε συνελεύσεις και ψηφοφορίες. Προσπαθώ όμως κάθε φορά που μου δίνετε η ευκαιρία να βοηθήσω με τις διάφορες εργασίες που κάνω κατά καιρούς και τις οποίες τις δίνω όλες (αν τις θέλουν βέβαια) και στο Σύλλογο. Μία από αυτές είναι και τα γενεαλογικά δένδρα που τα βλέπω και σαν παιδιά μου. Όσο είμαι καλά και μπορώ θα τα φροντίζω και θα συμπληρώνω τα νέα κλωναράκια που φυτρώνουν (και θα βάζω και τις φωτογραφίες των κλωναριών που ξεράθηκαν φυσιολογικά, ή έσπασαν). Αργότερα θα συνεννοηθώ με κάποιο από τα παιδιά μου για να αναλάβει να συνεχίσει και να βάλει και την δική μου φωτογραφία μαζί με όλες τις άλλες και στο δικό μου το κλωνάρι που κάποια στιγμή και αυτό θα (κανένας δεν ξέρει τι θα…).

Θέλω όμως, πριν ξεκινήσουμε την παρουσίαση των γενεαλογικών δένδρων, (που θα γίνει αλφαβητικά προς το τέλος), και μιας και ασχολούμαστε με τα γενέθλια των κατοίκων του χωριού, να ασχοληθούμε λίγο και με τα γενέθλια του ίδιου του χωριού μας, του αγαπημένου μας Αγιώργη. Το θέμα είναι όμως για ποιόν Αγιώργη μιλάμε και για ποια γενέθλια. Γιατί γι αυτόν που ξέρουμε όλοι σήμερα και στον οποίο γεννηθήκαμε, έχουμε γενέθλια. Γι αυτόν όμως που λένε ότι υπήρχε παλιά, δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα. Σύμφωνα με όσα κυκλοφορούν σε διάφορα βιβλία, στο διαδίκτυο κλπ (τα οποία από ότι είδα είναι όλα αντιγραφή από την εγκυκλοπαίδειά της Εύβοιας που έγραψε ο αείμνηστος δάσκαλος του χωριού μας Γιάννης Τσαούσης), τα προ του 1688 (χοντρικά τα προ του 1700) έχουν να κάνουν με τον παλιό Αγιώργη, ενώ τα μετά το 1700 με τον νέο. Γράφει λοιπόν ο Γιάννης Τσαούσης ότι ο παλιός Αγιώργης ήταν στο λόφο που είναι πάνω από τον Άγιο Γιάννη. Υπάρχει και σήμερα εκεί τοπωνύμιο που το λέμε Άγιο Γιώργη. Γράφει επίσης ότι στην περιοχή αυτή υπήρχαν (εγώ δεν τα έχω δει), θεμέλια κτιρίων τα θεμέλια του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου, το νεκροταφείο κλπ.

Αυτό που ξέρουμε σίγουρα, γιατί το αναφέρουν πολλοί ιστορικοί, είναι ότι το 1688 ο Ενετός Δόγης Morozini πέρασε με το στρατό του στην Εύβοια και αφού δεν κατάφερε να καταλάβει την Χαλκίδα, συνέχισε την πορεία του προς την κεντρική και νότια Εύβοια. Στην διαδρομή του αυτή, ξεσήκωνε τα χωριά από τα οποία περνούσε εναντίον των Τούρκων. Κάποια χωριά τον άκουσαν. Κάποια όχι. Ο Αγιώργης δυστυχώς ήταν ένα από τα χωριά που τον άκουσε και ξεσηκώθηκε εναντίον των Τούρκων. Όταν λοιπόν ο Morozini, όπως ήταν φυσικό, μετά την βόλτα που έκανε στην Εύβοια, σηκώθηκε και έφυγε, οι Τούρκοι τιμώρησαν τους εξεγερμένους. Κατέστρεψαν το χωριό και σκότωσαν πολλούς από τους κατοίκους του. Από το σημείο αυτό όμως και πέρα, δεν έχω καταφέρει μέχρι σήμερα, παρά τις προσπάθειες που έχω κάνει, να δω στις ιστορικές πηγές που έχω πρόσβαση, ( και οι οποίες λίγο πολύ είναι οι ίδιες με τις πηγές που είχε και χρησιμοποιούσε ο αείμνηστος Γιάννης Τσαούσης) κάτι σχετικό με την τύχη των κατοίκων που γλύτωσαν από τους Τούρκους. Στο σημείο αυτό θα κάνω άλλη μία παρένθεση. Έτσι και αλλιώς έχω κάνει μέχρι τώρα αρκετές, μια παραπάνω δεν φαντάζομαι να δημιουργήσει ιδιαίτερο πρόβλημα. Μακάρι να είναι η τελευταία, που δεν θα είναι. Η παρένθεση που κάνω λοιπόν έχει να κάνει με τις ιστορικές πηγές. Για την περιοχή μας και ειδικότερα για το χωριό μας, είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, οι πηγές που μπορεί κανείς να απευθυνθεί και να αναζητήσει στοιχεία. Οι περισσότερες από αυτές βρίσκονται στην πρωτεύουσα του Νομού την Χαλκίδα. Είναι λοιπόν φυσιολογικό, όταν δύο άτομα που κατάγονται από την ίδια περιοχή και ενδιαφέρονται για την ιστορία αυτής της ίδιας περιοχής, να ψάχνουν, θέλουν δεν θέλουν και στις ίδιες περίπου ιστορικές πηγές. Άρα είναι και πάλι φυσιολογικό να βρίσκουν και να γράφουν τα ίδια περίπου στοιχεία. Δεν μπορεί ο ένας να τα βλέπει και να τα γράφει άσπρα και ο άλλος μαύρα. Αυτό λοιπόν συμβαίνει και εδώ στην περίπτωσή μας και σε αρκετά από αυτά που γράφω. Δεν σας αντιγράφω στοιχεία που πήρα από την «Εγκυκλοπαίδεια της Εύβοιας», την οποία πολύ κακώς, αλλά δεν την έχω. Εγώ είμαι «κολλημένος» με το χωριό, όχι με όλη την Εύβοια και όλα όσα γράφω προέρχονται από ιστορικές πηγές. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα ψάχνω να βρω στοιχεία, όπου υπάρχουν και πιο πέρα από την Χαλκίδα, για να τα διασταυρώσω με όσα έχω μέχρι τώρα και έτσι να είμαι σίγουρος για όσα λέω ή γράφω. Συγχωρέστε την επιμονή μου για τα στοιχεία και για τις αποδείξεις, αλλά εμείς οι μαθηματικοί έχουμε συνηθίσει τόσα χρόνια να απορρίπτουμε την όποια θεωρία χωρίς δεύτερη κουβέντα, αν δεν έχει δίπλα και την απόδειξή της.

Επανερχόμαστε τώρα και πάλι στο θέμα μας. Ο αείμνηστος δάσκαλος λοιπόν, Γιάννης Τσαούσης, γράφει ( χωρίς να αναφέρει την πηγή ) ότι οι λίγοι κάτοικοί του χωριού που κατάφεραν να γλυτώσουν, πήραν τους δρόμους και άλλοι πήγαν στα γύρω χωριά, μερικοί άλλοι κρύφτηκαν στα δάση που υπήρχαν τότε στη γύρω περιοχή και τέλος κάποιοι από αυτούς πήγαν και εγκαταστάθηκαν στις Πετριές. Επαναλαμβάνω ότι εγώ δεν έχω δει σε καμία πηγή τίποτα σχετικό με αυτή την ιστορία. Αν υπάρχει κάπου γραμμένο ή αν είναι βασισμένο σε αφηγήσεις που έρχονται από παλιά, δεν έχω λόγους, ούτε και θέλω να το αμφισβητήσω. Αντίθετα βλέπω λογική αυτή την άποψη και συμφωνώ σε ένα μεγάλο ποσοστό με αυτή. Κάπως έτσι πρέπει να έγιναν τα πράγματα. Ειδικά αυτό το τελευταίο με τις Πετριές μου λύνει και μια απορία που είχα, όταν ήμουνα παιδί. Έβλεπα λοιπόν αρκετούς Αγιωργήτες, τα καλοκαίρια να φορτώνουν στα ζώα τους τα απαραίτητα και να πηγαίνουν για να κάνουν τα μπάνια τους στις Πετριές. Αναρωτιόμουν γιατί επέλεγαν τις Πετριές και δεν πήγαιναν σε παραλίες, που ήταν πολύ πιο κοντινές στο χωριό μας και στις οποίες η πρόσβαση ήταν και είναι και σήμερα πολύ πιο καλή, όπως έκαναν και οι κάτοικοι των διπλανών χωριών. Η εξήγηση που ικανοποιούσε την παιδική μου απορία, ήταν ότι οι Πετριές μάλλον θα ήταν κάτι σαν την Αιδηψό, γι αυτό και θα τις επέλεγαν και έτσι ησύχαζα. Αυτό όμως, όπως κατάλαβα όταν μεγάλωσα, ήταν λάθος. Έτσι η απορία μου εξακολουθούσε να παραμένει. Εξήγηση σε αυτή την απορία έχουμε αν δεχτούμε αυτά που γράφει ο Γιάννης Τσαούσης. Πρέπει να πήγαιναν λοιπόν στις Πετριές ( δεν φαντάζομαι να έκαναν τότε μπάνια ), κάποιοι στην αρχή για να συναντήσουν πολύ συγγενικά τους πρόσωπα, (τους γονείς τους, τα αδέλφια τους, κλπ) που είχαν εγκαταλείψει το χωριό μετά από την καταστροφή του. Σιγά – σιγά αυτό πρέπει να έγινε συνήθεια και έφτασε ( όχι με την ίδια ένταση ) μέχρι και τις μέρες που ήμουνα παιδί. Άρα οι δεσμοί συγγένειας που είχαν τα δύο χωριά, σε συνδυασμό και με τη θάλασσα και τα μπάνια, πρέπει να δίνουν μια κάποια εξήγηση για την επιλογή αυτή.

Πάμε τώρα να δούμε πως μπορεί να ήταν το χωριό στην αρχή της δημιουργίας του στη θέση που είναι σήμερα. Στο σημείο αυτό θέλω να επισημάνω ότι: Δεν έχω αποδείξεις για τα πρώτα χρόνια του χωριού, (για τα νεώτερα δηλ τα μετά το 1870 υπάρχουν και θα τις δείτε) και επομένως παρακαλώ πολύ να μην χρησιμοποιηθούν όσα γράφω σαν στοιχεία από τους νεώτερους για κάποια δική τους εργασία και αρχίσει έτσι μια νέα αναπαραγωγή που δεν θα έχει τέλος και δεν θα είναι τεκμηριωμένη. Γιατί συνήθως οι νεώτεροι διαβάζουν κάτι, δεν το ψάχνουν και πολύ (έως και καθόλου) για να δουν αν αυτό που γράφει ο συντάκτης είναι τεκμηριωμένο (αν έχει βάλει δηλαδή μαζί με αυτά που γράφει και τις αποδείξεις για αυτά που γράφει ) και αρχίζουν να γράφουν μετά στην δική τους εργασία. «Σύμφωνα με όσα γράφει π.χ. ο Γιάννης ο Μούντριχας στο βιβλίο ή στο περιοδικό τάδε…κλπ» και άντε μετά να γυρίσεις το ποτάμι πίσω. Και αν ο Γιάννης ο Μούντριχας γράφει ανακρίβειες ή προσωπικές εκτιμήσεις ή στο κάτω-κάτω βλακείες (για να μην τις πω αλλιώς) πρέπει αυτά να αναπαράγονται μετά και να γίνουν έτσι σιγά-σιγά ιστορία; Γι αυτό κατά καιρούς εμφανίζομαι «σκληρός» απέναντι σε όσους γράφουν κάτι, χωρίς να χρησιμοποιούν την παραμικρή απόδειξη. Το ξαναλέω λοιπόν ακόμα μία φορά ότι, όσα γράφω για την συγκεκριμένη περίοδο είναι συνδυασμός πληροφοριών (όχι καταγεγραμμένων) και απλής λογικής. Με λίγα λόγια δεν υπάρχουν αποδείξεις.

Για να μπορέσω να δώσω μία εικόνα του χωριού, ή καλύτερα της περιοχής που βρίσκεται σήμερα το χωριό, πήρα μία φωτογραφία του, που την είχα τραβήξει πιο παλιά από την ψηλή, ράχη.

Ράχη

Να προσπαθήσουμε τώρα να γυρίσουμε σιγά-σιγά καμιά τρακοσαριά χρόνια πίσω, (γύρω στα 1700), για να δούμε πως θα ήταν η περιοχή που είναι χτισμένο το χωριό σήμερα. Τα στοιχεία που έχουμε και που μπορούν να μας βοηθήσουν σε αυτή μας την προσπάθεια δεν είναι και πολλά. Το ανάγλυφο τότε, πρέπει να ήταν το ίδιο περίπου με το σημερινό. Έχω προσπαθήσει να παραστήσω λίγο πιο «έντονα» τα δύο κανάλια που διέσχιζαν τότε την περιοχή και για τα οποία έχει γίνει μέχρι τώρα πολύς λόγος. Μιλάω για το κανάλι της βρύσης από την μία μεριά και για το κανάλι από τα Λουρίδια από την άλλη. Δείτε όμως πρώτα κάτι ενδιάμεσο, για να μην πάμε κατ ευθείαν από το νέο στο παλιό. Το παλιό με το νέο μαζί. Δηλαδή το χωριό από πάνω και την περιοχή, όπως την έχω φανταστεί να ήταν παλιά από κάτω.

Το Χωριό

Κλείστε τώρα τα μάτια σας και προσπαθήστε να φανταστείτε την περιοχή χωρίς τα σπίτια. Το ίδιο έκανα και εγώ. Τα αποτελέσματα της φαντασίας μου τα βλέπετε πιο κάτω.

Το Χωριό

Στην περιοχή αυτή λοιπόν που βλέπετε, ήρθαν οι πρώτοι Αγιωργήτες από το παλιό χωριό, ή από κάποιο διπλανό κοντινό σημείο και πρέπει να εγκαταστάθηκαν σε δύο διαφορετικά σημεία.

