ΤΖΙΜΗΣ ΡΕΤΣΑΣ

Έχουν περάσει περισσότερα από τριάντα πέντε χρόνια, από τότε που είχα την τύχη να συνομιλώ με τον Τζίμη. Τον αποκαλώ έτσι, «σκέτο» Τζίμη, γιατί το ήθελε μόνος του. Με μάλωνε, κάθε φορά που τον αποκαλούσα “κύριε Τζίμη”, ή χρησιμοποιούσα κάποιες άλλες παρόμοιες ευγενικές προσφωνήσεις. Ούτε και τη διαφορά ηλικίας που είχαμε λογάριαζε. Η πρώτη επικοινωνία που είχα με τον Τζίμη, ήταν δι’ αλληλογραφίας. Του έγραψα ένα γράμμα, για να τον ευχαριστήσω, για τα τριάντα δολάρια, που είχε αποφασίσει να δίνει κάθε χρόνο, στον πρώτο μαθητή της έκτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου. Από τότε και μέχρι να έλθει και να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα, μετά από τη συνταξιοδότησή του, είχαμε τακτική γραπτή επικοινωνία.

Όταν γύρισε στην Ελλάδα, οι συναντήσεις μας ήταν πάρα πολλές και γίνονταν κυρίως στο χωριό. Κάθε φορά που συναντιόμασταν, τον «πίεζα» με τις πολλές ερωτήσεις που του έκανα, για να μου μιλήσει για τη ζωή του. Στην αρχή δεν του άρεσε καθόλου αυτό. Δεν ήθελε να περιαυτολογεί. Στο τέλος όμως κατάφερα και τον έπεισα. Έτσι, το πήρε απόφαση και σε κάθε μας συνάντηση, χωρίς ιδιαίτερες πιέσεις, «μπαίναμε κατ’ ευθείαν στο ψητό».

Όλα, όσα κατέγραψα και σας παρουσιάζω με την εργασία αυτή, είναι αποτέλεσμα πολλών συναντήσεων και συνομιλιών, που έγιναν στη διάρκεια αρκετών χρόνων. Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, είναι, ότι όσες φορές ο Τζίμης (που αυτές ήταν αρκετές), μου μίλαγε για το ίδιο θέμα, όσες φορές κι αν περιέγραφε το ίδιο γεγονός πάντα χρησιμοποιούσε ακριβώς τα ίδια ονόματα και τις ίδιες χρονολογίες χωρίς να παραλλάζει στο παραμικρό τις διηγήσεις του.

Αυτό που εγώ έκανα, είναι η «τακτοποίηση» αυτών των συνομιλιών. Τα θέματα, που είχαμε κουβεντιάσει πολλές φορές το καθένα, τα τοποθέτησα σε μία χρονολογική σειρά, χωρίς επαναλήψεις. Έτσι φαίνεται σα να είχαμε κάνει μία μόνο συνομιλία. Μεταξύ αυτών των θεμάτων, είναι και μερικά, που ο Τζίμης δεν ήθελε να τα καταγράψω. Άκου και αυτό για να το ξέρεις εσύ, μου έλεγε, αλλά όμως, να μην το γράψεις αυτό, βρε Γιάννη. Τότε συμφωνούσα και του απαντούσα. “Εντάξει Τζίμη”. Σήμερα όμως, μετά από τριάντα πέντε και πλέον χρόνια, πιστεύω ότι είναι καιρός, να τα γράψω όλα, ή σχεδόν όλα, γιατί θα συνεχίσω να μη γράφω τη γνώμη που είχε και όσα μου έλεγε για τρεις συγχωριανούς μας. Για τα υπόλοιπα, επειδή ξέρω πολύ καλά τους λόγους που ο Τζίμης είχε τις αντιρρήσεις του, μπορώ να πω με σιγουριά, ότι οι λόγοι για τους οποίους ο Τζίμης είχε αυτές τις αντιρρήσεις, δεν υπάρχουν πλέον. Έτσι, όσοι από σας διαβάσετε τις συνομιλίες που είχαμε, θα μπορέσετε να βγάλετε πιο σωστά, τα συμπεράσματά σας για το ποιός ήτανε πραγματικά ο Τζίμης Ρέτσας.

Χαλκίδα, Απρίλιος 2013. Γιάννης Π. Μούντριχας

ΤΖΙΜΗΣ ΡΕΤΣΑΣ

Γεννήθηκα στο χωριό το 1897. ( Στον Άγιο Γεώργιο της επαρχίας Καρυστίας του Νομού Ευβοίας ). Πατέρας μου ήτανε ο Νικολός, ο Ρέτσας από του Γαβαλά και μάνα μου η Παναγιού Δημητρίου Ρήγα, του Μαντράκα όπως τον ελέγανε οι χωριάτες. Το σπίτι που γεννήθηκα είναι αυτό που έχει σήμερα και κάθεται, άμα έρχεται στο χωριό, η Βούλα του Κρεουζή, εκεί πέρα στους Ρηγιάνους δίπλα από του Πολύκαρπου.

Δέντρο

Στο σχολείο πήγα μέχρι την δευτέρα δημοτικού. Το δημοτικό σχολείο που πρωτοπήγα ήτανε στο σπίτι του Αντώνη του Κρόκου. Εκεί δεν θυμάμαι πόσο καθίσαμε, ένα χρόνο, έξι μήνες, δεν θυμάμαι. Από κει μας πήγανε πάνου στου Καντάρη το σπίτι και από κει μας φέρανε μετά δω κάτου στου Ρημίτα. Στου Ρημίτα έβγαλα την δευτέρα τάξη, για να πάου μετά για την τρίτη. Πρώτο δάσκαλο είχαμε ένανε από τον Οξύλιθο, αλλά δεν θυμάμαι πως τον ελέγανε. Ο τελευταίος εδώ κάτου, που ήτανε να πάου για την τρίτη τάξη και πήγα κανα μήνα, δεν θυμάμαι πόσο, ήτανε ο Παπασγούρος από το Αυλωνάρι. Από κει έπειτα με στείλανε υπερέτη στο Βασιλικό. Τι ήξερα εγώ; Με πήγε ο πατέρας μου εκεί. Ήμανε εννιά χρονών, θα πήγαινα στα δέκα. Εγώ δεν τον εγνώριζα τον άνθρωπο που με πήγε. Δεν ξέρου αν τον εγνώριζε ο πατέρας μου. Σε μένανε ήτανε άγνωστος. Αντώνιος Γκάγκαρης λεγέτανε. Αυτός είχε περιβόλια κάτου στο Λευκαντί στο παραθαλάσσιο και είχε και βόδια, είχε και αλόγατα. Την ημέρα ήμανε στο περιβόλι. Φορτώναμε ντομάτες και τέτοια, αγγούρια, πως τα λένε και άλλα περιβολικά και τα πηγαίναμε με τη σούστα μέχρι τη Θήβα και τα πουλάγαμε. Άμα γυρίζαμε πίσου στο χωριό, θα με έστελνε πάνου στα βουνά για κλαρί για τους φούρνους, ξέργω τι διάολο το κάνανε το κλαρί; Και γω δεν ξέρου. Έπειτα θα αρχινίζαμε τη δουλειά, αφού θα τρώγαμε βέβαια κάτι τις. Κοιμόμανε πάνου σε μία σανίδα. Εκεί με είχανε. Όχι στο σπίτι, εκεί που είναι τα ζώα στο στάβλο. Και να γυρίζου να αχιουρίζου τα βόδια και τα αλόγατα, να τα ταγίζου, να τα καθαρίζου κιόλας, ότι δουλειά είχανε. Θα πήγαινε εννιά η ώρα, δέκα; Ούτε ρολόγι είχα ούτε τίποτις. Πέφταμε να κοιμηθούμε. Το πρωί δύο η ώρα ήτανε, τέσσερις η ώρα ήτανε, τρείς η ώρα ήτανε, δεν ξέρου, με ξύπναγε και πάγαινα με τον κολίγα που είχε και κάναμε ζευγάρι με τα βόδια κάτου στο Μπούρτζι. Να βαστάου το φανάρι και να παγαίνου μαζί με τα βόδια πέρα δώθε, για να βλέπει αυτός και να κάνει ζευγάρι. Μόλις γινότανε μέρα, έπρεπε πάλι να πάου στο περιβόλι και από κει αρχίναγε πάλι η ίδια δουλειά. Ρουτίνα.