Η μία ομάδα εγκαταστάθηκε στους Ρηγιάνους και η άλλη γύρω από του Κοκόση το πηγάδι. Στην κάθε ομάδα θα υπήρχαν τα απομεινάρια 2-3 οικογενειών μετά την καταστροφή τους από τους Τούρκους, που λογικά πρέπει να ήταν και συγγενείς μεταξύ τους. Η μοναδική τους ασχολία στην αρχή σίγουρα θα ήταν η κτηνοτροφία, γιατί στο νέο μέρος που κατοίκησαν δεν είχαν χωράφια για να τα καλλιεργήσουν. Τι χωράφια λέω εγώ; Όταν ρώτησα κάποτε την μάνα μου, για να μου πει κάτι για ένα αλώνι που βρισκόταν προς τα «κάτω αλώνια» γιατί το δικό τους το αλώνι, (του Κλερονόμου) ήταν στα «πάνω αλώνια», πήρα την εξής απάντηση. «Δεν ξέρου αυτό που με ρωτάς, γιατί εμείς τα «Ρηγιανάτσα» όταν ήμασταν παιδιά και πηγαίναμε από τους Ρηγιάνους στα αλώνια, πηγαίναμε από τους Παντελιούς, από το δρόμο που περνάει μπροστά από το σπίτι του δάσκαλου και από κει ανεβαίναμε στα αλώνια. Ο δρόμος που υπάρχει σήμερα και πάει από το Σχολείο στου Νούλη, τότε έφτανε μέχρι του Χαρίτου το σπίτι και από κει και πάνου είχε μεν δρόμο, αλλά ήτανε στενός και δεξιά και αριστερά είχε σίνια, ήτανε σα ρομάνι.». Σίνια λοιπόν και σαν ρομάνι το 1935-1940 που ήταν η μάνα μου παιδί. Φανταστείτε πως θα ήταν η περιοχή τότε που πρωτοήρθαν οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού το 1700 περίπου, δηλ 200 χρόνια πριν. Χωράφια πρέπει να απέκτησαν με την πάροδο του χρόνου «ανοίγοντας» σιγά-σιγά μερικά ρομάνια, όπως συνέχισε να γίνεται και μέχρι τα χρόνια των παππούδων μας, μέχρι περίπου το 1930-1940. Ο παππούς μου, όταν τον ρωτούσα ποια χωράφια είχε πάρει από τον πατέρα του και ποια είχε πάρει προίκα από την γιαγιά μου, (όρεξη που την είχα ε;) μου τα έλεγε όλα ένα προς ένα. Όμως και εγώ τα ήξερα όλα «απόξου και ανακατουτά» γιατί δεν ήταν και η πρώτη φορά που τον είχα βάλει να μου τα πει, ούτε και η πρώτη φορά που τα άκουγα. Κάποια χωράφια λοιπόν, δεν ήταν μέσα σε αυτά που μου έλεγε. Στην αρχή νόμιζα ότι τα ξεχνούσε. Δεν του έλεγα τίποτα, αλλά τον κοιτούσα στα μάτια, όπως κοιτάζεις τα μικρά παιδιά που σου λένε ψέματα, για να τα αναγκάσεις να σου πουν την αλήθεια. Ψιλοθύμωνε και μου έλεγε: «Τι με τηράζεις ρε παιδί μου; Έτσι που σου τα είπα είναι. Τι άλλο να σου που;» Όταν τον ξαναρωτούσα λοιπόν για κάποια συγκεκριμένα χωράφια που τα βρήκε, μου απαντούσε: «Ναι αλλά με ρώτησες τι πήρα από τον πατέρα μου και τι από τη γιαγιά σου. Δεν με ρώτησες για ούλα τα χωράφια. Αυτά που δεν σου τα είπα μαζί με τα άλλα, τα έχου ανοίξει μοναχός μου με το τσαπί». Και όπως είναι φυσικό, αυτά τα χωράφια που τα είχε ανοίξει μόνος του, με δικό του κόπο και χρόνο τα «πονούσε» και περισσότερο. Χαρακτηριστικά τον θυμάμαι να μου λέει για ένα τέτοιο χωράφι που είχε ανοίξει στην Παλιοχώρα. «Μου το γύρεψε μία μέρα μετά από χρόνια αυτό το χωράφι ο μπάρμπας σου ο Γιώργης και του το έδωσα. Νόμιζα ότι το θέλει για να το σπείρει. Την άλλη μέρα έμαθα ότι το πούλησε σε έναν Παραμεριταίο για να πάρει λεφτά και να γοράσει όπλο. Πήγα να πεθάνου. Μαχαιριά να μου βάριες αίμα δεν θα έσταζε. Αλλά τι να του που. Του το είχα δώσει και δεν μπορούσα να το πάρου πίσω. Σήμερα εμείς όλα τα χωράφια τα παρατήσαμε και ξανακλείνουν, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Αυτά που διαβάζετε τα έγραφα το 2008-2009. Είχα σκοπό την εργασία αυτή (μαζί και με τα γενεαλογικά δένδρα) να την εκδώσω σε βιβλίο. Μας ήρθαν όμως δύσκολοι καιροί και έτσι τα παράτησα. Σήμερα ασχολούμαι και πάλι με αυτή την εργασία, μετά από τέσσερα χρόνια περίπου. Είναι Σεπτέμβριος του 2012 και έχω σκοπό να την ολοκληρώσω και να την αναρτήσω στο «agiorgitatsi.gr». Βιβλίο δεν το βλέπω να «βγαίνει». Άρα άλλο το σήμερα του 2008 και άλλο το σήμερα του 2012. Για το σήμερα του 2012, μάλλον δεν ισχύει αυτό που έγραφα τότε για τα χωράφια. Έτσι που πάμε (ή μάλλον μας πάνε) μας βλέπω όλους να γυρίζουμε πίσω στα χωριά μας και να ανοίγουμε και πάλι όλα τα παρατημένα χωράφια μας. Πως αλλάζουν τα πράγματα μέσα σε τέσσερα χρόνια;

Ξαναγυρίζουμε τώρα και πάλι στις δύο γειτονιές του χωριού. Αυτές οι δύο γειτονιές λοιπόν πιστεύω ότι ήταν οι πρώτες γειτονιές του χωριού για δύο-τρεις λόγους. Πρώτος και βασικότερος είναι τα γενεαλογικά δένδρα. Όπως φαίνεται σε αυτά, δύο από τις παλαιότερες οικογένειες του χωριού (οι Ρηγαίοι και οι Αϊδίνηδες) είχαν τα σπίτια τους σε αυτές τις γειτονιές. Δεν φαντάζομαι να γίνει μπέρδεμα γιατί το «φωνάζουν» οι λέξεις. Οι Ρηγαίοι στους Ρηγιάνους και οι Αϊδίνηδες στους Κανταριάνους. Εδώ έχω και πάλι κάποιες απορίες ( για το Κανταριάνους) αλλά το αφήνω για αργότερα που θα ασχοληθούμε ξανά με αυτό το θέμα. Ένας δεύτερος λόγος που πιστεύω ότι οι δύο γειτονιές βρισκόντουσαν στη θέση που δείχνω, είναι το νερό. Και οι δύο γειτονιές ήταν κοντά στα δύο κανάλια και έτσι είχαν εξασφαλισμένο το νερό, που είναι απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωσή. Όλοι βλέπουμε μέχρι και σήμερα που είναι η βρύση (πολύ κοντά στην πρώτη γειτονιά) και αρκετοί ακόμα θυμόμαστε που ήταν του Κοκόση το πηγάδι (πολύ κοντά στη δεύτερη γειτονιά).

Όπως βλέπετε στις φωτογραφίες που υπάρχουν πιο πάνω και όπως θα θυμάστε οι πιο παλιοί, το δεξιό κανάλι ξεκίναγε σιγά-σιγά από τα αλώνια, περνούσε από εκεί που είναι σήμερα τα χωράφια του Παναγιώτη του Ρήγα και λίγο πιο κάτω του Θρασύβουλου του Ρήγα, έφτανε στη βρύση και συνέχιζε όπως και σήμερα τον κατήφορο. Από τα διπλανά σημεία αυτού του καναλιού, από τη βρύση και κάτω, πρέπει οι πρώτοι κάτοικοι να έκαναν τα μονοπάτια που τους οδηγούσαν μαζί με τα κοπάδια τους και τα άλλα «ζουντανά τους» προς τα πεδινά (στο παλιάμπελο στον κάμπο κλπ.) Θα ήταν μια διαδρομή περίπου σαν και την σημερινή, από την κάτω βρύση προς το Μονόχωρο και ακόμα πιο κάτω. Πρέπει να ήταν και αυτός ένας άλλος επιπλέον λόγος, που επέλεξαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή αυτή (η πιο εύκολη διέξοδος δηλαδή προς τα πεδινά). Τα ίδια ισχύουν και για το αριστερό κανάλι. Το αριστερό κανάλι διέσχιζε λίγο τα Λουρίδια πέρναγε πίσω από το Σχολείο, μεγάλωνε στη διαδρομή του, πέρναγε μπροστά από το υδραυλικό του Μήτσου του Βάσσου και μέσα από τα Αφεντικά συνέχιζε τον κατήφορο και έφτανε κάτω μέχρι τα πεδινά. Λογικά λοιπόν και οι κάτοικοι αυτής της γειτονιάς θα είχαν διέξοδο προς τα πεδινά κατά μήκος αυτού του καναλιού, αν και πιστεύω ότι πρέπει να υπήρχε και τρίτος δρόμος ευκολότερος για αυτούς. Ο δρόμος αυτός πέρναγε (και περνάει και σήμερα) μπροστά από το σπίτι του Βαγγελάκια μετά μπροστά από το σπίτι του Μουλά και μετά μέσα από τα κατήφορα φτάνει κάτω στα ισώματα..

Η επικοινωνία ανάμεσα στις δύο γειτονιές δεν πρέπει να ήταν και πολύ εύκολη (για να μην πω ότι στην αρχή δεν πρέπει να υπήρχε καθόλου). Και αυτό λόγω του καναλιού που υπήρχε ανάμεσά τους και του πυκνού δάσους, που όπως είπαμε και παραπάνω υπήρχε ανάμεσά τους. Οι παλιοί το δρόμο που περνάει κάτω από το Σχολείο και συνδέει τους Ρηγιάνους με τους Κανταριάνους (και που σήμερα είναι ένας από τους φαρδύτερους δρόμους του χωριού) τον έλεγαν «στο στενό». Θυμάμαι την γιαγιά μου την Χρυσαυγή που έμενε στους Ρηγιάνους και ερχόταν καμιά φορά να μας δει. (Είχε τρία παιδιά παντρεμένα στους Κανταριάνους, την μάνα μου την θεία μου την Λένη και τον μπάρμπα μου τον Βαγγέλη). Ζητούσε πάντα να φεύγει νωρίς για το σπίτι της γιατί όπως έλεγε « Τσι πέρα στο στενό άμα βραδιάσει δυσκολεύομαι να περάσου». Και είχε δίκιο, ειδικά τον χειμώνα που νυχτώνει νωρίς και ο δρόμος ήταν γεμάτος με λάσπες και σουβάλες με νερά. Στην αρχή, όταν άκουσα για πρώτη φορά την γιαγιά μου να μιλάει για στενό, προσπαθούσα να καταλάβω πιο ήταν το σημείο της διαδρομής στο οποίο όπως έλεγε υπήρχε στενό. Είχα εντοπίσει δύο-τρία υποψήφια σημεία. Αυτό το σημείο όμως που η γιαγιά μου έλεγε στενό, δεν είχε καμία σχέση με αυτά που νόμιζα εγώ. «Χίλια χρόνια» να με παίδευες, δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει από το μυαλό μου, ότι στενό έλεγαν έναν από τους φαρδύτερους δρόμους του χωριού. Το έλεγε η γιαγιά μου στενό, όχι γιατί ήταν, αλλά γιατί έτσι είχε ακούσει και αυτή να το λένε οι παλαιότεροι.

Θυμάμαι επίσης και τον παππού μου που τον ρωτούσα που και πώς τον πιάσανε οι… Γερμανοί. Το ξανάγραψα αυτό νομίζω για τους Γερμανούς και στην εισαγωγή. Εκεί απέφυγα να δώσω συνέχεια και πήγα να το αποφύγω και πάλι, γι αυτό έβαλα τρεις τελείες, αλλά δεν μπορώ να το αποφύγω, με «γαργαλάει». Γι αυτό κάνω ακόμα μία παρένθεση. Ποιοί Γερμανοί λοιπόν; Δεν τον έπιασαν οι Γερμανοί τον παππού μου. Αγιωργήτες και Βαθειώτες ήταν αυτοί που τον πιάσανε και μετά «υπηρεσιακώς» με τη βοήθεια των Ελληνικών Αρχών έφτασε όμηρος στη Γερμανία. Ήταν και είναι γνωστά τα ονόματά τους, αλλά επειδή και από τις δύο μεριές έγιναν εγκλήματα εκείνα τα χρόνια της κατοχής, τα καταπίνουμε όλα αυτά, κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε και δεν λέμε τίποτα. Όμως όπως και να το κάνεις μία πικρή γεύση παραμένει.

-Που σε πιάσανε λοιπόν οι Γερμανοί Ρε παππού;

-Δεν ήταν Γερμανοί αυτοί που μας πιάσανε ρε παιδί μου. Πήγαινε να σκοτεινιάσει. Πηγαίναμε με τον αδερφό μου τον Μήτσο να δούμε την μάνα μας, που την είχε η Κρεούζα (ήταν η αδελφή τους) στους Ρηγιάνους και ήτανε και λίγο άρρωστη και μετά λογαριάζαμε να φύγουμε από το χωριό και να πάμε να κοιμηθούμε κάτου στου Μπάχλα στα χωράφια. (Έτσι έκαναν στην κατοχή οι περισσότεροι). Δεν προλάβαμε όμως. Μόλις περνάγαμε από το στενό ακούσαμε ένα άλτ και σταματήσαμε. Αυτό ήτανε. Κοιτάζου κατε πάνου και βλέπου τον…από την Βάθεια και τον… από το χωριό, που ήτανε ανεβασμένοι πάνου στη μουριά του Σχολείου και τον… και τον…από τη Βάθεια και τον…από το χωριό που ήτανε κρυμμένοι από την ποκάτου μεριά από το συνεταιρισμό. Μετά… ( Έχω καταγράψει το μετά με κάθε λεπτομέρεια. Όλη την διαδρομή, από την ώρα της σύλληψης μέχρι και την ημέρα της επιστροφής. Κάποια στιγμή θα τα διαβάσετε και αυτά. Είναι συγκλονιστικά.)