- Τζίμη, πόσα λεφτά έπαιρνες γι’αυτή τη δουλειά;

- Δεν ξέρου. Ο πατέρας μου τα ‘παιρνε. Εγώ δεν ήξερα τίποτις. Τριάντα δραχμές το χρόνο είχα ακούσει.

Μετά από δύο χρόνια έφυγα μοναχός μου για τη Χαλκίδα, για καλύτερα, γιατί καταλάβαινα ότι αυτή η δουλειά για μένανε δεν πάγαινε. Στο διάστημα των δύο χρόνων, δεν ήρθα στο χωριό ούτε μία φορά. Παγαίνου στη Χαλκίδα λοιπόν. Γύριζα κει και έβλεπα σπίτια μεγαλύτερα βέβαια, που δεν τα είχα ξαναδεί και ήμανε κει που είναι ο Άγιος Νικόλας. Εκεί δεν ήτανε τότε πλατέα. Ήτανε κάτι χαλάσματα, κάτι τέτοια. Λοιπόν βλέπου από κάτου κει σε ένα σπίτι και είχανε μία ταμπέλα και με τα λίγα γράμματα που ήξερα διάβασα. «Χρειαζόμαστε ένα παιδί». Λέου μέσα μου. Ας χτυπήσου την πόρτα. Χτυπάου την πόρτα και πέφτου σε ένα σπίτι που ήτανε εκείνη την εποχή, ένα από τα δύο πλουσιότερα σπίτια που υπήρχανε στη Χαλκίδα. Ζάχος λεγέτανε. Αυτοί είχανε ένα εργοστάσιο, εδώ που πάμε τώρα για τη Χαλκίδα, εδώ πριν μπούμε, στην αριστερή μεριά του δρόμου, που είναι ένα εργοστάσιο με τούβλα. Αυτό έβγαζε οινόπνευμα τότες και έγραφε: Ζάχος και Καλλιμάνης. Λοιπόν, εγώ χτύπησα την πόρτα στο γραφείο τους, κει στην πλατέα του Αγίου Νικολάου. Χτύπησα την πόρτα και βγήκε η υπερέτρια. Τι θέλεις; Λέου είδα ότι θέλετε ένα παιδί. Το αφεντικό ήτανε στο γραφείο του αποκάτου. Η υπερέτρια βγήκε από πάνου από το σπίτι και με πήγε στο αφεντικό. Μου είπε ποιος είμαι; Του είπα και γω τι του είπα δεν θυμάμαι. Μου είπε να καθίσου. Θα είσαι δω στο γραφείο και θα παγαίνουμε μαζί να ψωνίζουμε. Για λεφτά δεν έκανα καμία συμφωνία. Εγώ πείναγα, μήπως γνώριζα και κανένανε; Ένα διάστημα πάγαινε καλά η δουλειά, Γιάννη μου. Τι διάολο μου συνέβη βρε παιδί μου δεν ξέρου. Με φωνάζει η υπερέτρια πάνου. Αυτή θα ήτανε είκοσι με εικοσιδύο χρονών κοπέλα και ήτανε από την Αχτωνιά. (Κ…….) την ελέγανε. Μου φιάνει ένα καφέ, αλλά όχι από αυτόνε τον μικρόνε. Σε μεγάλο φλιτζάνι μου έβαλε, μαζί με γάλα. Εγώ δεν είχα πιει τέτοιο πράμα, ούτε ήξερα τι είναι. Τόσο πολύ μου άρεσε. Λοιπόν σηκώθηκα βέβαια και έφυγα και πήγα στο γραφείο. Σα βλάκας τώρα πάου και την άλλη μέρα. Δεν θα ήτανε στα καλά της η υπερέτρια ως φαίνεται. Της λέου. Φιάξε μου λίγο καφέ τώρα που δεν είναι η κυρά εδώ. Είχε πάει όξου. Και αντίς να μου πει δεν σου φιάνου, μου δώνει ένα χαστούκι, μα τι χαστούκι. Και να αρχινίσου εγώ τα κλάματα. Θα ήμανε τότε έντεκα, δώδεκα χρονών. Αφού με είδε αυτή να κλαίου και για να μη με ακούσουνε και οι άλλοι άνθρωποι, ποιος ξέρει γιατί, με βουτάει στην αγκαλιά της για να σταματήσου τα κλάματα και με ρίχνει στο κρεβάτι της και να αρχινίσει, Γιάννη μου, και να μου κάνει αυτά τα κολοκύθια που κάνουνε στο κρεβάτι. Σταμάτησα τα κλάματα, γιατί μου αρέσανε αυτά που μου έκανε. Από την άλλη μεριά όμως με έπιασε κι ένας φόβος. Εγώ ήμανε, όπως σου είπα, έντεκα με δώδεκα χρονών και δεν ήξερα από αυτά τα πράματα, δεν ήξερα τι να κάνου, αλλά μου τα έδειχνε αυτή. Πέρασε καμιά βδομάδα έτσι. Από τα πολλά που μου έκανε λοιπόν, γενότανε σαν ξύλο αυτό εδώ και από τα βάσανα που μου έκανε, αρχίνισε να βγαίνει αίμα, πολύ αίμα. Μετά από αυτά εγώ αρρώστησα. Σε καμιά βδομάδα, δύο, λοιπόν στο κρεβάτι πλέον. Έρχεται ο Ζάχος και με βλέπει. Άρρωστος του λέω, δεν μπορού να σηκωθού. Φέρνουνε τον γιατρό. Μόλις με βλέπει ο γιατρός λέει του Ζάχου. Πάρ’ το παιδί από δω και διώχτο. Το κατάλαβε αμέσως αυτός, χωρίς να βάλει χέρι πάνου μου καθόλου.

Αχ, με παίρνουνε από κει Γιάννη μου και με πάνε σε ένα αλευρόμυλο που είχανε, τελευταίου τύπου, που ήτανε κει που είναι τώρα τα πατητήρια στην Αγία Παρασκευή μπροστά, και έγραφε πάλι, Ζάχος και Καλλιμάνης. Πάου κει για το γραφείο πάλι, αλλά έκανα και άλλες δουλειές, σκούπιζα, καθάριζα και τέτοια. Αυτοί είχανε και χήνες εκεί,πολλές χήνες. Κάνανε αυγά κει στις πόρτες του εργοστασίου, δεξιά και αριστερά. Έπαιρνα εγώ τα αυγά και τα μοίραζα στις γυναίκες. Δεν τα περνε κανένας κατάλαβες; Δεν τα τρώγανε. Αυτοί τα λεφτά που μαζεύανε, τα φιάζανε μέσα στο γραφείο σε φουσέκια και τα στέλνανε στην τράπεζα. Τα κοσαράκια χωριστά, τις δραχμές χωριστά κατάλαβες; Έρχεται μια μέρα ένας κερατάς από το Αυλωνάρι, μεγάλος αυτός βέβαια και μου λέει. Βρε, Μήτσο, δεν ανοίγουμε τις κάσες να πάρουμε μερικά λεφτά; Λέει δεν θα πάρουμε πολλά. Από κάθε κάσα που θα ανοίγουμε, θα παίρνουμε ένα φουσέκι. Ένα από τη μία κάσα,ένα φουσέκι από την άλλη κάσα για να μη φαίνεται. Όταν παγαίνανε όμως οι κάσες στην τράπεζα τα βρίσκανε όλα ξύτζικα. Λείπανε λεφτά. Έρχεται το αφεντικό μια μέρα κεί που δουλεύαμε και άκουσα ότι έκανε φασαρία στο μεγάλο γραμματικό. Τι κάνεις του λέει;Τι λάθος κάνεις κάθε φορά και έχουμε παράπονα από την τράπεζα; Εκείνος ο καημένος δεν είχε κάνει τίποτις. Άλλοι ήτανε που το κάνανε. Το ακούσανε αυτό οι άλλοι οι μεγάλοι που κάνανε τη δουλειά αυτή, γιατί εγώ δεν έπαιρνα τίποτις στα χέρια μου, αυτοί τα παίρνανε. Τι λες πως μου κάνανε βρε, Γιάννη; Που να τα θυμηθεί ο άνθρωπος; Έρχεται αυτός ο Αυλωναρίτης και μου λέει: Μήτσο το αφεντικό τα έμαθε όλα. Σε πιάσανε λέει που έδωνες και αυγά στις γυναίκες και που έπαιρνες και τα λεφτά από τις κάσες. Εγώ δεν του είπα τώρα ότι εσείς τα κλέβατε τα λεφτά, παρά με πιάνει ένας φόβος, Γιάννη μου, και πάου και κρύβομαι μέσα στην αποθήκη που ήτανε το στάρι. Επομένως, αφού κρύφτηκα εκεί και όταν ήρθε το αφεντικό και δεν με βρήκε, βεβαίως εγώ τα έκλεβα τα λεφτά, αφού κρύφτηκα και βγήκανε αθώοι εκείνοι. Έτσι το πρωί που ξημέρωσε έφυγα από κει. Τότες όλη η συγκοινωνία Αθήνα, Χαλκίδα, μέχρι και την Θεσσαλονίκη πέρναγε με τα μπαπόρια. Είχα πέντε έξι δραχμές, δεν είχα, ούτε αυτό το θυμάμαι. Τώρα λέου θα πάου στο λιμάνι και θα πάρου ένα μπαπόρι που πάγαινε στον Περαία. Πάου και θυμάμαι και το μπαπόρι. Πηνειός λεγέτανε. Ήτανε ένα από τα δύο καλύτερα μπαπόρια της εποχής εκείνης. Πηνειός και Αρκαδία ήτανε το άλλο. Μπαίνου μέσα στο λιμάνι και ανεβαίνου πάνου στο μπαπόρι. Αλλά που δεν είχα εισιτήριο;Τα εισιτήρια τότες τα μαζεύανε μόλις έφευγε το μπαπόρι από το λιμάνι. Γυρίζανε γύρω-γύρω και τα μαζεύανε. Εγώ λοιπόν τι διάολος είμανε. Παγαίνου κεί που ήτανε η άγκυρα και ήτανε ένας μεγάλος όγκος και είχε ποκάτου μεριά ένα μέρος ανοιχτό λιγάκι και πέφτου από κάτου και κρύβομαι εκεί. Υπολογίζου τώρα, μια ώρα, δύο ώρες, θα είχε περάσει ο έλεγχος, θα ξαναβγούμε πάνου. Και αυτό έγινε. Βγαίνου από κει. Επιβάτης κανονικός και γω τώρα ε; Φτάνουμε στον Περαία. Φτάνουμε στον Περαία, βγαίνου όξου. Γύριζα κει στο λιμάνι, τι να κάνου; Έπιασα να πεινάου. Λεφτά δεν είχα. Βλέπου ένα μανάβικο κει μεγάλο. Παγαίνου και λέου. Ρε μπάρμπα, δεν έχου να φάου, δεν έχει καμιά δουλειά για μένανε να κάνου; Τι να κάνεις βρε παιδί μου εσύ μου λέει; Οτιδήποτε του λέου, να πουλήσου, να κάνου, να σου καθαρίσου. Καλά μου λέει , θα σου που εγώ τι θα κάνεις. Θα σου δώσου ένα ταψί, σαν και αυτό που έχουνε οι κουλουρατζήδες που πουλάνε τα κουλούρια και θα πάρεις τα πορτοκάλια και θα τα παγαίνεις μέσα στα μπαπόρια για να τα πουλάεις στους επιβάτες. Τι να κάνου, θα πάου. Τα παίρνου τα πορτοκάλια, δεν θυμάμαι πόσα μου έδωσε, τριάντα , σαράντα και πάγαινα στα μπαπόρια. Έμπαινα μέσα και πάγαινα σε αυτά που πάγαινανε μακρινά ταξίδια και ήτανε σου είπα δύο, ο Πηνειός και η Αρκαδία. Ο Πηνειός πάγαινε ένα ταξίδι για την Αλεξάνδρεια και ένα για τη Θεσσαλονίκη και πέρναγε και από τη Χαλκίδα. Έμπαινα μέσα με τα πορτοκάλια και ερχόντανε αυτές οι γυναίκες οι Αιγύπτιες, που είχανε αυτό το διάλο δω στο κεφάλι, το φερετζέ. Ε, μου λέει να πάρου ένα πορτοκάλι; Λέου πάρε. Έκανε κατε πέρα την έχανα. Δεν την γνώριζα έπειτα. Δεν πλέρωνε αυτή. Αυτό γενότανε δύο-τρεις φορές. Παγαίνου την τελευταία φορά μου λέει. Μήτσο λείπουνε πέντε-έξι πορτοκάλια. Ρε μπάρμπα, του λέου, αυτό και αυτό. Καμιά φορά δεν τις γνωρίζου κείνες τις γυναίκες με αυτά που έχουνε δω μπροστά και δεν με πλερώνουνε. Με δοκίμασε άλλες πέντε μέρες. Την έχτη μέρα μου λέει. Δεν κάνεις εσύ γι αυτή τη δουλειά και με διώχνει.
Με διώχνει και αυτός. Άντε τώρα που να πάου; Γύριζα τους δρόμους. Βλέπου ένα γραφείο εκεί και έλεγε να σου βρει δουλειά. Πάου μέσα στο γραφείο αυτό. Τι θέλεις μου λέει μικρέ; Είμανε δώδεκα-δεκατριών χρονών. Λέου θέλου να μου βρεις δουλειά. Λέει τι δουλειά να σου βρου εσένανε; Ξέργω λέου, ότι νομίζεις μπορού να κάνου. Με κοιτάζει καλά και μου λέει. Καλά, πέρασε ύστερα από κάνα δύο ώρες. Πάου εγώ μετά από κάνα δύο ώρες. Μου λέει. Σου βρήκα δουλειά. Εντάξει του λέου. Δεν θυμάμαι τώρα του είπα φχαριστώ; Σάματις ήξερα να που και φχαριστώ; Με παγαίνει στο μεγαλύτερο εμπορομπακάλικο του Πειραιώς. Κοκάλας λεγέτανε αυτός. Παντρεμένος ήτανε, αλλά δεν είχε παιδιά. Είχε ένα μαύρο από κάτου από την Αίγυπτο, που του κανε τις βαριές δουλειές, ξεφόρτωνε τα τσουβάλια και τέτοια. Με βάζει από κάτου στο υπόγειο να πουλάου το πετρέλαιο. Μπήκα από κάτου στο υπόγειο. Ερχόντανε όλο γυναίκες με τα μπουκαλάκια. Τους γιόμιζα τα μπουκαλάκια και ανεβαίνανε απάνου στον ταμία και πλερώνανε. Ταμίες ήτανε πολλοί, όχι ένας. Λοιπόν περνάει κανένας, ενάμισης μήνας. Ο ταμίας αυτός που πλέρωνανε το πετρέλαιο, βάσταγε λογαριασμό. Πόσο γοράζαμε το πετρέλαιο και πόσα μάζευε από τα μπουκαλάκια. Μου λέει το αφεντικό μια μέρα. Έλα δω Μήτσο. Τι κάνεις με το πετρέλαιο; Δεν παίρνεις λεφτά από όλους; Παίρνου του λέου, πως δε παίρνου. Μα δεν είναι αρκετά μου λέει. Δεν ξέρου του λέου. Και πραγματικώς, αλλά θυμάμαι όμως, σαν παιδί που είμανε, ότι μερικές γυναικούλες με καλοπιάνανε, για να βάζου λίγο παραπάνου και έτσι έβρισκε τη διαφορά αυτή. Με βγάζει από κάτου και με παγαίνει κει που ήτανε τα όσπρια. Κουκιά, φασόλια, φακές, ρύζα και τέτοια πράγματα, να βάζου από αυτά στις σακούλες. Έβαζα εγώ, παγαίνανε εκεί που πλερώνουνε και τα ζυγίζανε. Ήτανε παραπάνου, βγάζανε, ήτανε παρακάτου, βάζανε και συμπληρώνανε. Η δουλειά πάγαινε καλά. Μια μέρα τι έπαθα; Μου λέει το αφεντικό μου. Μήτσο, μου λέει θα πας δίπλα στο σπίτι, θα χτυπήσεις την πόρτα και θα σου ανοίξει η υπερέτρια και θα κάνετε μία δουλειά. Θα σου πει αυτή τι δουλειά θα κάνετε, μου λέει. Θα πάου,τι να κάνου; Παγαίνου από κει, χτυπάου, μου ανοίγει η υπερέτρια. Βαγγελιώ την ελέγανε νομίζου, αν δεν κάνου λάθος. Μου λέει κάτσε δώ. Ήτανε καλοκαίρι ε; Είχε μία κληματαριά από πάνου,ίσκιο είχε, μεγαλείο ήτανε. Καθήσαμε. Φέρνει ένα ταψί μεγάλο, να όσο είναι δω το τραπέζι σου που καθόμαστε, που ήτανε γεμάτο παλαμίδες, για να φάνε είκοσι πέντε ανθρώποι τώρα στο μαγαζί που δουλεύανε. Φέρνει το ταψί εκεί. Εγώ δεν είχα ιδεί τέτοια ψάρια στη ζωή μου. Την αρώτησα και μου είπε αυτή τι ψάρια είναι. Λέου, τι θα κάνου Βαγγελιώ; Να κοίτα εμένανε μου λέει και να κάνεις και συ το ίδιο. Παίρνει αυτή ένα ψάρι, το κάνει έτσι για να φύγουνε τα λέπια από πάνου και μετά του ανοίγει την κοιλιά για να το καθαρίσει. Έτσι θα κάνεις και συ μου λέει. Παίρνου και γω μία παλαμίδα και αρχινάου να κάνου έτσι. Μόλις ανοίγου την κοιλιά με παίρνει μία βρώμα, μα τι βρώμα! Σα σκυλί ψόφιο. Ρε Βαγγελιώ τις λέου, αυτά βρωμάνε. Πάψε βρε μου λέει να μην σ’ ακούσει η κυρά. Έτσι μυρίζουνε τα ψάρια άμα τα καθαρίζεις, δεν είναι μπαγιάτικα. Καθαρίσαμε τα ψάρια. Τα ψήσανε τα ψάρια.