Όπως θα έχετε καταλάβει από αυτά που έχετε διαβάσει μέχρι τώρα, ήμουνα πολύ επίμονος στις ερωτήσεις που έκανα στον παππού μου. Το παραμικρό να έβλεπα και να μην ήξερα όσα ήθελα για αυτό, πήγαινα και τον ρωτούσα. Τώρα που τα συλλογιέμαι, όλα αυτά καταλαβαίνω πόσο μεγάλη υπομονή είχε αυτός ο άνθρωπος. Είπαμε όμως ότι του άρεσαν αυτά. «Ψόφαγε» εσύ να τον ρωτάς και αυτός να αρχίζει να σου λέει και σταματημό να μην έχει.

-Καλά αφού αυτό το μέρος είναι φαρδύ γιατί το λέγανε στενό;

-Δεν ξέρου σου είπα. Ο πατέρας μου ήτανε από τον Κρεμαστό και δεν ήξερε να μου πει. Αλλά και τη μάννα μου την Χρυσή και την γιαγιά μου την Μηλιώ, όταν τις άκουγα να μιλάνε για αυτό το μέρος, «στο στενό» το ανεβάζανε, «στο στενό» το κατεβάζανε. Έτσι δεν μου έκανε και μένα εντύπωση αυτό το όνομα, αν και τώρα εδώ που τα λέμε έχεις δίκιο γιατί δεν είναι στενό. Όμως δεν τις ρώτησα ποτέ. Αλλά και να τις ρώταγα σιγά να μην ξέρανε. Αυτές μονάχα κανένα συμπεθεριό ξέρανε να κάνουνε καλά. Συμπέρασμα: Το στενό, μας έχει έρθει από πολύ παλιά, γιατί παλιά ήταν πράγματι στενό. Ήταν δάσος και για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους οι δύο γειτονιές, έκαναν στην αρχή ένα «στενό» (πέρασμα, δρομάκι, μονοπάτι). Γι αυτό το πολύ παλιά έγραψα και παραπάνω. Για την επικοινωνία ανάμεσα στις δύο γειτονιές που τα πρώτα χρόνια ή δεν θα υπήρχε καθόλου ή θα υπήρχε αλλά δεν θα ήταν και πολύ εύκολη.

Τα «σπίτια» των πρώτων κατοίκων πρέπει να ήταν κάτι σαν τις καλύβες που συνηθίζουν και κατασκευάζουν οι βοσκοί. Όταν κάποια στιγμή, φαντάζομαι αρκετά χρόνια μετά, αποφάσισαν να χτίσουν σπίτια, πρέπει να τα έχτισαν στις δύο περιοχές που δείχνω στη σχετική φωτογραφία.

Όπως φαίνεται και στα γενεαλογικά δένδρα τα σπίτια των πρώτων Ρηγαίων ήταν μέσα σε αυτή την περιοχή, δηλαδή στο δεξιό μέρος του δρόμου που πάει από το Σχολείο προς τη βρύση. Αργότερα άρχισαν να χτίζονται σπίτια και προς το αριστερό μέρος ( το πάνω μέρος) του δρόμου. Ένα από αυτά π.χ. (το σπίτι του Σαλή μαζί με της Σοφίας της Ποστολίτσας), που ήταν ένα σπίτι πριν το μοιράσουν, χτίστηκε όπως διαβάζουμε στα απομνημονεύματα του Νάσου Ρήγα το 1883.

Τα πρώτα σπίτια των κατοίκων της δεύτερης περιοχής ήταν γύρω-γύρω από του Κοκόση το πηγάδι και πιο συγκεκριμένα ήταν στο αριστερό μέρος του δρόμου που ανεβαίνει από του Κοκόση το πηγάδι προς την Εκκλησία. Αργότερα και σε αυτή την γειτονιά άρχισαν να χτίζονται σπίτια δίπλα και πιο πάνω ακόμα και από την Εκκλησία. Να μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά πρέπει να έγιναν (πάντα στο περίπου) από το 1700 μέχρι και τις αρχές του 1800 άντε το πολύ μέχρι και την απελευθέρωση από τους Τούρκους (1833). Οι Τούρκοι πρέπει να εμφανίστηκαν στο χωριό λίγο μετά το 1700, όταν αυτό άρχισε σιγά-σιγά να αναπτύσσεται. Δεν πρέπει να ήταν πολλοί, γιατί και χρόνο δεν είχαν αρκετό να οργανωθούν και να αναπτυχθούν και ο πληθυσμός του χωριού δεν «σήκωνε» περισσότερους .Τους υπολογίζω σε μία ή δύο οικογένειες. Πρέπει να πήγε πρώτα ο Τούρκος προστάτης του χωριού, ( κάθε χωριό είχε τότε τον προστάτη του) και μετά να παρέμειναν εκεί και να έκαναν δικές τους οικογένειες τα παιδιά του ή και τα εγγόνια του. Η προστασία ήταν κληρονομική (ήταν σαν την Βασιλεία) πήγαινε δηλαδή από τον πατέρα στο γιό κλπ. Κάποιος τέτοιος προστάτης θα μπορούσε να ήταν π.χ. και ο Κοκόσης (λέμε στου Κοκόση το πηγάδι και ξέρουμε ότι ο Κοκόσης ήταν Τούρκος). Το χωριό μας (και άλλα λίγα χωριά της Εύβοιας) ήταν πιο τυχερό στο θέμα αυτό με τους προστάτες του, γιατί κάποια στιγμή ένας από αυτούς (ο γιός ή ο εγγονός του πρώτου προστάτη μας), δεν άφησε απογόνους. Λέω ο γιός ή ο εγγονός του πρώτου προστάτη μας, γιατί μέσα στα 100 με 130 χρόνια που παρέμειναν οι Τούρκοι στο χωριό, δεν μπορεί να αναπτύχθηκαν περισσότερες από 3-4 γενιές. Στις περιπτώσεις λοιπόν που δεν είχαμε απογόνους την «προστασία» του χωριού αναλάμβανε από μακριά από την Κων/πολη κατ ευθείαν η γυναίκα του σουλτάνου, ή κάποια από τις αδελφές της, ή κάποια άλλη τέλος πάντων από το σόϊ της. Τυπικά ήτανε τα πράγματα με την προστασία. Έμπαιναν προστάτες για να παίρνουν ίσα-ίσα τους φόρους που αναλογούσαν στο κάθε χωριό που υποτίθεται ότι προστάτευαν. Τώρα αν οι φόροι αυτοί «κατάφερναν» να φτάσουν μέχρι την Κων/πολη αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δεν μας ενδιαφέρει. Το θετικό για το χωριό μας λοιπόν, που ήταν ένα από τα σουλτανικά χωριά ( έτσι έλεγαν τα χωριά αυτά που είπαμε πιο πάνω) είναι, ότι μετά την απελευθέρωση, δεν χρειάστηκε να πληρώσουν και πολλά για να αποζημιώσουν τους Τούρκους προστάτες που έφευγαν. (Που να βρεις τώρα την γυναίκα του σουλτάνου για να της δώσεις την αποζημίωση). Τα άλλα χωριά όμως που δεν ήτανσουλτανικά, έπρεπε να τα «ακουμπήσουν» στους προστάτες τους για να τους πάρουν πίσω τα σπίτια, τα καλά χωράφια και ότι άλλο είχαν αρπάξει πιο παλιά οι Τούρκοι από τους Έλληνες. Ο Τούρκος Σαλίχης Καμπιόζι π. χ. (όπως γράφω και στο γενεαλογικό δένδρο των Σταμελιάδων), πούλησε το 1834 που εγκατέλειψε την Ελλάδα, ένα μέρος ( τη μισή σχεδόν Αγιαθέκλη) από την περιουσία του, στον Κυριάκο Κατέβα από το Ωρολόγι και στον Κων/νο Σταμελιά (πρόγονο των δικών μας Σταμελιάδων ), από την Αγιαθέκλη.

Μη σας φαίνεται παράξενο αυτό. Έχω δει μέσα στα παλιά έγγραφα που ψάχνω τόσα χρόνια, περιπτώσεις με δίκες που έγιναν στα Ελληνικά πλέον δικαστήρια (μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους) μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων που κράτησαν χρόνια ολόκληρα και που είχαν για θέμα τους, όχι το αν θα πλήρωναν οι Έλληνες αποζημίωση (αυτό ήταν κάτι παραπάνω και από σίγουρο), αλλά για το πόσα θα πλήρωναν για να πάρουν πάλι πίσω τα δικά τους. Αν υπήρχε όμως από τότε ένας νόμος όπως αυτός που λένε περί χρησικτησίας και καθίσουμε και το σκεφτούμε λιγάκι, θα δούμε ότι υπήρχε και από την μεριά των Τούρκων λίγο δίκιο. Τετρακόσια χρόνια κατοχής ήταν αυτά, δεν ήταν ούτε ένα, ούτε πέντε, ούτε δέκα. Αν βάλουμε τρεις με τέσσερις περίπου γενιές για κάθε εκατό χρόνια, μας κάνουν γύρω στις δεκαπέντε γενιές. Ο Τούρκος λοιπόν του 1830 ήξερε ότι το σπίτι του, ή το χωράφι του, ή γενικά η περιουσία του ήταν κληρονομιά από τον πατέρα του ή την μάνα του. Αυτοί πάλι ήξεραν ότι τα είχαν κληρονομήσει από του δικούς τους γονείς και η ιστορία πήγαινε πάππου προς πάππου και δεν χωρούσε στο μυαλό τους η ιδέα, ότι αυτά μπορεί κάποτε, πριν δηλαδή από δεκαπέντε γενιές, να μην ήταν και δικά τους. Θα είχαν βάλει και αυτοί (όχι με τα δικά τους χέρια, αλλά με τα χέρια των Αγιωργητών) και καμιά πέτρα πάνω στην άλλη που λένε και έτσι θα τα θεωρούσαν ακόμα πιο δικά τους. Για να καταλάβουμε καλύτερα την ισχυρή δύναμη της ιδιοκτησίας, ας σκεφτούμε πόσοι τσακωμοί και πόσοι σκοτωμοί έχουν γίνει και γίνονται και στα χρόνια μας για ένα αυλάκι γης. Τέλος πάντων για όλα αυτά υπάρχει λόγος υπάρχει και ο αντίλογος και άκρη ποτέ δεν βγάζεις.

Ας τα αφήσουμε όμως αυτά και ας επιστρέψουμε για να δούμε τη ζωή του χωριού μας, αρχίζοντας από τα τέλη του 1700 με αρχές του 1800, λίγο πριν δηλαδή από την επανάσταση του 1821. Αυτή την χρονική περίοδο στο χωριό πρέπει να υπήρχαν καμιά δεκαριά οικογένειες (Ελληνικές). Για να καταλαβαίνετε καλύτερα αυτά που γράφω, εκτός από τα γενεαλογικά δένδρα που χρειάζονται και που φαντάζομαι να τα έχετε μπροστά σας, θα σας δείξω και άλλα δύο τρία έγγραφα που θα σας βοηθήσουν να κάνετε και εσείς τις αναλύσεις σας και να βγάλετε και εσείς τα δικά σας συμπεράσματά.

Το πρώτο από αυτά και το πιο παλιό, είναι ένα γνωστό σε σας έγγραφο του 1839 (γνωστό γιατί το είχα παλιά πάνω στο γενεαλογικό δένδρο του Αποστόλη Αϊδίνη), και που σύμφωνα με αυτό ο Αποστόλης Αϊδίνης ζητούσε από το κράτος να του παραχωρήσουν με ενοίκιο για είκοσι πέντε χρόνια την περιουσία του μοναστηριού «Μερνάγι» με σκοπό…( έχω προσπαθήσει να μετατρέψω την χειρόγραφη γραφή του πρωτότυπου με πιο ευανάγνωστα γράμματα για να σας διευκολύνω στην ανάγνωση). Η αίτηση αυτή πρέπει να απορρίφτηκε, γιατί τον επόμενο χρόνο ο ηγούμενος της μονής (πριν αυτή διαλυθεί) ο Γεράσιμος, επανέρχεται με νέα αίτηση και ζητάει και αυτός τα ίδια περίπου με αυτά που ζητούσε και ο Αποστόλης Αϊδίνης. Την τύχη αυτής της αίτησης δεν την γνωρίζουμε.

Σε αυτά τα έγγραφα λοιπόν, αλλά και σε άλλα σχετικά με αυτό έγγραφα βλέπουμε ότι τα μοναστήρια είχαν αρκετή έως και πολύ μεγάλη περιουσία, μερικά δε όπως η κοντινή σε μας Μονή Μάντζαρη (στην οποία ηγούμενος ήταν ο «μπάρμπας» μου ο Ανανίας, κατά κόσμον Αθανάσιος Μούντριχας και που ήταν και ο βασικός λόγος που κάθησα και έψαξα σχεδόν όλα τα αρχεία της Μονής), είχε τόση μεγάλη περιουσία ,που αν κάποια στιγμή καθίσω και γράψω κάτι σχετικό με αυτή τη Μονή, θα διαβάζετε και δεν θα τα πιστεύετε. Και όμως όλα αυτά τα μοναστήρια (για την ακρίβεια όσα δεν είχαν περισσότερους από 8 μοναχούς, άρα και η Κλίβανος και το Μερνάγι ) με απόφαση των Γερμανών που έφερε μαζί του ο Βασιλιάς Όθωνας μετά από την απελευθέρωση διαλύθηκαν, οι περιουσίες τους χάθηκαν και μαζί με αυτές χάθηκαν και πολλά άλλα στοιχεία (κυρίως δε βιβλία και έγγραφα) που θα ήταν για μας σήμερα υπερπολύτιμα.

Να δούμε τώρα την αίτηση του Αποστόλη Αϊδίνη με τη γλώσσα και τα γράμματα της εποχής.

Αρχείο

Διαβάστε τώρα την αίτηση με πιο καθαρά και ευανάγνωστα γράμματα.

Αίτησις ενοικιάσεως ενός

Των διαλυθεισών Μονών

Εάν εγκριτέα ;

Προς την επί των εκκλησιαστικών

Β. Γραμματείαν της Επικράτειας.