Έρχεται το μεσημέρι, δύο η ώρα να φάμε. Καθόμαστε είκοσι πέντε άνθρωποι γύρω-γύρω να φάμε. Εγώ λοιπόν δεν κάθησα. Παίρνου ένα κομμάτι ψωμί από κει και παγαίνου στο τσουβάλι που είχε τη ζάχαρη και ρίχνου από πάνου ζάχαρη και το τρωγα. Μου λέει ένας από αυτούς τους πιο μεγάλους, νομίζου ήτανε Καρυστινός. Έλα δω εσύ ρε. Γιατί δεν κάθεσαι δωχάμου να φας μαζί με μας; Τι να φάου μωρέ, λέου εγώ. Αυτά τα ψάρια βρωμάγανε. Βρωμάγανε; Πιάνουνε τα ταψά που είχανε μέσα τα ψάρια και τα αναποδογυρίζουνε όλα κάτου και τα κλωτσάγανε και τα κάνανε «Παναγία» όλα. Τα σπάσανε όλα. Μετά κατάλαβα τι βλακεία έκανα, αλλά ήτανε αργά πλέον. Έρχεται το απόγευμα κατά τις τέσσερις με πέντε η ώρα. Έρχεται το αφεντικό. Μόλις μπαίνει μέσα πάει αυτός ο παλικαράς. Ήτανε σαν και σένανε στο ύψος, είχε το ανάστημα το δικό σου και σαν το μουστάκι σου και πιάνει το αφεντικό από το λαιμό. Κερατά Κοκάλα, του λέει που μας ταγίζεις βρώμικα ψάρια. Ποιος το είπε αυτό; Λέει. Αυτός του λένε και δείχνουνε εμένανε. Με βουτάει εμένανε ο Κοκάλας από δω (από το μπράτσο), μου δώνει μία και με πετάει όξου από την πόρτα. Τι να κάνου τώρα που φοβόμανε να γυρίσου πίσου και να του που να μου δώσει καμιά δεκάρα που έκανε να πάρου. Από το φόβο μου που να ξαναγυρίσου πίσου; Πάου ο ταλαίπωρος στη θάλασσα κάτου και να γυρίζου πέρα δώθε. Λεφτά τίποτα, μα τίποτα, μέρος να κοιμηθού τίποτα. Περίμενα να νυχτώσει και να πάου στις μαούνες, που βάζανε ένα μουσαμά από πάνου για να μην βρέξει και βραχούνε τα εμπορεύματα και κοίταζα που είχε μέρος να κοιμηθού για καμιά βδομάδα. Λοιπόν τώρα τι θα γίνεις, κύριε Τζίμη, έλεγα του εαυτού μου. Πείναγα, δίψαγα και γύριζα κει στην Τρούμπα. Έβλεπα κάτι λουστράκια να γυρίζουνε. Στην δική μου ηλικία ήτανε. Λέου σε ένανε από αυτούς. Ρε φίλε μπορείς να μου βρεις και μένανε ένα κασελάκι να γίνου λούστρος; Τώρα δύο δραχμές μου ζητήσανε, τρεις μου ζητήσανε μην τα ρωτάς. Μου δώσανε ένα κασελάκι και ένα σκαμνί και βρίσκομαι πλέον με το κασελάκι. Μόνο βούρτσα δεν είχα. Μου δώσανε μία και ένα πανί που γυαλίζουνε και αρχινάου να κάνου το λούστρο. Πήγα καλά. Έκανα δύο δραχμές την πρώτη μέρα. Καλό μεροκάματο τότες ήτανε αυτό. Ξεπλήρωσα έτσι το κασελάκι. Το μεγαλύτερο μεροκάματο ήτανε τρεις δραχμές και το παίρνανε στα μεταλλεία. Την κάναμε λέου, καλή δουλειά αυτή. Πάγαινα λοιπόν στον Περαία, στο Φάληρο και αλλού. Λούστρος-λούστρος με φωνάζανε τα κορίτσα και γυάλιζα τα παπούτσια τους και πάγαινα καλά. Εκεί στην Τρούμπα που γύριζα, που ήτανε η πιάτσα μου και μένανε, έβλεπα τα παιδιά να μπαίνουνε μέσα σε ένα σπίτι. Τι κάνουνε κει μέσα λέου; Περιμένου λίγο, βγαίνουνε κανα δύο όξου. Λέου. Τι κάνατε ρε παιδιά κει μέσα, τι είναι; Ω! μου λένε δεν ξέρεις;Κει μέσα είναι συσσίτιο. Τρώνε αφτηνά. Δέκα πέντε λεπτά η φασολάδα, είκοσι πέντε λεπτά η μακαρονάδα. Ήτανε πολύ αφτηνά. Παγαίνου μέσα και την κάνου τόπι και γω με κάνα δύο δεκάρες. Βγαίνου όξου. Μου είχανε όμως πάρει τις μπογιές από το κασελάκι. Βρε λέου ποιος μου πήρε τις μπογιές; Ποιος μου πήρε τις μπογές; Ο ένας έλεγε να εκείνος τις πήρε, ο άλλος έλεγε να εκείνος τις πήρε και γελάγανε. Αυτοί πατριώτες Πειραιώτες όλοι, φίλοι ήτανε. Λοιπόν ένας μου λέει. Να σου που εγώ ποιος τις πήρε; Ποιος του λέου εγώ; Αυτός μου λέει και μου δείχνει ένανε. Έλα δω ρε συ του λέου. Εσύ μου πήρες τις μπογές; Όχι μου λέει. Βουτάου εγώ το σκαμνί που καθόμαστανε οι λούστροι και του το σκάου στο κεφάλι. Πάρτονε κάτου. Αρχινάνε τα αίματα. Μαζεύεται κόσμος. Πιάνουνε το παιδί, πιάνουνε και μένα. Ήρτε η αστυνομία, δέσανε το παιδί στο κεφάλι και μας πάνε μέσα στη φυλακή. Ο αστυνόμος θα ερχότανε το βράδυ στις πέντε η ώρα. Αυτός ήτανε πιο μεγάλος από μένανε, αλλά τον είχα μισερέψει, δεν κόταγε να μιλήσει, καθέτανε κει σε μία γωνία και δεν κουνιέτανε καθόλου. Το βράδυ ήρτε ο αστυνόμος. Γιατί μαλώσατε ρε; Κύριε αστυνόμε λέου εγώ. Μου πήρε τα μπουκαλάκια με τις μπογιές από το κασελάκι μου, την ώρα που εγώ έτρωγα. Γιατί σε χτύπησε ρε, ρωτάει αυτόνε. Εσύ του πήρες τις μπογιές; Όχι λέει κύριε αστυνόμε δεν τις πήρα εγώ. Του δώνει ένα βούρδουλα τόσο δα, από πετσί ήτανε, σαν και αυτό που έχουνε στις σούστες οι καμουτσίδες και βαράνε τα αλόγατα, αλλά ήτανε πιο χοντρό. Του δώνει λοιπόν αυτό και του λέει. Δώστου όσες μπορείς. Μου έδωσε εμένα καμιά δεκαριά καμουτσές και σταμάτησε. Του πήρε μετά το καμουτσί και το δώνει σε μένανε. Δώστου εσύ τώρα, μου λέει, όσες μπορείς. Το παίρνου εγώ. Με το θυμό που είχα του δώνου μία, αλλά με τη δεύτερη που έφαγε, πετάχτηκε ο αστυνόμος πάνου. Όχι ρε έτσι μου λέει, εσύ θα τονε σκοτώσεις. Μου πήρε το καμουτσί και μας μόλησε. Έ δεν μπορούσα εγώ τώρα να κάνου αυτό το επάγγελμα, γιατί αυτοί ήτανε όλοι γνωστοί. Θα με στριμώχνανε σε καμία γωνία και θα με μαυρίζανε στο ξύλο. Πάει και αυτό το επάγγελμα λοιπόν. Εκεί που γύριζα στο τελωνείο πάνου-κάτου, πάνου-κάτου, μια μέρα με βλέπει ένας Αγιωργήτης. Δεν θυμάμαι όμως τώρα ποιος ήτανε. Αυτοί ήτανε καμία δεκαριά και δουλεύανε τότες στα μεταλλεία της Ερμιόνης. Βρε, Μήτσο, μου λέει τι κάνεις εδώ; Με γνώρισε αυτός. Τι να κάνου του λέου, δεν κάνου τίποτις. Εσύ του λέου που πας; Πας για το χωριό; Α μπά μου λέει, για τα μεταλλεία πάου, κάτου στην Ερμιόνη. Θάρτου και γω του λέου. Τι να κάνεις εσύ μου λέει; Θάρτου και γω του ξαναλέου. Έχεις να πληρώσεις το εισιτήριο μου λέει; Ήτανε μιάμιση δραχμές από τον Περαία ως την Ερμιόνη. Πήγα. Βγήκαμε στην Ερμιόνη και άντε με τα πόδια τώρα να πας εκεί που ήτανε τα μεταλλεία. Βγήκαμε το πρωί κατά τις εννιά η ώρα στην Ερμιόνη και φτάσαμε στα μεταλλεία το απόγευμα. Νομίζου ότι , τώρα δεν θυμάμαι και καλά, ότι τότε δουλεύανε στα μεταλλεία ο Μήτσος ο Μπαχάρας και ένας αδερφός του που σήμερα ζει στην Επισκοπή και πέντε-έξι άλλοι Αγιωργήτες. Πήγα και εγώ. Κανένας δεν με βοήθησε από τους Αγιωργήτες, να μιλήσουνε σ’ ένα εργολάβο να με πάρει κοντά του. Αφού έπιασα να πεινάου τι να κάνου; Γύριζα-γύριζα κει πέρα, αλλά οι Αγιωργήτες δεν με βοήθαγανε, κανένας. Ήτανε οι πιο πολλοί μιναδόροι και ανοίγανε τρύπες για τα φουρνέλα. Αφού γύριζα από δω, γύριζα από κει, δύο τρεις μέρες ήμανε έτσι και γύριζα νηστικός, πάου σ ένανε εργολάβο. Με κοιτάζει αυτός, με ξανακοιτάζει και μου λέει: Έλα δω μου λέει να σου δώσου εγώ δουλειά. Τι διάολο θα με κάνει , έλεγα μέσα μου. Θα με κατεβάσει κάτου στα πηγάδια, που θα με βάλει, τι διάολο θα κάνου; Τι λες που μου λέει; Μου δώνει μία δουλειά που ήτανε για μένα ότι πρέπει. Αυτά τα καλέμια που ανοίγουνε τις τρύπες σπάγανε, γιατί ήτανε τα μέταλλα πολύ σκληρά. Έτσι με λίγα βαρήματα έσπαγε, το πέταγε στην άκρη ο μιναδόρος και έπαιρνε άλλο για να συνεχίσει. Μαζευόντανε πέντε-έξι καλέμια, τα έπαιρνα εγώ τα πάγαινα στο γύφτο και έπαιρνα τα φιαγμένα και τα πάγαινα στους μιναδόρους. Τρεις δραχμές την ημέρα έπαιρνα. Λεφτά με το τσουβάλι που λένε και την πέρναγα και καλά. Ήτανε δουλειά που την έκανα εύκολα, δεν ήτανε κόπος για μένανε. Λοιπόν τι με βάζει τώρα ο δαίμονας, να φύγου και να πάου για την Αμερική. Αλλά δεν πήγα στην Αμερική. Αφού έφυγα από κει, σκέφτηκα πάλι τα μπαπόρια. Να πάου στα μπαμπόρια. Αυτά τα δύο μεγάλα που σου είπα δεν ήτανε φορτηγά, ήτανε για επιβάτες. Να πάου εκεί και να καθαρίζου τα δωμάτια να πλένου τα πιάτα και τα τέτοια. Πιάνου δουλειά στον Πηνειό. Μου δώσανε και καθάριζα κουτάλια, πιρούνια, ποτήρια και μαχαίρια. Έκανα κανα δύο ταξίδια Θεσσαλονίκη - Πειραιά και άλλα κάνα δύο στην Αλεξάνδρεια. Έπειτα φεύγου. Φεύγου και έρχομαι στο χωριό και άκουσα ότι θα πάγαινε στην Αμερική ο Θανάσης ο Ρήγας και ο Γιάννης ο Ρήγας. Γειτονόπουλα είμαστανε, μόνο που αυτοί ήτανε λίγο πιο μεγάλοι από μένανε κάνα δύο χρόνια. Κάναμε παρέα, το συζητάγαμε και είπαμε να πάμε για την Αμερική. Αυτό έγινε. Ήρθαμε στον Περαία τρία Αγιωργιτάτσα μαζί και βγάλαμε τα εισιτήρια από κάτι πράχτορες που κάνανε αυτή τη δουλειά. Ήτανε κάτι μπαπόρια εκεί με τέσσερα φουγάρα. Πέντε μεγάλα Εγγλέζικα ήτανε. Το εισιτήριο ήτανε εκατόν ογδόντα δραχμές τότες.