28 Σεπτεμβρίου 1839

Ο υποφαινόμενος , δημότης του Δίστου της επαρχίας Καρυστίας , εκ του χωρίου Άγιος Γεώργιος ευσεβάστος αναφέρω , ότι:

Είς την άνωθι επαρχίαν κείται εν Μοναστήριον εκ των διαλυθέντων , Μενάργι καλούμενον, το οποίον ενώ πρότερον υπήρχε καλλωπισμένον έχον και ελαιώνα εκ τεσαράκοντα περίπου ελαιοδένδρων καρποφόρων , ήδη κατερήμωσε , διαφθαρέντων και τούτων ένεκα του να έμειναν ακαλλιέργητα , ως και , εάν η Σ’. αυτή Γραμματεία ήθελεν αποφασίσει να στείλει τινά προς παρατήρησιν της νύν καταστάσεως του Μοναστηρίου τούτου , ήθελε πληροφορηθεί περί των λεγομένων .

Επειδή επιθυμώ να λάβω το αυτό Μοναστήριον υπό ενοίκιον δια είκοσι πέντε έτη , ή και δια όσα ολιγώτερα έτη ήθελε εγκριθεί (και τούτο επί σκοπώ όχι τόσον δι’ ώφέλειάν μου, όσον δια να το καλλωπίσω πάλιν ως και πρότερον υπήρχε (κατά το χριστιανικόν χρέος και δια να γίνεται η ιερουργία) να καθαρίσω και καλλιεργήσω τα ελαιόδενδρα προς νεωστί καρποφορία και εν ενί λόγω να το αποκαταστήσω καθ’ όλα εντελώς, δέχομαι την ενοικίασίν του με πληρωμήν ανά τριακοσίας δραχμάς κατ’ έτος , καθότι εάν δια τινά εισέτι καιρόν μείνει τοιουτοτρόπως , ανοικίαστον δηλαδή , ενδεχόμενον και τα ρηθέντα ελαιόδενδρά τούτα κατακαώσι ποτέ και χαθώσιν εξ ολοκλήρου .

Παρακαλώ λοιπόν την Β. Γραμματείαν ίνα ευαρεστηθεί να μ’ αξιώσει ως ένεστι ταχυτέρως απαντήσεως , καθότι ως γεωργός , ανάγκη να επιστρέψω άνευ μεγάλης χρονοτριβής , ως επί τούτου και μόνον ελθών ενταύθα .

Υποσημειούμαι με το πρέπον σέβας ταπεινοευπειθέστατος

Αποστόλης Αιδίνης

Εν Αθήναις τη 27 Σεπτεμβρίου 1839

Παρατήρηση 1η : Τα λάθη που υπάρχουν βρίσκονται στη φωτοτυπία του πρωτότυπου, ή δεν έχω κάνει εγώ καλή «μετάφραση»

Παρατήρηση 2η : Όπως βλέπουμε από εκείνα τα χρόνια υπήρχε έντονο το ενδιαφέρον για την περιουσία του Δημοσίου (όπως ακριβώς υπάρχει και σήμερα…..) Αρκετοί ήταν αυτοί που έκαναν προσπάθειες για να την «προστατεύσουν».

Να δούμε τώρα και την αίτηση του Ιερομόναχου Γεράσιμου.

Προς την Β. Διοίκησιν Ευβοίας

Ο υποφαινόμενος Γεράσιμος Ιερομόναχος Ηγούμενος της κατά τον Δήμον Δυστίων της επαρχίας Καρυστίας διαλελυμένης Μονής Μερνάγη επιθυμών να ενοικιάσω δια δεκαπέντε χρόνους όλα τα εις την Μονήν Μερνάγη ανήκοντα κτίσματα αγρούς οικήματα κλπ.καθώς και τα εν αυτοίς δένδρα ήμερα τε και άγρια και ησυχάσω εν αυτή τη Μονή προς ανάπαυσιν των γειρατιών μου και συμφώνως με το Μοναχικόν επάγγελμά μου και πνευματικήν μου διαγωγήν, προσφέρων ετησίως δια τον φόρον της επικαρπίας δραχμάς διακοσίας ογδόντα πέντε (285), και παρακαλώ την Β. Διοίκησιν να ενεργήση καθόσον αφορά την ενοικίασιν, υπόσχομαι δε να διορθώσω και διατηρήσω όλα τα από τον καιρόν της διαλύσεώς της παραμεληθέντα κτίματα να διορθώσω και επισκευάσω τον Ιερόν Ναόν και όλα τα ερείπια και υποφαίνομαι ευσεβάστως.

Την 20 Σεπτεμβρίου1840, εν Κύμη.

Ευπειθέστατος

Πάμε τώρα στο 1870 για να παρακολουθήσουμε τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν, για να χειροτονηθεί παπάς στο χωριό μας ο Αθανάσιος Μπούρικας. Ξεκινάμε με την αίτηση που στέλνουν στον Σεβασμιότατο Επίσκοπο Καρυστίας Μακάριον Καλλιάρχην (1852-1896), και το οποίο υπογράφουν 28 κάτοικοι του χωριού και ζητούν με αυτό να χειροτονηθεί ιερέας στο χωριό ο Αθανάσιος Μπούρικας από τον Κρεμαστό. (Στο γενεαλογικό δένδρο των Μπουρικαίων, αναφέρω ότι ο Αθανάσιος Μπούρικας δεν ήταν από τον Κρεμαστό αλλά από τα Θαρούνια. Παντρεύτηκε όμως στον Κρεμαστό την Μηλιά και έμεινε εκεί, γι αυτό γράφουν ότι ήταν κάτοικος Κρεμαστού ). Το έγγραφο αυτό (μαζί και με άλλα που θα δείτε) είναι ένα από τα τελευταία που έχω βρει, και προέρχεται από το Ιστορικό Αρχείο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, [Ιερά Μητρόπολις Καρυστίας καί Σκύρου, Φάκελος Ενοριακά-Εφημεριακά 1834-1911].

Εδώ πιστεύω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προς εκείνους οι οποίοι με βοήθησαν σε αυτή μου την προσπάθεια, αρχίζοντας από τον Ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντή του Ιστορικού Αρχείου κ. Σπυρίδωνα Κοντογιάννη, για τις πρώτες και σαφείς κατευθύνσεις που μου έδωσε, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Καρυστίας και Σκύρου κ.κ. Σεραφείμ για τα πατρικά καλά λόγια που έγραψε προς την Ιεράν Σύνοδον για το πρόσωπό μου, ώστε να μου επιτραπεί η έρευνα στο Αρχείο Της και τέλος, για μία ακόμη φορά στον Καθηγητή κ. Κοντογιάννη καθώς και την κυρία Αγγελική Χατζηιωάννου υπάλληλο του Ιστορικού Αρχείου για όσα μου προσέφεραν στο διάστημα που βρέθηκα μαζί τους μελετώντας στο Ιστορικό Αρχείο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας μας.

Στις επόμενες σελίδες έχω προσπαθήσει να μετατρέψω την χειρόγραφη γραφή του πρωτότυπου με πιο ευανάγνωστα γράμματα, για να σας διευκολύνω στην ανάγνωση. Σε μερικά έγγραφα έχω κάνει κατά γράμμα την «μετάφραση». Διαπίστωσα όμως στην πορεία, ότι αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο και χρονοβόρο. Επίσης δεν είμαι και πολύ σίγουρος, ότι όσοι διαβάσουν την «μετάφραση» θα καταλάβουν ακριβώς αυτά που γράφονται, γιατί η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν τότε ήταν η Αρχαία Ελληνική. Γι αυτό λοιπόν σε μερικά έγγραφα θα κάνω ελεύθερη «μετάφραση» χρησιμοποιώντας την σημερινή γλώσσα, χωρίς βέβαια να αλλάζω το νόημα. Όσα έγγραφα διαβάζονται εύκολα, θα τα βλέπετε χωρίς να κάνω εγώ καμία παρέμβαση.

Αρχείο Αρχείο

Εν Αγίω Γεωργίω τη 1 Νοεμβρίου 1870

Προς τον Σ. Επίσκοπον Καρυστίας

Οι υποφαινόμενοι κάτοικοι πάντες Αγίου Γεωργίου, όπως είναι γνωστό Σεβασμιότατε ότι στερούμεθα προ τεσαρακονταετίας περίπου ιδίου κανονικού εφημερίου ιερέως, έχοντες τοιούτον ένα των εφημερίων Αυλωναρίου όστις μας εκκλησιάζει άπαξ ή δις του μηνός πλην όμως και τούτον εστερήθημεν προ διετίας περίπου διότι και εις Αυλωνάριον ένας και μόνος ιερεύς υπάρχει και συνεπώς έκτοτε διατελούμεν μέχρι της σήμερον άνευ εφημερίου ιερέως.

Επειδή το χωρίον μας κατοικείται εκ 41 περίπου οικογενειών και δύναται να έχει και να διατηρεί ίδιον κανονικόν εφημέριον ιερέαν και ιδίαν ενορίαν και επειδή ο εκ του χωρίου Κρεμαστός Αθανάσιος Μπούρικας δέχεται γενόμενος ιερεύς να κατοικεί εν τω χωρίω και να ζήσει μαζί μας και επειδή ούτος έχει πάντα τα απαιτούμενα προσόντα του ιερέως,καθότι και έγγαμος είναι και ενήλιξ διατρέχων το 38ον έτος της ηλικίας του και καλήν διαγωγήν έχει και γράμματα γνωρίζει και την τάξην της εκκλησίας γνωρίζει καθόσον παιδιόθεν είχε σκοπόν να λάβει το ιερατικόν τούτο επάγγελμα και κατεγίνετο με τα της εκκλησίας ,προτείνομεν τούτον και παρακαλούμε την Σεβασμιότητά Σας να εγκρίνει την χειροτονίαν του.

Ευπειθέστατοι

Οι κάτοικοι του χωρίου Αγίου Γεωργίου.

  1. Ιωάννης Γ. ( Αυτός δεν φαίνεται να είναι Αγιωργήτης. Το επίθετό του δεν μπορώ να το διαβάσω, αλλά δεν μοιάζει Αγιωργήτικο. Είναι ο συντάκτης της αίτησης και μπορεί να ήταν ο δάσκαλος του χωριού, γι αυτό υπογράφει και πρώτος και σαν Αγιωργήτης. Μπορεί επίσης να ήταν και κάποιος Αυλωναρίτης που να ήξερε γράμματα. Όταν προχωρήσετε πιο κάτω, θα δείτε σε ένα έγγραφο του 1907, ότι υπήρχε στο Αυλωνάρι ένας συμβολαιογράφος με το όνομα Παναγιώτης Γ. Γκιζελής. Θα μπορούσε λοιπόν ο Ιωάννης να ήταν αδελφός του Παναγιώτη και να ήξερε και αυτός γράμματα. Η γνώμη μου είναι ότι αυτή η υπογραφή πλησιάζει αρκετά προς το Γκιζελής. )
  2. Ιωάννης Γεωργίου Φιλάος (ήταν ο πρόεδρος του χωριού)
  3. Παναγιώτης Κυριάκου Αϊδίνης
  4. Λάμπρος Αντωνίου Βάσσος
  5. Γεώργιος Αντωνίου Βάσσος
  6. Χαράλαμπος Δημητρίου
  7. Σταμάτης Δημητρίου Αϊδίνης
  8. Γεώργιος Φιλάος
  9. Δημήτριος Αποστόλου Αϊδίνης
  10. Ιωάννης Δημητρίου Αϊδίνης
  11. Νικόλαος Αποστόλου Αϊδίνης
  12. Νικόλαος Γεωργίου Φιλάος
  13. Αναστάσιος Γεωργίου Φιλάος
  14. Αντώνιος Βάσσος
  15. Γεώργιος Καραμουζάς
  16. Ιωάννης Ντούνας
  17. Αριστείδης Κυριάκου Αϊδίνης
  18. Κωνσταντίνος Νικολάου Ρήγας
  19. Κωνσταντίνος Γ.Μπαχάρας
  20. Ιωάννης Καραμουζάς
  21. Χρήστος Μπαχάρας
  22. Προκόπης Μπαχάρας
  23. Γεώργιος Π. Θεοδώρου
  24. Νάσος Θεοδόση Ρήγας
  25. Δημήτριος Γεωργίου Αϊδίνης
  26. Ιωάννης Κυριάκου Αϊδίνης
  27. Χαράλαμπος Αϊδίνης
  28. Απόστολος Κεφάλας

Στην φωτοτυπία από το πρωτότυπο μπορείτε να δείτε, ότι τα ονόματα αρκετών από τους κατοίκους του χωριού δεν είναι γραμμένα από τους ίδιους (γιατί ήταν αγράμματοι) ,αλλά για λογαριασμό τους τα έγραφε κάποιος που ήξερε γράμματα και αυτοί απλά υπέγραφαν. Στην συγκεκριμένη αίτηση, εκτός από τον συντάκτη έχει γράψει αρκετά ονόματα και κάποιος Π. Χροναίος που μάλλον ήταν Αυλωναρίτης. Μαζί με την αίτηση των κατοίκων, προς το Σεβασμιότατο Επίσκοπο Καρυστίας (στην Κύμη) στέλνουν και μία δήλωση του ίδιου του Αθανασίου Μπούρικα, που λέει ότι δέχεται να χειροτονηθεί εφημέριος στο χωριό μας, καθώς επίσης και ένα πιστοποιητικό του Δημοτικού Σχολείου Κονιστρών, με ημερομηνία έκδοσης την 20η Αυγούστου του 1870 που γράφει ότι ο Αθανάσιος Μπούρικας «ξέρει γράμματα». Να δούμε αυτή τη δήλωση και το πιστοποιητικό.

Αρχείο Βεβαίβση

Και τα δύο έγγραφα πιστεύω ότι διαβάζονται εύκολα.

Εκεί που υπογράφει ο Αθανάσιος Μπούρικας βλέπουμε ότι τα τρία πρώτα γράμματα στο όνομα του πατέρα του είναι Σ,τ,α….Όμως δεν μπορούμε να ξέρουμε αν τον έλεγαν Σταύρο, ή Σταμάτη ή κάπως αλλιώς. Στο γενεαλογικό δένδρο των Μπουρικαίων που κοίταξα, δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη, γιατί κανένα από τα παιδιά του δεν έχει όνομα που να ταιριάζει ή να πλησιάζει σε κάτι από Σταύρο, ή από Σταμάτη ή σε κάτι άλλο που να αρχίζει από Στα…Επειδή ο Αθανάσιος Μπούρικας από μικρό παιδί είχε φύγει από την οικογένειά του, ( μεγάλωσε στην Μονή Κλιβάνου, στην οποία έμαθε και να διαβάζει και τα εκκλησιαστικά ) φαίνεται ότι οι δεσμοί συγγένειας ανάμεσά τους δεν ήταν και πολύ ισχυροί, (δεν τα είχαν καλά που λέμε), γι αυτό και σε όλα τα παιδιά του έδωσε ονόματα που δεν είχαν καμία σχέση με το όνομα του πατέρα του.

Γυρίζουμε τώρα πίσω , στην 1η Νοεμβρίου του 1870, όταν οι κάτοικοι του χωριού στέλνουν την αίτησή τους στον Σεβασμιότατο Επίσκοπο Καρυστίας και του ζητούν να χειροτονηθεί ιερέας στο χωριό μας ο Αθανάσιος Μπούρικας. Ο Σεβασμιότατος Επίσκοπος , όπως είναι φυσικό γράφει και διαβιβάζει στις 13 Νοεμβρίου την δική του αναφορά προς την Ιερά Σύνοδο, στην οποία αναφέρει λίγο- πολύ αυτά που περιέχονται στην αίτηση των κατοίκων του χωριού και ζητά από την Ιερά Σύνοδο να εξετάσει την περίπτωση και εάν εγκρίνει να του δώσοει την άδεια να προχωρήσει στην χειροτονία του Αθανασίου Μπούρικα ως εφημέριου του χωριού μας.

Δείτε την αναφορά του Σεβασμιότατου Επίσκοπου Καρυστίας Μακαρίου Καλλιάρχη.

Αρχείο

Γράφει μεταξύ άλλων ο Καρυστίας, ότι οι κάτοικοι του Άγίου Γεωργίου,που αποτελείται από 40 περίπου οικογένειες, ζητούν ένα ιερέα ως εφημέριο, γιατί το χωριό δεν αποτελεί ιδίαν ενορία και εφημερεύεται από πολλών ετών από τον εφημέριο του χωρίου Αυλωναρίου του Δήμου Αυλώνος. Εσχάτως δε όταν συνέταξα τον ενοριακόν πίνακα της Επισκοπής μου δια το τρέχον έτος, είχα την πρόθεση εις την ενορίαν του Αυλωναρίου (πρωτευούσης του δήμου Αυλώνος) να συμπεριλάβω και το χωρίον τούτο ως χηρεύον ιερέως. Αλλά οι στερημένοι κάτοικοι, που στεναχωρούνται γιατί δεν μπορούν να εκπληρώσουν τις θρησκευτικές τους ανάγκες, όπως αναφέρουν, διαπιστώνουν ότι δεν επαρκεί ο ένας και μόνον ιερέας που απέμεινε στο Αυλωνάρι και ζητούν να αποτελέσουν ιδίαν κανονική ενορία. Προτείνουν ως εφημέριο τον Αθανάσιο Μπούρικα που είναι μεν κάτοικος Κρεμαστού που απέχει από τον Αγιώργη μία ώρα περίπου, όμως υπόσχεται να κατοικήσει οικογενειακώς στον Άγιο Γεώργιο αν χειροτονηθεί εφημέριος του χωριού. Για τα προσόντα του υποψηφίου συμφωνώ και εγώ ,όπως και οι ενδιαφερόμενοι, ότι πράγματι έχει τα προσόντα που χρειάζονται για να χειροτονηθεί Ιερέας, έχει την κανονική ηλικία γιατί διατρέχει το 38 έτος της ηλικίας του, έχει ανεπίληπτο διαγωγή, είναι ήσυχος, διαβάζει καλά και γνωρίζει πολύ καλά τα εκκλησιαστικά γιατί έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, από παιδί, στην Μονή Κλιβάνου, ως δόκιμος και υπηρέτης της Μονής. Μετά τον έγγαμον αυτού βίον δεν έπαυσεν εξακολουθών τακτικώς αναγιγνώσκων εις την εκκλησίαν του χωρίου του, μόνον δε κατά την γραφήν είναι ελλιπής. Προτεινομένου όθεν ως υποψηφίου επαφίεται εις την έγκριση της Ιεράς Συνόδου, η υποψηφιότητα αυτή.

Εγκλείεται επίσης συν τοις άλλοις και πιστοποιητικό του δημοδιδασκάλου περί της ικανότητος αυτού.

Στις 7 Δεκεμβρίου 1870 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στέλνει την απάντησή της για το θέμα αυτό στον Σεβασμιότατο Επίσκοπο Καρυστίας , η οποία ήταν αρνητική. Ο λόγος της άρνησης ήταν, ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε απολυτήριο Δημοτικού Σχολείου. Προτείνουν λοιπόν να πάρει ο ενδιαφερόμενος το απολυτήριο του Δημοτικού και να επανέλθει και πάλι με νέα αίτηση για να εξετάσουν την περίπτωσή του.

Αίτηση

Γράφει η απάντηση της Ιεράς Συνόδου προς τον Καρυστίας:

Απαντώντας στην από 13 του περασμένου μηνός αναφοράς σας, ότι πρέπει η Σύνοδος να αποφανθεί περί την χειροτονίαν πρεσβυτέρου που προτείνατε στην Επισκοπή σας, αναφέρουμε ότι ο προτεινόμενος κρίνεται ακατάλληλος, γιατί δεν έχει απολυτήριο Δημοτικού Σχολείου. Πρέπει λοιπόν να υποβάλλετε στην Σύνοδο, εκ μέρους του προτεινομένου, απολυτήριο πρωτοβαθμίου δημοδιδασκάλου της επαρχίας συμφώνως προς τας διατάξεις της από 22 Δεκεμβρίου 1866 της υπ αρίθμ. 7931883 εγκυκλίου του Υπουργείου.

Επειδή η απάντηση της Ιεράς Συνόδου ήταν ξεκάθαρη, ο Αθανάσιος Μπούρικας δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και γι αυτό πήγε πράγματι στην Κύμη στις 10 Ιανουαρίου 1871 και «εξετάστηκε» από επιτροπή στο Δημοτικό Σχολείο Κύμης. Κρίθηκε άξιος γιατί γνώριζε τα μαθήματα που διδάσκονται στο Δημοτικό Σχολείο και πήρε απολυτήριο με βαθμό «καλώς»

Αίτηση

Προσκομίζει λοιπόν ο Αθανάσιος Μπούρικας το απολυτήριο του Δημοτικού Σχολείου που πήρε στον Σεβασμιότατο Επίσκοπο Καρυστίας , ο οποίος με τη σειρά του το στέλνει στις 11 Φεβρουαρίου 1871 στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Αρχείο

Κατά την υπ αρίθμ. 2339 της από 7 Δεκεμβρίου παρελθόντος έτους διαταγήν της Ιεράς Συνόδου, πέμπεται εις Αυτήν πιστοποιητικόν πρωτοβαθμίου δημοδιδασκάλου Κύμης, αφορών την δημοτικήν εκπαίδευσιν, του δια της υπ αρίθμ. 870 της από 16 Νοεμβρίου παρελθόντος έτους αναφοράς μου προταθέντος υποψηφίου Αθανασίου Μπούρικα εκ του χωρίου Κρεμαστού του δήμου Κονιστρίων δια ιερεύς του χωρίου Άγιος Γεώργιος.

Μετά την υποβολή των συμπληρωματικών στοιχείων ( δηλαδή του απολυτηρίου Δημοτικού Σχολείου) που ζητούσε η Ιερά Σύνοδος, άνοιξε ο δρόμος για την χειροτονία του Αθανασίου Μπούρικα, ως ιερέως εις το χωριό μας. Δείτε πιο κάτω την απάντηση που στέλνει στις 3 Μαρτίου 1871 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Σεβασμιότατο Επίσκοπο Καρυστίας, με την οποία του επιτρέπει να χειροτονήσει ιερέα, εφημέριο του χωριού μας τον Αθανάσιο Μπούρικα, τον πρώτο παπά του χωριού μας, τον γνωστό από τότε ως Παπαθανάση.

Αρχείο

Να δούμε τέλος, για να τελειώνουμε με τα έγγραφα, που μάλλον θα σας κούρασαν και ένα τρίτο έγγραφο που μου έδωσε η πολύ αγαπητή Γιάννα Φιλάου, που όπως μπορείτε να δείτε και στο γενεαλογικό δένδρο των Φιλάων είναι «δικό μας παιδί» είναι Αγιωργητάκι στην καταγωγή και ζει στην Ερέτρια. Πρόκειται για ένα υποθηκοδάνειον δραχμών 318 με ημερομηνία την 30 Ιανουαρίου του 1897, μεταξύ του Αγιωργήτη Νικολάου Ιωάννη Φιλάου από την μια μεριά και του Αυλωναρίτη κτηματία Κλεάνθη Αναστασόπουλου από την άλλη.

Αρχείο Αρχείο

Μετά από την ανάγνωση αυτού του εγγράφου, μου λύθηκε και άλλη μία απορία που είχα, όταν ήμουν παιδί. Θυμάμαι ότι ρωτούσα αρκετές φορές να μάθω ποιανού είναι κάποιο χωράφι και άκουγα τον παππού μου, ή άλλους συγχωριανούς να μου λένε, ότι ήταν του Αναστασόπουλου από το Αυλωνάρι. Δεν μπορούσα όμως να «χωνέψω» πως μπορεί ένας Αυλωναρίτης, να έχει τόσα χωράφια στην κτηματική περιφέρεια του χωριού μας, όπως είχε ο Αναστασόπουλος και αυτό ομολογώ ότι με ενοχλούσε. Δεν ξέρω γιατί αλλά με ενοχλούσε. Προσέξτε να δείτε λοιπόν πως τα αποκτούσε. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, ο Νικόλαος Φιλάος «Προς ασφάλειαν του κεφαλαίου και των τρεξάντων τόκων χορηγεί το δικαίωμα εις το ειρημένον πιστωτήν του Κλεάνθην Αναστασόπουλον να ζητήση και εγγράψη υποθήκην πρώτην εις τα βιβλία των υποθηκών του Δήμου Αυλώνος άνευ της συμπράξεώς του και άνευ κοινοποιήσεως της ετέρας περιλήψεως επί των εξής κτημάτων του, κειμένων εις την περιφέρειαν του χωρίου Αγίου Γεωργίου του Δήμου Αυλώνος ήτοι: 1) Ενός αγρού εις θέσιν «Βατία» στρεμμάτων έξι (6) περίπου μετά των εν αυτώ, συνορευομένου γύρωθεν με Γεώργιον Ν.Αϊδίνη ,Βασίλειον Χρ. Κρόκον, Αθανάσιον Α. Ρήγα και Άννας συζ. Γ. Παναγιάρη και 2) Επί μιας χαμωγαίου; οικίας κειμένης εντός του χωρίου Άγιος Γεώργιος μετά του προαυλίου της, συνορευομένης γύροθεν με Σταμ.Ιωάνν. Φιλάον, Ιωάνν.Γ. Φιλάον, Δημήτρ. Αϊδίνην ή Τρακοσάρην και Νικόλ. Τσάλα. Εφ ώ συνετάχθη το παρόν κλπ….».

<–pagebreak–>

Ο Νικολός ο Τσάλας έμενε εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Χαρ. Κρόκου ( του Γιογιά ). Ένα μέρος από το χωράφι που είχε ο Νικολός ο Τσάλας και που μέσα βρισκότανε το σπίτι του, ( το πάνω μέρος προς του Παπαγιώργη) το έδωσε προίκα στην κόρη του την Κατερίνα που παντρεύτηκε το Ρημίτα. Εκεί αυτοί έχτισαν το σπίτι τους, που σήμερα το έχει ο εγγονός του Ρημίτα ο Τάσος Κ. Αϊδίνης. Άρα το σπίτι που έβαλε υποθήκη ο Νικόλαος Φιλάος, σύμφωνα με τους συνορίτες που είχε, ήταν εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του του Σοφοκλή (του Φαλάγκρα). Η περιοχή στην οποία εγκαταστάθηκε από την αρχή η οικογένεια Φιλάου, άρχιζε απέναντι από το κρεοπωλείο του Μπελιά (από της Βασίλως το σπίτι για τους παλαιότερους) και έφτανε μέχρι κάτω στο σπίτι που μένει σήμερα ο Σοφοκλής. Δείτε το γενεαλογικό δένδρο και θα καταλάβετε.

Με λίγα λόγια, για να επανέλθουμε στο θέμα μας, ο Αναστασόπουλος εκείνα τα χρόνια ήταν αυτός που είχε τα λεφτά. Οι φτωχοί Αγιωργήτες, για τις διάφορες ανάγκες τους κατέφευγαν σε αυτόν για να δανειστούν. (Και ο παππούς μου, όπως μου είχε πει, μαζί με τον αδελφό του τον Μήτσο, είχαν δανειστεί για να παντρέψουν την αδελφή τους την Κρεούζα). Ο Αναστασόπουλος δεν έλεγε όχι σε αυτούς που του ζητούσαν δανεικά. Τους δάνειζε όλους, αλλά για να εξασφαλίσει τα λεφτά του, τους υποχρέωνε να βάζουν υποθήκη ένα μέρος, ή και όλη την περιουσία τους (αν αυτή δεν ήταν και πολύ μεγάλη). Όσοι από τους χωριάτες μας όμως, δεν κατάφερναν να ξεπληρώσουν το χρέος τους, έχαναν όσα είχαν βάλει υποθήκη, που τις περισσότερες φορές ήταν χωράφια. Να γιατί λοιπόν βρέθηκε με χωράφια στον Αγιώργη ο Αναστασόπουλος.