Εγώ είχα μερικά από τη δουλειά μου και όταν είχα πάει στο χωριό, μου είχε δώσει μερικά για να συμπληρώσου και ο πατέρας μου. Αυτοί οι πράχτορες μας είπανε ότι πρέπει να έχουμε μαζί μας είκοσι πέντε δολάρια, όταν θα βγούμε κειπέρα. Αμερικάνικα λεφτά δηλαδή. Εγώ, αφού πήρα τα εισιτήρια, μου μείνανε λεφτά και γόρασα εννιά δολάρια. Το κάθε δολάριο είχε τότες πέντε δραχμές. Τα χαρτιά που είχα μαζί μου, ήτανε μόνο ένα πιστοποιητικό από το χωριό, που δεν ήτανε και το δικό μου. Εγώ ξέρεις ήμανε άγραφτος στο χωριό, δεν με είχε γράψει ο πατέρας μου όταν γεννήθηκα και δε με βρίσκανε πουθενά και δεν μου δώνανε χαρτί. Τι μούκοψε το μυαλό μου, αν και ήμανε μικρός τότε. Με τον Παναγιώτη τον Τσάλα ήμαστανε δεύτερα ξαδέλφια. Και με τον Αλέκο τον Τσάλα το ίδιο. Λοιπόν ο Παναγιώτης ο Τσάλας είχε πάει στην Αμερική. Ο Αλέξανδρος ήτανε εδώ, αλλά ήταν πιο μεγάλος κάνα δύο χρόνια. Σκέφτηκα λοιπόν να πάρου τα χαρτιά του. Αλέξανδρος Τσάλας αντί για Δημήτριος Ρέτσας. Έτσι και έγινε. Μπαίνουμε λοιπόν στον Περαία και βγαίνουμε στο Τριέστη της Ιταλίας. Ήτανε μεγάλος εμπορολιμένας της Αυστρίας τότε. Της Αυστροουγγαρίας ήτανε, γιατί ήτανε ενωμένες τότες. Εκεί ήτανε και πολλοί Έλληνες. Να καταλάβεις φτάσαμε στο Τριέστι, την ημέρα που οι Έλληνες πήραμε τα Γιάννενα από τους Τούρκους και εγώ είχα πάει και στην εκκλησία την Ελληνική. Έρχεται ένα μπαπόρι φορτηγό Εγγλέζικο, αυτό που μας λέγανε ότι έχει τέσσερα φουγάρα. Από τον Περαία στο Τριέστι είχαμε πάει με ένα μπαπόρι που το λέγανε Αυστροαμερικάνο.