Μετά από τα έγγραφα που είδατε, ας ρίξουμε μια ματιά για να δούμε και μερικά στοιχεία για τις οικογένειες που συναντάμε στα γενεαλογικά δένδρα. Θα προσπαθήσουμε να δούμε τις οικογένειες και όσα στοιχεία διαθέτουμε γι αυτές, σαν δύο μεγάλες ομάδες. Την πρώτη ομάδα θα αποτελέσουν οι οικογένειες που είναι, ή που πιστεύουμε ότι είναι οι «ντόπιοι» Αγιωργήτες και την δεύτερη ομάδα αυτοί που εγώ τους έχω βαφτίσει «εισαγόμενους». Η δεύτερη ομάδα έχει και τις περισσότερες οικογένειες στο χωριό. Οι πιο πολλοί στο χωριό προερχόμαστε από τέτοιους προγόνους που ήρθαν στο χωριό γαμπροί από τα διπλανά χωριά. Όλους αυτούς έχουμε την δυνατότητα να τους δούμε έναν προς έναν και αυτό θα το κάνουμε στη συνέχεια. Το δύσκολο για μένα, αλλά και για όλους μας πιστεύω, είναι να εντοπίσουμε ποιοί είναι οι ντόπιοι Αγιωργήτες. Ακόμα πιο δύσκολο είναι (γιατί δεν υπάρχει δυστυχώς κανένα στοιχείο), να βρούμε αν υπάρχει, ή υπάρχουν οικογένειες στο χωριό μας, που οι πρόγονοί τους να έζησαν στο παλιό χωριό, (δηλαδή πριν από το 1688) και να ήρθαν στο χωριό, μετά από την καταστροφή του παλιού χωριού. Στην απορία μας αυτή δεν μπορεί να απαντήσει σήμερα κανένας. Στο μέλλον μπορεί να βρεθούν στοιχεία και να έχουμε απάντηση. Σήμερα όμως έχουμε απόλυτο σκοτάδι. Η λογική λέει ότι μάλλον θα υπήρχαν κανα - δυο οικογένειες, αλλά ποιες να ήταν αυτές; Θα είχαν άραγε (αν είχαν τότε) τα ίδια επίθετα με τα σημερινά ή θα τα απέκτησαν στην πορεία; Επειδή δεν μπορώ να «βγάλω» άκρη το σταματάω εδώ και θα θεωρώ πλέον σαν «ντόπιους» από εδώ και πέρα, όλους όσους έζησαν στο χωρίο από τις αρχές του 1800. Όλες τις οικογένειες δηλαδή που συνυπήρξαν με τους Τούρκους και έζησαν στην επανάσταση του 1821. Αν ξεκινήσουμε αλφαβητικά η πρώτη οικογένεια που συναντάμε είναι οι Αϊδίνηδες. Σύμφωνα με το γενεαλογικό τους δένδρο αλλά και με το έγγραφο του 1870 οι δύο πρώτοι Αϊδίνηδες που ξέρουμε, ήταν ο Αποστόλης και ο Γιώργης. Το πιθανότερο κατά την γνώμη μου, είναι να γεννήθηκαν αυτοί οι δύο στο χωριό στα τέλη του 1700 με αρχές του 1800. Αν ήταν αδέλφια (που μάλλον ήταν) ο πατέρας τους θα ήταν ένας από τους πιο παλιούς Αγιωργήτες, που δεν ξέρουμε το όνομά του γεννημένος γύρω στα 1770 και η οικογένειά τους, μια από τις πιο παλιές του χωριού. Αναφέρω αυτές τις χρονολογίες, γιατί σύμφωνα με τα έγγραφα, το 1839 που ο Αποστόλης κάνει την αίτηση, θα πρέπει να ήταν καμιά σαρανταριά χρονών (λίγο πιο πάνω ή λίγο πιο κάτω δεν έχει ιδιαίτερη σημασία). Κάπου εκεί πρέπει να ήταν και ο Γιώργης. Πιστεύω ότι είχαν αυτές τις ηλικίες γιατί δεν φαίνονται να υπογράφουν μαζί με τους άλλους Αγιωργήτες για τον Παπαθανάση τον Μπούρικα, όπως έκαναν μερικά από τα παιδιά και τα εγγόνια τους το 1870, (δηλαδή τριάντα χρόνια μετά), που σημαίνει ότι, ή είχαν πεθάνει, ή ήταν πολύ γέροι. (Ένας άνθρωπος 70 χρονών και έδειχνε και ήταν εκείνα τα χρόνια γέρος).

Όμως αυτή η αίτηση του 1839, με κάνει να σκέφτομαι με την άκρη του μυαλού μου, μήπως αυτά τα δύο παιδιά δεν γεννήθηκαν στο χωριό, αλλά να ήρθαν στο χωριό μεγάλοι, (όπως έκαναν και οι πρόγονοι των περισσοτέρων οικογενειών του χωριού). Έχω γράψει πιο πάνω τους λόγους που έκαναν το χωριό μας ελκυστικό για τους κατοίκους των γύρω χωριών και όχι μόνο. Ο Αποστόλης και ο Γιώργης λοιπόν πρέπει να ήλθαν (αν ήλθαν) στο χωριό αμέσως ή λίγο μετά από την απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους, γύρω στα 1835 με 1837. Από πού να ήλθαν δεν ξέρουμε. Πάντως από τα διπλανά κοντινά χωριά, όπως ήλθαν όλοι οι άλλοι πρόγονοι των οικογενειών του χωριού ( οι εισαγόμενοι) δεν ήλθαν, γιατί αυτό το όνομα δεν κυκλοφορεί πουθενά στα γύρω χωριά και όπου υπάρχουν, (Αυλωνάρι, Επισκοπή κλπ) είναι Αγιωργήτικα κλωνάρια. Το Αϊδίνης φαίνεται να έχει σχέση με το Αϊδίνιον της Μ. Ασίας (πολλά επίθετα δείχνουν τον τόπο καταγωγής). Έχει γράψει σχετικά με αυτό και ο Θανάσης ο Τσάλας πιο παλιά στα «Αγιωργήτικα Νέα». Για να ήλθαν τα δύο «αδέλφια» όμως κατ ευθείαν από το Αϊδίνιον (για πολλούς μαζί δεν το συζητάμε καθόλου, γιατί όπως φαίνεται και στο γενεαλογικό τους δένδρο, όλοι οι Αϊδίνηδες προέρχονται από αυτούς τους δύο) δεν είναι απίθανο, αλλά είναι λίγο δύσκολο. Πιο πιθανό φαίνεται να ήλθαν στο χωριό έμμεσα, δηλαδή κάποιοι πρόγονοί τους, πατεράδες παππούδες κλπ (15 γενιές είπαμε είναι αυτές) να ήλθαν κάπου στην Ελλάδα από το Αϊδίνιον και οι «δικοί μας» να ήλθαν στο χωριό μετά από κάποιον ενδιάμεσο, ή ενδιάμεσους σταθμούς. Ο λόγος λοιπόν που με κάνει να σκέφτομαι και αυτό το σενάριο, όπως έγραψα και πιο πάνω, (δηλαδή να μην γεννήθηκαν στο χωριό, αλλά να ήρθαν σε αυτό μεγάλοι), είναι αυτή η αίτηση του Αποστόλη Αϊδίνη, για την περιουσία της Μονής Μερνάγι. Δεν πιστεύω ότι ήταν εύκολο για κάποιον από τους Αγιωργήτες της εποχής εκείνης να ήξερε τόσο καλά την δομή και τις υπηρεσίες του κράτους, και να είχε τις διασυνδέσεις, ώστε να φτάσει μέχρι την Αθήνα για να κάνει αυτή την αίτηση. Οι Αγιωργήτες τότε, δεν πρέπει να ήξεραν κατά την γνώμη μου, αν υπάρχει κράτος, αν υπάρχει Αθήνα και κατε που «πέφτει» αυτή. Άρα για να τα γνώριζε αυτά ο Αποστόλης, έχω την μικρή υποψία, χωρίς όμως να είμαι σίγουρος, ότι αυτά τα δύο (αδέλφια;), θα ζούσαν κάπου πιο «μέσα» και έτσι θα γνώριζαν κάτι παραπάνω από τους ντόπιους. Πιθανόν δε να ήρθαν στο χωριό μας και μετά από κανένα προξενιό σαν γαμπροί. Δεν παίρνω θέση γιατί δεν ξέρω, αλλά όπως και αν είναι η πραγματικότητα, οι Αϊδίνηδες είτε με τον ένα , είτε με το άλλο τρόπο, είναι μία παλιά μεγάλη οικογένεια, που έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες οικογένειες του χωριού μας.

Να πούμε στο σημείο αυτό ότι, θα συναντήσουμε σε αρκετά γενεαλογικά δένδρα, οικογένειες με το ίδιο επώνυμο, χωρίς όμως να είναι μεταξύ τους συγγενείς, (άρα διαφορετικά γενεαλογικά δένδρα). Αυτό συμβαίνει, γιατί τα παλιά χρόνια (μετά από την απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους), κατέβαιναν από τα γύρω ορεινότερα χωριά προς το χωριό μας μικρά παιδιά, κυρίως αγόρια, φτωχά και ορφανά, που δεν ήξεραν ούτε από πού είναι, ούτε ποιανού είναι. Αυτά τα παιδιά τα απασχολούσαν κάποιες οικογένειες, κυρίως σαν βοσκούς των κοπαδιών τους και τα είχαν σαν ψυχογιούς. Όταν λοιπόν κάποια στιγμή χρειαζόταν να απογραφούν, δεν ήξεραν να απαντήσουν ούτε πως λέγονται, ούτε από πού είναι, ούτε πόσων χρονών είναι, ούτε τίποτα. Γι αυτό λοιπόν αυτοί που έκαναν την απογραφή, στην απόγνωσή τους επάνω και για να τελειώνουν, ρωτούσαν αυτά τα παιδιά για να τους πουν σε ποιές οικογένειες «δουλεύουν». Αν κάποιο από αυτά τα παιδιά απαντούσε π.χ. ότι φιλάει τα πρόβατα του Γιάννη του Μούντριχα, τον κατέγραφαν σαν Μούντριχα (χωρίς να είναι) και έτσι με τον τρόπο αυτό, αυτά τα παιδιά αποκτούσαν επώνυμο και μετά, αφού μεγάλωναν στο χωριό, παντρευόντουσαν κάποια κοπέλα από το χωριό, έκαναν οικογένεια και είχαν το ίδιο επώνυμο με κάποιες άλλες οικογένειες, χωρίς όμως να είναι και συγγενείς.

Μετά από τους Αϊδίνηδες, αλφαβητική σειρά έχει η οικογένεια Αμπελιώτη. Αυτοί είναι καθαρά εισαγόμενοι. Ήρθαν και τα δύο αδέλφια (ο Δημήτρης και ο Παναγιώτης) γαμπροί στο χωριό μας από τον Οξύλιθο. Αν κοιτάξουμε τους γάμους που έχουν γίνει στο χωριό από το 1913 μέχρι το 1941. (Υπάρχουν μέσα στο agiorgitatsi και μπορείτε να τους δείτε και εσείς), θα δούμε ότι ο γάμος του Δημήτρη Αμπελιώτη έγινε τον Ιούλιο του 1917, χωρίς όμως να αναγράφεται ούτε η δική του ηλικία, ούτε η ηλικία της νύφης. Κάπου εκεί κοντά, μάλλον λίγο πριν από το 1913 (γιατί δεν έχουμε πριν από το 1913 καταγεγραμμένους γάμους) , θα ήρθε γαμπρός στο χωριό ο πιο μεγάλος αδελφός του, ο Παναγιώτης και θα έφερε μετά γαμπρό στο χωριό μας και τον αδελφό του τον Δημήτρη.

Συνεχίζουμε και μετά από τους Αϊδίνηδες, θα πρέπει να τοποθετήσουμε στην ίδια κατηγορία με αυτούς, δηλαδή στους παλιούς Αγιωργήτες και την οικογένεια Βάσσου.

Για την οικογένεια Βάσσου λοιπόν, δεν έχουμε καμία ένδειξη περί εισαγωγής. Στην αίτηση προς τον Επίσκοπο Καρυστίας, για να χειροτονηθεί ο Αθανάσιος Μπούρικας παπάς στο χωριό μας, υπογράφουν ο πατέρας ο Γεραντώνης και οι δύο πιο μεγάλοι γιοί του, ο Λάμπρος και ο Γιώργης. Για να είναι οι δύο γιοί ενήλικες και να υπογράφουν την αίτηση, θα πρέπει να ήταν το 1870 περίπου 25 – 30 χρονών ο καθένας τους, (θα είχαν γεννηθεί δηλαδή περίπου το 1840 με 1845), άρα ο πατέρας τους ο Αντώνης θα ήταν από 50 χρονών και πάνω. Αυτό σημαίνει ότι θα γεννήθηκε πριν από το 1821. Γι αυτό λοιπόν την οικογένεια Βάσσου την τοποθετούμε στις πιο παλιές οικογένειες του χωριού μας.

Συνεχίζουμε με την οικογένεια Δημητρίου. Για την οικογένεια αυτή ξέρουμε ότι ο πρώτος Δημητρίου (ο Χαράλαμπος, που υπογράφει στην αίτηση για τον Παπαθανάση), ήρθε γαμπρός στο χωριό μας από την Κύμη, γύρω στα 1850 με 1860. Γι αυτό άλλωστε και ο εγγονός του ο Κώστας, όταν ενηλικιώθηκε έφυγε από το χωριό και πήγε και εγκαταστάθηκε στην Κύμη κοντά στους συγγενείς του. Η οικογένεια αυτή φαίνεται ότι ανήκει στους εισαγόμενους. Όμως επειδή η εισαγωγή έγινε αρκετά παλιά, πιστεύω ότι πρέπει να τοποθετήσουμε και αυτούς στους παλιούς Αγιωργήτες.