Αυστροαμερικάνο

Έρχεται λοιπόν αυτό το μπαπόρι. Άλλο μας λέγανε και άλλο ήρτε τελικά. Μας λέγανε εμπορωκεάνιο και ήρτε ένα φορτηγό. Μπαίνουμε μέσα και να γεμόσει από αυτούς τους Σλάβους. Κάτι γυναίκες, κάτι Πολωνέζες, κάτι Τσεχοσλοβάκες, κάτι μυστήρια πράγματα. Κόσμος πολύς. Τους παίρνανε οι μεγάλες εταιρείες της Αμερικής. Μπουλούκια-μπουλούκια τους παίρνανε οι εταιρείες για τα εργοστάσια. Και ξέρεις τι εργάτες είναι αυτοί; Εμεις οι Έλληνες είμαστε κατεργαρέοι όλοι. Έρχεται η ώρα για να φύγουμε. Μπαίνουμε όλοι μέσα και κινάει το μπαπόρι. Μας φέρνουνε για να φάμε. Μια τσανάκα μεγάλη τόση και θα τρώγαμε δέκα ανθρώποι μέσα, όλο νερόβραστα φαγητά είχανε, κάτι Σλάβικα, όλα τέτοια ήτανε. Τρώμε τέλος πάντων και το μπαπόρι εξακολουθούσε να παγαίνει. Κοιμόμαστανε σε κάτι κρεβάτια κρεμαστά, ένα από πάνου, ένα από κάτου. Από το Τριέστι μέχρι τη Νέα Υόρκη κάναμε τριάντα μέρες μονοκόματο. Τα Ελληνικά μπαπόρια που ήτανε τότε, η «Πατρίς», ο «Θεμιστοκλής», το «Αθήναι», παγαίνανε σε δώδεκα μέρες με δεκατρείς. Τέλος πάντων δεν καταλάβαινα εγώ τίποτις. Είχα κάνει, όπως σου είπα προηγουμένως, μερικά ταξίδια και είχα συνηθίσει τη θάλασσα. Μας πήγανε στο Λόνγκ Άϊλαντ. Έτσι λεγέτανε η νήσος. Εκεί είναι και το άγαλμα της ελευθερίας. Το Καστιγκάρι που λένε οι Έλληνες αν έχεις ακουστά, που περνάνε οι μετανάστες. Φτάνουμε εκεί λοιπόν. Εκεί είναι όλα τα γραφεία, οι συγκοινωνίες, που σε τακτοποιούνε πώς θα πας, πού θα μείνεις κλπ, με τη διαφορά όμως ότι θα περάσεις από το γιατρό. Μπήκαμε στη γραμμή για να περάσουμε από το γιατρό. Είχαμε ακούσει, εγώ, δεν ξέρου αν ο Γιάννης ο Ρήγας και ο Θανάσης ο Ρήγας το είχανε ακούσει, ότι άμα πάεις στους γιατρούς και δεν σε βρούνε καλά, σου κάνουνε ένα σταυρό στην πλάτη με κιμωλία. Εμένανε μου κάνανε ένα P, δηλαδή ένα ρο δικό μας Ελληνικό, δωχάμου στον ώμο. Βρε λέου, είμαι για πίσου. Παγαίνου λοιπόν, ήτανε τρεις γιατροί, τέσσερις, στη γραμμή. Αυτοί μόλις με είδανε, δεν ξέρου γιατί, μου είπανε να κατεβάσου το παντελόνι μου. Το παντελόνι μου ήτανε φαρδύ. Βρακί δεν είχαμε. Ποιος είχε βρακιά τότες; Το κατεβάζου κάτου λοιπόν. Με κοιτάζουνε καλά και μου λένε στα Εγγλέζικα να το σηκώσου πάλι πάνου. Εντάξει. Αυτοί με περάσανε ότι έχου κήλη, επειδή ήτανε το παντελόνι μου φαρδύ, αλλά δεν είχα τίποτις. Αυτό ήτανε. Από κει τώρα δίπλα ήτανε η άλλη επιτροπή που θα μας δώσει φαΐ, γιατί ήτανε δύο μέρες μέχρι να πάμε κεί που ήτανε να πάμε με το τρένο, στο Μέϊσον Σίτι στην Αϊόβα, αν έχεις ακούσει. Και μου λέει ένας από αυτουνούς, πριν να πάρουμε την τροφή. Πόσα δολάρια έχεις; Έχεις είκοσι πέντε δολάρια; Ο διερμηνέας ήτανε και τάλεγε στα Ελληνικά. Δεν έχου ρε φίλε του λέου, έχου μονάχα εννιά. Και σε ποιον παγαίνεις εκεί πέρα μου λέει; Παγαίνου του λέου στον Παναγιώτη τον Τσάλα. Τι είναι ο Παναγιώτης ο Τσάλας μου λέει. Είναι αξάδερφος μου του λέου. Και αυτός τάκανε στα Εγγλέζικα και τα έλεγε στον άνθρωπο που ήτανε κει πέρα. Και με αφήσανε και πέρασα. Το εισιτήριο ήτανε πλερωμένο από την Ελλάδα για να πάμε μέχρι τέρμα, μέχρι την πολιτεία αυτή. Μπήκαμε στα τρένα χαρούμενοι. Φτάσαμε στο μέρος εκείνο και βρήκαμε και τους παλιούς Αγιωργήτες που ήτανε κει. Βρήκαμε κάποιο Δημήτρη Καντάρη, του Λουκά του Καντάρη αδελφό. Τον είχανε οι άλλοι Αγιωργήτες μάγερα, να τους μαγερεύει και του δώνανε αυτοί από κάτι τις για το μιστό του. Ζήτησα δουλειά. Οι δουλειές που κάνανε αυτοί ήτανε σκληρές δουλειές. Εκεί ήτανε τουβλάτικα. Φιάνανε τούβλα και αυτές τις σωλήνες τις χωματένιες που βάζουνε για τις αποχετεύσεις. Μπαίνανε οι άνθρωποι μέσα στους φούρνους, με φωτιά πολύ που είχε, για να ψηθούνε κείνα κει. Πολύ σκληρή δουλειά. Αυτοί που δουλεύανε στους φούρνους, παίρνανε περισσότερα λεφτά από τους άλλους, κείνους που τα κουβαλάγανε και τα φορτώνανε στα βαγόνια στα τρένα. Μου δώσανε και μένανε τώρα δουλειά, να κουβαλάου τα τούβλα με ένα καροτσάκι. Και να είναι ένα μαδέρι έτσι, για να ανεβαίνεις με το καροτσάκι από το δρόμο στο βαγόνι μέσα. Και να ανεβάζου εγώ τα τουβλα μέσα στο βαγόνι. Παίρνου εγώ το καροτσάκι και το γεμόζου τούβλα. Μόλις έφτασα στην μέση στο μαδέρι, πάρτονε κάτου. Με φωνάζει το αφεντικό, με ξαναδοκιμάζει, δεύτερο,τρίτο, δεν πιστεύου να πήγα κανένα μέσα. Δεν είχα την δύναμη. Είχε εκατόν είκοσι πέντε τούβλα πάνου αυτό το καροτσάκι και γω ήμανε μικρός, δεκαέξι χρονών. Αφού γύρισα πίσου, μου λέει το αφεντικό. Δεν κάνεις εσύ γι αυτή τη δουλειά, Τζίμη. Δεν δούλεψα για να πάρου τίποτις. Πήγα στο σπίτι. Αυτά τα μεγάλα θερία οι Αγιωργήτες που νόμιζα ότι ήταν προστάτες μου, ο Χρήστος ο Κρόκος, ο μακαρίτης ο Φουρλίκης, που ήτανε στο Αλιβέρι, κάποιος Γιάννης Στάμος, αδελφός του Χρήστου και του Κώστα του Στάμου και άλλοι πέντε έξι που δεν τους θυμάμαι, δεν ενδιαφέρθηκανε καθόλου για μένανε. Εγώ τώρα τη δουλειά εκείνη δεν μπορούσα να την κάνου. Λέου του μακαρίτη του Καντάρη. Ένας καλός άνθρωπος, Γιάννη μου. Οι δύο καλύτεροι Αγιωργήτες. Ο Τζίμης ο Καντάρης και η Ελένη η Βλάχα. (Κόρη του Δημ. Δημητρίου ( του Βλάχου) και σύζυγος του Γρηγορίου Λεων. Ρήγα ( του Γρίνη)). Ποιος Αγιωργήτης δεν πέρασε από το σπίτι τους και δεν έφαγε και δεν κοιμήθηκε.
Λοιπόν του λέου. Ρε μπάρμπα (ιστορία μεγάλη έχει και αυτός), δεν υπάρχουνε δωπέρα άλλες πιο λαφριές δουλειές για τον κόσμο; Μου λέει. Βρε Τζίμη, παιδί μου, έχου ακούσει ότι δώ κοντά δουλεύει ένας Μακεδόνας. Εκεί να πας στο ρανχάουζ, είναι ένα μεγάλο στρογγυλό σπίτι αυτό το ρανχάουζ που βάζουνε τα τρένα μέσα, τις μηχανές όχι τα βαγόνια και τις καθαρίζουνε, τις φιάχνουνε και τις πλένουνε οι μηχανικοί. Να πας εκεί μου λέει. Λέου πως θα πάου; Πάρε τη γραμμή μου λέει. Γραμμή-γραμμή δεν είναι μακριά, σε μισή ώρα πήγες. Παγαίνου κεί λοιπόν και έλεγα στους ανθρώπους. Τζαμπ-τζαμπ (job), δηλαδή δουλειά. Και με στείλανε στον υπεύθυνο. Κείνα που με είχανε μάθει να λέου, ήτανε. Μίστερ αϊ γουάντ τζάμπ, δηλαδή, κύριε θέλου δουλειά. Με κοιτάζει αυτός. Θα σου δώσου μου λέει. Ναρθείς αύριο. Παγαίνου την άλλη μέρα και με στέλνουνε τη νύχτα. Τη νυχτερινή βάρδια και μου δώσανε την πιο σκληρή δουλειά που υπάρχει. Τα τρένα ήτανε μεγάλα. Οι φούρνοι που καίει το κάρβουνο, ήτανε από δω ίσα με κει πέρα, όσο ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο και να πάρεις την ξύστρα και να θέλεις να βγάλεις τις φωτιές και τις στάχτες, για να καθαρίσει ο φούρνος. Ε, εγώ δεν σήκωνα ούτε την μπάρα αυτήνε για να τα τραβήξου όξου. Με βλέπει εμένανε ο επιστάτης. Βρε παιδί μου λέει του Μακεδόνα που έκανε τον επιστάτη, τι να τον κάνουμε αυτόνε που ήρθε για δουλειά; Ούτε την μπάρα δεν σηκώνει αυτός. Αφού δεν σηκώνει, ξαναστείλτονε το πρωί στο διευθυντή. Με στέλνουνε πάλι το πρωί στον διευθυντή. Πάου το πρωί και του λέου. Μίστερ με στείλανε πάλι σε σένανε. Η δουλειά είναι πολύ σκληρή. Σκέφτει-σκέφτει, ο μακαρίτης τώρα αυτός, και μου δώνει μία δουλειά πάλι, Γιάννη, λες και την είχα παραγγελία. Σ ένα κουβά μέσα, έβαζα πετρέλαιο ίσα με τη μέση και μ’ ένα στουπί να παγαίνου μέσα κει που ήτανε τα κλειδιά της μηχανής, άμα ήτανε σταματημένη όμως και να τα καθαρίζου. Το πέρναγα πρώτα έτσι με το πετρέλαιο και μετά με το στουπί το καθάριζα. Ό,τι να ναι βρε, Γιάννη, όσο λίπος και να τανε πάνου, το διέλυε αυτό το πετρέλαιο και έπειτα μ’ ένα στουπί στεγνό τα καθάριζα και λάμπανε. Αφού με είδε αυτός ότι εγώ είμανε καλός στη δουλειά μου, μου λέει μία μέρα. Τζίμη, θα σου δώσου να κάνεις μία άλλη δουλειά. Θα φιάχνεις τα ίντζα, δηλαδή τις μηχανές που έρχονται τώρα και είναι για να φύγουνε αύριο. Θα μου έλεγε αυτός ποιο ίντζι να φιάξου. Αυτό το ίντζι αριθμός τρία ας πούμε, φεύγει αύριο στις δέκα η ώρα. Εγώ λοιπόν έπρεπε στις δέκα η ώρα να το έχου έτοιμο. Να ανάψου την φωτιά, να κάνου την στήλη με τον ατμό που χρειαζότανε, να είναι έτοιμο να κινήσει, να το πάρει όξου ο μηχανοδηγός για να φύγει. Την φωτιά αυτή την άναβα με ξύλα. Και να κουβαλάου τα ξύλα και να τα ρίχνου πάνου για να ανάψου τις φωτιές. Στο μήνα πάνου δεν καθυστέρησα κανένα δρομολόγιο, κανένα τρένο. Όλα στην ώρα τους ήτανε έτοιμα να φύγουνε. Με αγάπησε τόσο πολύ αυτός ο άνθρωπος. Ρε, παιδί μου, μου λέει μία μέρα,θα σε στείλου να γίνεις θερμαστής στα τρένα. Ό,τι θέλεις του λέου μίστερ Κέϋση. Αρχινάει λοιπόν και να με στέλει με φορτηγά, από το μέρος εκείνο μέχρι το Σικάγο φτάναμε. Με άλλες μηχανές παγαίναμε προς το βόρειο μέρος, μέχρι Μινεάπολη και Μινεζότα φτάναμε και με άλλες γυρίζαμε. Δούλεψα τρία χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά. Οι εταιρείες τα χρόνια κείνα, είχανε τους νόμους τους, τα συστήματά τους. Στα τρία χρόνια που ήμανε θερμαστής, έπρεπε να δώσου εξετάσεις τώρα για να διευθύνου τη μηχανή εγώ. Έπρεπε όμως να πάου στα γραφεία της εταιρείας για να δώσου τις εξετάσεις. Τι ξέρου εγώ; Όταν θα κάνεις τρία χρόνια θερμαστής, πρέπει να έχεις χαρτιά, που να λένε ότι είσαι εντάξει, ότι είσαι και για τη μηχανή καλός, γιατί άμα σε χρειαστεί σε μία ανάγκη, να μπορεί να σε χρησιμοποιήσει.