Μετά και από τους Δημητρίου σειρά έχουν οι Καντάρηδες. Όμως για την οικογένεια αυτή, όπως έχω αναφέρει και αρκετά πιο πριν, έχω κάποιους προβληματισμούς. Λογικά θα έπρεπε αυτή η οικογένεια να είναι μία από τις παλαιότερες, αν όχι η παλαιότερη (μαζί με τους Ρηγαίους) οικογένειες του χωριού. Το ότι οι δύο βασικές συνοικίες του χωριού μας, είναι οι Ρηγιάνοι και οι Κανταριάνοι μας αφήνει να φανταστούμε ότι κάπως έτσι πρέπει να «ξεκίνησε» το χωριό και μας οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Όμως αν ρίξουμε μια ματιά, πρώτα στο γενεαλογικό τους δένδρο, θα δούμε ότι οι ρίζες του δεν φτάνουν σε μεγάλο βάθος. Δεν είμαστε όμως σίγουροι αν πρόκειται και για ένα δένδρο. Οι δύο πρώτοι Καντάρηδες, πιστεύουμε ότι ήταν ξαδέλφια (σίγουρα όχι αδέλφια), αλλά και γι αυτό δεν είμαστε σίγουροι. Θυμάμαι τον παππού μου, που όταν φτάσαμε στην οικογένεια αυτή, «στριμώχτηκε» και δυσκολευόταν να μου πει τις πληροφορίες που του ζητούσα, ενώ τις άλλες οικογένειες που ήταν από τις παλιές του χωριού τις «έπαιζε στα δάχτυλα». Ένα άλλο στοιχείο που μου έχει κάνει εντύπωση και με έχει προβληματίσει, είναι η απουσία των Καντάρηδων από την αίτηση προς τον Καρυστίας, για να χειροτονηθεί παπάς στο χωριό ο Παπαθανάσης. Υπήρχαν άραγε τότε Καντάρηδες στο χωριό και απλά δεν υπέγραψαν γιατί πιθανόν διαφωνούσαν με την επιλογή αυτή; Αν υπήρχαν τότε πράγματι θα ήταν μία από τις παλιές οικογένειες. Δεν υπήρχαν και ήρθαν στο χωριό λίγο αργότερα; Τότε δεν μπορούμε και δεν πρέπει να τους κατατάξουμε στις παλιές οικογένειες του χωριού. Προσπάθησα να βγάλω μία άκρη κοιτάζοντας όπως έγραψα και παραπάνω, τους γάμους που έχουν γίνει στο χωριό από το 1913 μέχρι το 1941. Συγκεκριμένα είδα ότι το 1914 και το 1916, έκαναν τους γάμους τους ο Σταμάτης και ο Λουκάς Καντάρης που ήταν αδέλφια. Και οι δύο όταν παντρεύτηκαν ήταν 25 χρονών. Άρα είχαν γεννηθεί, ο Σταμάτης το 1889 και ο Λουκάς το 1891. Όταν γεννήθηκαν ο πατέρας τους ο Γιώργης θα ήταν καμιά εικοσιπενταριά με τριάντα χρονών. Άρα θα είχε γεννηθεί και αυτός γύρω στα 1860 με 1865. Επομένως για να υπογράψει για τον Παπαθανάση μαζί με τους άλλους Αγιωργήτες, ήταν αδύνατο, γιατί το 1870 που υπέγραφαν οι άλλοι, αυτός θα ήταν παιδί πέντε με δέκα χρονών. Θα μπορούσε όμως να έχει υπογράψει ο πατέρας του που θα είχε το 1870 την κατάλληλη ηλικία. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει υπογραφή, ούτε από τον πατέρα του Γιώργη, αλλά ούτε και από κανέναν Καντάρη, με κάνει να πιστεύω (χωρίς και εδώ να είμαι σίγουρος), ότι εκείνα τα χρόνια δεν πρέπει να είχε το χωριό Καντάρηδες. Πιο πιθανό βλέπω να ήρθαν στο χωριό (από πού δεν ξέρουμε) οι δύο πρώτοι Καντάρηδες, δηλαδή ο Γιώργης με τον Τάσο, γύρω στα 1880 με 1890. Ο Γιώργης μπορεί να ήρθε στο χωριό και παντρεμένος, γιατί η γυναίκα του δεν ήταν Αγιωργήτισσα, ενώ ο Τάσος παντρεύτηκε στο χωριό, όπως μπορείτε να δείτε και στο γενεαλογικό τους δένδρο. Όμως έχω και μια άλλη απορία. Αν πράγματι ήρθαν στο χωριό τις χρονολογίες που υποθέτω πιο πάνω, δηλαδή πολύ πιο αργά από κάποιες άλλες οικογένειες, πια δύναμη ήταν αυτή που «επέβαλε» και καθιέρωσε την ονομασία Κανταριάνοι στο μισό σχεδόν χωριό; Πώς «πέρασε» αυτή η ονομασία και στις υπόλοιπες οικογένειες; Λογικά αυτό πρέπει να έγινε σιγά-σιγά και δεν πρέπει να έχει σχέση με το παλιό χωριό. Πρέπει να είναι νεώτερο «φαινόμενο». Στην αρχή όταν έλεγαν στους Κανταριάνους, θα εννοούσαν την περιοχή στην οποία ήταν και είναι χτισμένα και σήμερα, τα σπίτια του Λούη, του Έλληνα και του Κοϊδόνη (το παλιό του Καρκασόνια), που ξεχώριζαν λόγω ύψους. Αργότερα με την πάροδο του χρόνου, πρέπει να έγιναν σιγά-σιγά διάφορες «επεκτάσεις στο οικιστικό σχέδιο» από τους ίδιους τους Αγιωργήτες και να προστέθηκαν με την ονομασία αυτή και άλλες γύρω γειτονιές, με αποτέλεσμα οι Κανταριάνοι να μεγαλώσουν και το χωριό μας να αποτελείται πλέον από δύο βασικές περιοχές, τους Ρηγιάνους και τους Κανταριάνους.

Άλλη μια οικογένεια, μάλλον παλιά, χωρίς να έχουμε στοιχεία περί «εισαγωγής» και για αυτή, είναι οι Καραμουζάδες. Και τα δύο ξαδέλφια (ο Γιάννης και ο Γιώργης), έχουν υπογράψει στην αίτηση για τον Παπαθανάση το 1870. Άρα την χρονολογία εκείνη θα ήταν ενήλικες, καμιά τριανταριά με σαράντα ετών. Οπότε θα είχαν γεννηθεί γύρω στα 1830 με 1840. Και αφού αυτοί οι δύο ήταν πρώτα ξαδέλφια, οι γονείς τους ήταν αδέλφια, γεννημένοι στις αρχές του 1800. Άρα παλιά οικογένεια του χωριού και αυτοί και μάλιστα από τις πιο παλιές.

Η επόμενη οικογένεια είναι η οικογένεια Καρκαλέτση. Είναι καθαρά οικογένεια από τους εισαγόμενους, αλλά πριν από την εισαγωγή, είχε προηγηθεί εξαγωγή. Πιο συγκεκριμένα στις αρχές του 1900 η Σταυρούλα Παλαιολόγου από το χωριό μας, παντρεύτηκε στου Γαβαλά τον Δημήτριο Καρκαλέτση. Από τα τέσσερα παιδιά που έκανε (δύο αγόρια και δύο κορίτσια), τα δύο αγόρια, ο Νίκος και ο Βασίλης, ξαναγύρισαν στο χωριό. Ο Νίκος το 1927 και ο Βασίλης το 1935, γιατί παντρεύτηκαν Αγιωργήτισσες. Η κίνηση αυτή, δηλαδή η επιστροφή κάποιων παιδιών στον τόπο καταγωγής των γονέων τους, ήταν συνηθισμένη τα παλιά χρόνια, όταν οι νέοι δεν παντρευόντουσαν «από αίσθημα», αλλά τους περισσότερους τους πάντρευαν οι γονείς τους με προξενιό. Αν κάποιος έχει υπομονή και μελετήσει τα γενεαλογικά δένδρα θα δει αρκετές τέτοιες περιπτώσεις.

Συνεχίζουμε με την οικογένεια Κεφάλα. Αυτοί είναι μεν από τους «εισαγόμενους», αλλά η εισαγωγή έχει γίνει αρκετά παλιά. Ο Αποστόλης Κεφάλας που ήταν από το Ζαπάντι και είχε παντρευτεί στον Κρεμαστό την Αννιώ Χριστοδ. Μούντριχα, έχει υπογράψει στην γνωστή πλέον αίτηση του 1870. Αυτό δείχνει ότι θα ήρθε στο χωριό μας σίγουρα πριν από αυτή την χρονολογία. Αυτό το επιβεβαιώνει και ένα επιπλέον στοιχείο. Το 1859 (έντεκα χρόνια πριν από εμάς) , οι Κρεμαστιανοί έκαναν και αυτοί αίτηση προς τον Επίσκοπο Καρυστίας, για να χειροτονηθεί παπάς στο χωριό τους ο Δημήτριος Κ. Μούντριχας. Στην αίτηση αυτή βρίσκουμε μεταξύ των άλλων υπογραφών και την υπογραφή του Αποστόλη Κεφάλα και του αδελφού του Θανάση. Αυτό μας κάνει να καταλάβουμε ότι το 1859 ο Απόστολος Κεφάλας ήταν ακόμα κάτοικος Κρεμαστού και ότι στο χωριό μας θα ήρθε μετά από την χρονολογία αυτή κάπου δηλαδή μεταξύ του 1860 και 1870. Άρα η οικογένεια αυτή δεν είναι από τις πολύ παλιές του χωριού, αλλά ούτε και από τις νεότερες . Είναι λογικό λοιπόν να τους τοποθετήσουμε σε μια ενδιάμεση κατάσταση.

Τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για να χειροτονηθεί παπάς στον Κρεμαστό ο Δημήτριος Κων. Μούντριχας (που αργότερα οι απόγονοί του, έκαναν όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, το επίθετό τους από Μούντριχας σε Παπαδημητρίου), μπορείτε να τις διαβάσετε, μαζί και με άλλα ενδιαφέροντα, σε μια άλλη εργασία που έχω κάνει, με τίτλο: «Θέατρο Παπαδημητρίου στη Χαλκίδα. Ένα όνομα μία ιστορία.», που βρίσκεται (ή θα βρίσκεται σε λίγο) στο agiorgitatsi.gr

Συνεχίζουμε με την οικογένεια Κρόκου. Είναι από τις πιο παλιές οικογένειες του χωριού. Ο Αναστάσιος Κρόκος (από τον οποίο προέρχονται) ήταν από τη Σέτα, και ήρθε στο χωριό λίγο μετά από την απελευθέρωση μας από τους Τούρκους. Τα παιδία του όμως, (ο Χρήστος και ο Παναγιώτης) ενώ το 1870 ήταν ήδη παντρεμένοι στο χωριό, (άρα είχαν την κατάλληλη ηλικία), δεν φαίνονται να έχουν υπογράψει την γνωστή αίτηση για τον Παπαθανάση. Είναι μάλλον δύο από τις δεκατρείς οικογένειες, που δεν έχουν υπογράψει την αίτηση. ( Το χωριό το 1870 είχε 41 οικογένειες, ενώ οι υπογραφές στην αίτηση είναι 28).

Επόμενη οικογένεια στην σειρά μας είναι οι Λιάπηδες. Είναι καθαρά οικογένεια από τους εισαγόμενους, με πιθανές χρονολογίες εισαγωγής, τα τέλη του 1800. Στο χωριό ήρθαν και παντρεύτηκαν δύο αδέλφια. Ο Λευτέρης και ο Νάνος. Αυτά τα δύο παιδιά, ήταν από τα Μανίκια και όσο ήταν μικρά, φύλαγαν τα γίδια και τα πρόβατα που είχε το μοναστήρι της Κλιβάνου. Στο βιβλίο με τους γάμους, ο πρώτος και μοναδικός γάμος που είναι καταγεγραμμένος το 1913, είναι ο γάμος της κόρης του Νάνου Λιάπη, της Ελένης, που τότε που παντρεύτηκε ήταν 30 χρονών. Άρα είχε γεννηθεί το 1883. Το 1883 λοιπόν, ή λίγα χρόνια πιο πριν, (αν δεν ήταν το πρώτο παιδί της οικογένιας Λιάπη), είναι οι χρονολογίες που ήρθαν οι Λιάπηδες στο χωριό, μέσω Κλιβάνου από τα Μανίκια.

Λίγο αργότερα από τους Λιάπηδες, ήρθαν στο χωριό μας και οι Μακρήδες. (Άρα εισαγόμενοι και αυτοί). Ο πρώτος Μακρής που ήρθε στο χωριό, ήταν ο Γεώργιος Μακρής και ήρθε από την Παναγιά. Το πιο μεγάλο παιδί του Γιώργη, η Μαρία, παντρεύτηκε το 1916 όταν ήταν 22 χρονών, τον Γεώργιο Δρακόπουλο από την Βάθεια. Άρα η Μαρία είχε γεννηθεί το 1894. Κάπου εκεί, ή λίγο πιο πριν είναι και η χρονολογία εισαγωγής της οικογένεια στο χωριό. Να προσέξουμε λίγο για να μην μπερδέψουμε τους Μακρήδες. Οι απόγονοι του αείμνηστου Βασίλη Μακρή, ( που ήταν από το Τραχήλι), δεν έχουν καμία σχέση με τους υπόλοιπους απογόνους Μακρή του χωριού.

Η νεώτερη από όλες, (πριν όμως από την κατοχή) εισαγωγή που έγινε στο χωριό, είναι η οικογένεια Μόσχου. Τα δύο αδέλφια , ο Παναγιώτης και ο Μήτσος, ήρθαν από το Τραχήλι και παντρεύτηκαν στο χωριό. Ο Παναγιώτης ήρθε το 1935 όταν ήταν 25 ετών και ο Μήτσος το 1937. Ο Μήτσος όταν παντρεύτηκε ήταν 16 ετών και η γυναίκα του ήταν 18.

Και τώρα η σειρά της δικής μου οικογένειας. Είναι σαφώς οικογένεια εισαγωγής. Η εισαγωγή έγινε το 1903, με πρώτο Μούντριχα που ήρθε από τον Κρεμαστό τον Προκόπη.

Προχωράμε και συναντάμε μια άλλη πολύ παλιά οικογένεια του χωριού, που μάλλον είναι από τους λίγους ντόπιους και για την οποία δεν έχουμε καμία ένδειξη περί εισαγωγής. Η οικογένεια αυτή είναι οι Μπαχαριάνοι. Το 1870 υπάρχουν και υπογράφουν την αίτηση και τα τρία αδέλφια. (ο Χρήστος, ο Κώστας και ο Προκόπης). Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα και για αυτούς, ότι τότε θα ήταν ο καθένας τους γύρω στα τριάντα με σαράντα χρονών. Άρα ο πατέρας τους ο Γιώργης θα είχε γεννηθεί στα τέλη του 1700 με αρχές του 1800.

Ξαναγυρίζουμε και πάλι στις εισαγωγές. Για την οικογένεια που ακολουθεί (τους Μπουρικαίους), έχουμε γράψει πιο πάνω τόσα πολλά, που νομίζω ότι δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω. Απλά υπενθυμίζω ότι ο Παπαθανάσης έγινε παπάς στο χωριό τον Μάρτιο του 1871, δηλαδή είναι μία ενδιάμεση εισαγωγή.

Στις αρχές του 1900 εμφανίζεται στο χωριό και η οικογένεια Ρέτσα. Η προέλευση είναι ο Γαβαλάς και ο πρώτος που ήρθε στο χωριό ήταν ο Κων/νος Ρέτσας. Ο Παπαγιάννης, που ήταν γιός του, παντρεύτηκε το 1930 όταν ήταν 23 χρονών, άρα γεννήθηκε το 1907. Κάπου εκεί, ή λίγο νωρίτερα θα εμφανίστηκε και η οικογένεια Ρέτσα στο χωριό.

Ακολουθεί η οικογένεια που πιστεύω ότι είναι μία από τις τρεις παλαιότερες του χωριού μας. Η οικογένεια αυτή είναι οι Ρηγαίοι. Δεν προέρχονται όλοι οι Ρηγαίοι από το ίδιο γενεαλογικό δένδρο. Οι «γνήσιοι» Ρηγαίοι είναι οι «Κουτσορηγιάνοι» που είναι και οι περισσότεροι στο χωριό και είναι οι απόγονοι του Νικόλαου και του Θεοδόση Ρήγα. Οι Ρηγαίοι οι απόγονοι του Σπύρου Ρήγα καιτου γιού του του Κλερονόμου, πήραν το όνομα αυτό ( ο Σπύρος) όταν ήρθε στο χωριό από τα ορεινά της Κεντρικής Εύβοιας, επειδή εγκαταστάθηκε σε μια γειτονιά που ήταν γεμάτη Ρηγαίους.

Για τους Σταμελιάδες που ακολουθούν τα είπαμε πιο πάνω. Ο πρώτος που ήρθε στο χωριό από την Αγιαθέκλη ήταν ο Γεώργιος Σταμελιάς γύρω στα 1840 με 1850. Άρα και αυτοί είναι αρκετά παλιά οικογένεια του χωριού.

Πλησιάζουμε προς το τέλος και η επόμενη οικογένεια που συναντάμε είναι η οικογένεια Στάμου. Ο πρώτος Στάμος που ήρθε στο χωριό από τα Μανίκια ήταν ο Νικόλαος Στάμος. Όπως βλέπουμε στο βιβλίο των γάμων δύο από τα παιδιά του Νικολάου Στάμου (ο Χρήστος και ο Κώστας) έκαναν τους γάμους τους το 1914 και 1919, όταν ήταν 28 και 29 χρονών αντίστοιχα. Άρα γεννήθηκαν το 1886 ο Χρήστος και το 1890 ο Κώστας. Αρχές λοιπόν του 1880 είναι η χρονολογίες που εμφανίστηκε η οικογένεια Στάμου στο χωριό.

Αρκετά παλιά οικογένεια του χωριού είναι επίσης και οι Τρακοσάρηδες. Ο πρώτος που ήρθε στο χωριό από τον Κρεμαστό (γύρω στο 1860) ο Νικόλαος Τρακοσάρης δεν έχει υπογράψει ούτε στην αίτηση των Κρεμαστιανών για τον Παπαδημήτρη, ούτε στην αίτηση των Αγιωργητών για τον Παπαθανάση. Σε αντίθεση με αυτόν , ο αδελφός του ο Δημήτρης έχει υπογράψει στην αίτηση των Κρεμαστιανών το 1859 και μάλιστα αν προσέξουμε λίγο την υπογραφή του, θα δούμε ότι υπογράφει ως Τριακοσάρης. Σήμερα κάποιοι από τους νεώτερους απόγονους , έχουν πάρει το «ι» από την αρχή και το έχουν βάλει στο τέλος και υπογράφουν ως Τρακοσιάρης.

Η προτελευταία οικογένεια, είναι η οικογένεια Τσάλα. Κανονικά δεν είναι η οικογένεια , αλλά οι οικογένειες και αυτό γιατί δεν προέρχονται από την ίδια ρίζα, αλλά από δύο διαφορετικές, που και οι δύο όμως μας έρχονται από τις Παραμερίτες. Στο χωριό εμφανίζονται γύρω στα 1860 με 1870 και έτσι μπορούμε να πούμε ότι είναι δύο οικογένειες ενδιάμεσης κατάστασης, ούτε από τις παλιές, ούτε όμως και από τις νεώτερες.

Η τελευταία (αλφαβητικά) οικογένεια είναι η οικογένεια Φιλάου. Είναι από τις παλαιότερες οικογένειες του χωριού. Αν λάβουμε υπ όψιν μας και το γενεαλογικό τους δένδρο, θα δούμε ότι υπάρχουν στο χωριό σίγουρα από τις αρχές του 1800, ίσως και πιο πριν από αυτό.

Έτσι λοιπόν τελειώνοντας, μπορούμε να πούμε και πάλι, ότι οι παλιές οικογένειες του χωριού είναι (πάντα αλφαβητικά) οι οικογένειες Αϊδίνη, Βάσσου, Καραμουζά, Μπαχάρα, Ρήγα και Φιλάου.

Πιστεύω ότι αυτές οι παλιές οικογένειες δεν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα στο χωριό. Και ανάμεσα σε αυτές κάποιες θα ήταν πιο παλιές και κάποιες νεώτερες. Αυτό είναι δύσκολο αυτή τη στιγμή να το βρούμε. Παρ όλα αυτά προσπάθησα να βγάλω μια άκρη και γι αυτό έκανα μία απλή, αλλά λογική πιστεύω σκέψη. Ξεκίνησα από το νερό, που όπως όλοι ξέρουμε είναι το βασικό στοιχείο για να εγκατασταθεί κάποιος σε μια περιοχή. Νερό στην περιοχή που οργανώθηκε σιγά-σιγά το χωριό, υπήρχε εκείνα τα χρόνια στη Βρύση, στου Κοκόση το πηγάδι, αλλά και κατά μήκος των δύο καναλιών που έχουμε περιγράψει πιο πάνω. Άρα αυτοί που ήρθαν πρώτοι σε αυτή την περιοχή, είναι λογικό να εγκαταστάθηκαν, όσο πιο κοντά μπορούσαν στο νερό. Προφανώς θα κοίταξαν και άλλα στοιχεία, όπως π.χ. να είναι και λίγο ίσωμα, να έχει ήλιο, να έχει αέρα κλπ. Αν κοιτάξουμε στην παρακάτω φωτογραφία θα δούμε ότι πιο κοντά στο νερό εγκαταστάθηκαν οι Ρηγαίοι με τους Καραμουζάδες από την μία περιοχή και οι Αϊδίνηδες με τους Φιλάους από την άλλη. Αυτοί πιστεύω ότι είναι και οι παλαιότεροι από τους παλιούς. Το ξαναγράφω. «πιστεύω», που σημαίνει ότι είναι προσωπική εκτίμηση και για να μην λέμε και πάλι τα ίδια, να μην χρησιμοποιηθεί σαν στοιχείο από τους νεώτερους.

Αρχείο

Στην δεύτερη φωτογραφία πιο κάτω, δείχνω τις περιοχές που εγκαταστάθηκαν οι οικογένειες που δημιουργήθηκαν στο χωριό αργότερα, από τα παιδιά των πρώτων οικογενειών, ή από αυτούς που αποφάσιζαν να εγκατασταθούν στο χωριό, προερχόμενοι κυρίως από τα διπλανά χωριά.

Οι περιοχές αυτές ήταν, ή χωράφια που τα έδιναν οι γονείς προίκα, κυρίως στις κόρες τους, ή άλλοι ελεύθεροι χώροι, (πολύ πιο μικροί από αυτούς που είχαν «καταλάβει» στην αρχή οι πρώτοι κάτοικοι), που ήταν όμως δίπλα στα σπίτια που ήδη υπήρχαν. Αν κοιτάξουμε καλά, θα δούμε ότι στους Ρηγιάνους ο χώρος (στα αριστερά μας όπως κατεβαίνουμε το δρόμο προς τη βρύση) καλύφθηκε όλος από τα παιδιά των πρώτων Ρηγαίων και από τους εισαγόμενους Σταμελιάδες, και Ρηγαίους (του Κλερονόμου). Στην άλλη γειτονιά όμως είχαμε πολύ περισσότερες εγκαταστάσεις οικογενειών. Κατ αρχήν είχαμε πολλές οικογένειες από τα παιδιά των Αϊδίνηδων. Οι Φιλάοι δεν αναπτύχθηκαν όπως οι Αϊδίνηδες. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα (τα περισσότερα παιδιά του Γιάννη του Φιλάου) έφυγαν οικογενειακώς από το χωριό στις αρχές του 1900 και εγκαταστάθηκαν στην Ερέτρια. Είχαμε επίσης και πάρα πολλές εισαγωγές. ( Δημητρίου, Κεφάλας, Στάμος, Κρόκος, Καντάρηδες, Τσαλαίοι, Τρακοσάρηδες, Μπουρικαίοι ) που είναι οι πιο παλιοί από αυτούς που ήρθαν στο χωριό μετά από την απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους και μέχρι τα τέλη περίπου του 1870 με 1880. Επειδή ο χώρος που έχτιζαν τα σπίτια τους οι νεώτεροι κάτοικοι, ήταν πολύ πιο μικρός σε σύγκριση με αυτόν που είχαν οι πρώτοι κάτοικοι στη διάθεσή τους, (όπως έγραψα και πιο πάνω) και επειδή και ο χώρος πάνω στη φωτογραφία δεν είναι αρκετός, σχεδίασα στο μέρος που εγκαταστάθηκαν οι νεώτεροι ( στην δεύτερη περιοχή ) έναν πράσινο κύκλο, που έχει στο εσωτερικό του έναν αριθμό και δίπλα έκανα την αντιστοιχία μεταξύ του αριθμού από την μία μεριά και της οικογένειας από την άλλη. Επίσης το χρώμα που έχω βάλει στους αρχικούς Αϊδίνηδες, το χρησιμοποίησα και για τα παιδιά τους, χωρίς όμως να γράφω στις νέες περιοχές που εγκαταστάθηκαν και τα ονόματά τους. Αν κάποιος θέλει περισσότερες λεπτομέρειες, μπορεί να κοιτάξει στα γενεαλογικά τους δένδρα. Εκεί γράφει εκτός των άλλων και το μέρος που κατοικούσε ο καθένας.

Αρχείο

Με όσα έγραψα παραπάνω, προσπάθησα να δώσω την εικόνα που είχε το χωριό μας από την αρχή του (που δεν ξέρουμε ακρίβειες και λεπτομέρειες), μέχρι και τα τέλη του 1800.

Αν αυτό το κατάφερα ή όχι, είναι στην κρίση σας. Περιμένω την γνώμη σας, αλλά και οποιοδήποτε άλλο σχόλιο που θέλετε να κάνετε, μέσα από την ειδική φόρμα που υπάρχει στο agiorgitatsi.gr για την επικοινωνία μας.

Μία γνώμη πάντως μαζί με κάποιες πληροφορίες την πήρα ήδη, πριν δημοσιευθεί αυτή η εργασία. Είναι από τον πεθερό μου τον Χαράλαμπο Μπαχάρα που είναι σήμερα 85 χρονών. Ένα βράδυ που είχε έλθει στο σπίτι μου, με είδε να γράφω αυτά που είδατε και διαβάσατε πιο πάνω. Με ρώτησε λοιπόν τι είναι αυτά που γράφω. Αντί να κάθομαι να του εξηγώ τι είναι αυτά, προτίμησα να κάνω μία πρόχειρη εκτύπωση και να του την δώσω για να την διαβάσει. Μετά από λίγες μέρες, όταν πήγα εγώ στο σπίτι του, άκουσα τις παρατηρήσεις του. Αφήνω τα γενικά, γιατί δεν θέλω να φανεί ότι «ευλογάω τα γένια μου» και περιορίζομαι σε δύο επιβεβαιώσεις που μου έκανε. Η πρώτη έχει να κάνει με το «στενό» (τον δρόμο κάτω από το σχολείο) που έγραφα πιο πάνω. Μου είπε λοιπόν: «Πράγματι το μέρος αυτό ήταν στενό. Το κανάλι που ερχόταν από τα Λουρίδια και πέρναγε πίσω από το σχολείο και μετά μπροστά από το υδραυλικό του Μήτσου του Βάσσου, είχε αρκετό νερό και πολλές φορές (κυρίως τον χειμώνα) είχε τόσο πολύ νερό, που για να περάσουμε και να πάμε στο σχολείο όταν ήμασταν παιδιά, βάζαμε μεγάλες πέτρινες, πλάκες για να πατάμε πάνω και να περνάμε απέναντι».

Η δεύτερη επιβεβαίωση, ή μάλλον η ενίσχυση μιας άποψης, έχει να κάνει με τις Πετριές. Πράγματι τα πιο παλιά χρόνια πήγαιναν (όσο πιο παλιά τόσο και περισσότεροι) Αγιωργήτες στις Πετριές για μπάνια. «Θυμάμαι όταν ήμανε παιδί 7 - 8 χρονών, (άρα προπολεμικά γύρω στα 1935-1936) που με έπαιρνε η μάνα μου και πηγαίναμε τα καλοκαίρια με το μουλάρι στις Πετριές. Εκεί βρίσκαμε και άλλους Αγιωργήτες, που όμως δεν τους θυμάμαι. Καθόμασταν σε ένα λιοτρίβι. Στρώναμε και κοιμόμασταν όλοι κάτω στρωματσάδα. Άκουγα να λένε μερικές φορές όταν συζητούσαν, αλλά δεν θυμάμαι ονόματα, ότι κάποιοι θα πάνε μετά το μπάνιο να δούνε τι κάνει ο μπάρμπας τους ο ….., ή η θεία τους η……που τώρα τελευταία δεν ήταν και τόσο καλά κλπ. Εμένα, επειδή ήμανε μικρό παιδί, δεν με αφήνανε να κάνω μπάνιο. Γι αυτό πήγαινα και καθόμανε σε κάτι πέτρες που είχε κει στην παραλία και κοίταζα αυτούς που κάνανε μπάνιο και την θάλασσα που ήτανε γεμάτη ψάρια. Να κάτι ψάρια μεγάλα, μισοκαδιάρικα θα ήτανε, και όλα κόκκινα. Φτάνανε κανα δύο μέτρα πιο μέσα από την παραλία και ήτανε τόσα πολλά, που δεν έβλεπες ούτε την άμμο στον πάτο της θάλασσας».

Χαλκίδα Νοέμβριος 2012 - Γιάννης Προκ. Μούντριχας