Πάου λοιπόν στα γραφεία. Είμαστανε καμιά δεκαριά εκεί. Δεν σου λέει βλέπεις με λόγια τι θα κάνεις άμα δεις το κόκκινο, ή πώς θα σταματήσεις τη μηχανή, όταν είναι ανάγκη, ή με πόσα μίλια πρέπει να παγαίνεις, παρά μου τα δώνει γραφτά όλα για να απαντήσου και αυτός θα πάρει έπειτα το χαρτί μου και θα δει ποια είναι σωστά και ποια είναι λάθος. Έ, τι να γράψου εγώ τώρα πατάτες; Γράμματα δεν ήξερα. Ούτε Ελληνικά καλά-καλά όχι Αμερικάνικα. Με απορρίψανε και με διώξανε. Όταν γύρισα κει που ήμανε στην αρχή στο Μέϊσον Σίτι στην Αϊόβα, εκεί που ήτανε και οι άλλοι Αγιωργήτες, δεν έμεινα μαζί τους, έφυγα. Έκανα αντάρτικο. Πήγα σε αυτόνε που δούλευα. Μου λέει. Τζίμη δεν πέρασες, τώρα δεν μπορείς να είσαι ούτε θερμαστής. Με βγάζει από αυτή τη δουλειά. Μου δώσανε άλλη δουλειά να κάνου, να καθαρίζου, να πλένου και τα τέτοια. Εκεί που είναι η στήλη, ο ατμός πιάνει κάτι σαν σκουριά, τέτοια πράματα. Τι να κάνου; Την έκανα και αυτή τη δουλειά. Τα είχα μάθει όλα στα τρένα. Κάθε καλοκαίρι έπαιρνα ένα μικρό ταξιδάκι, την άδεια μου δηλαδή, αλλά δεν πλερωνόμανε, ήταν «άνευ αποδοχών». Ναι αυτό, όπως το είπες. Στο μέρος που είμαστανε γυναίκα δεν επιτρεπέτανε. Άμα πιάνανε καμία, είχε τιμωρία. Άστα. Ξύρισμα τα μαλλιά της με τη μηχανή και τρείς μέρες να την γυρίζουνε μέσα στη πολιτεία. Λοιπόν έπαιρνα αυτό το ταξιδάκι και πάγαινα στη Μινεάπολη της Μινεσότας. Μεγάλη πόλη αυτή και είχε τέτοια πράματα, αλλά ήτανε μόνο μία φορά το χρόνο, κάθε καλοκαίρι. Και καμία φορά πάγαινα και στο Σικάγο.

- Αυτές οι γυναίκες που μου λες Τζίμη, ήταν Αμερικανίδες, ή τις είχαν φέρει όπως εσάς, για να «εξυπηρετείστε» μεταξύ σας και να μην υπάρχει έτσι καμία επαφή με τον Αμερικάνικο πληθυσμό;

- Όλες ήτανε Αμερικανίδες, Γιάννη. Καμία ξένη. Είχε και λευκές και μαύρες, αλλά στις μαύρες ποιος πάγαινε; Τότε κείνα τα χρόνια θα σε τουφεκάγανε, άμα σε βλέπανε άσπρο να πας με μαύρες, ή μαύρο να τονε δούνε με άσπρη. Ώσπου να φτάσει η αστυνομία, ήσανε κρεμασμένος πάνου στο δέντρο. Τότες που έφτασα εγώ στην Αμερική, το δεκατρία, πρόεδρος ήτανε ο Ουίλσον. Μεγάλος καθηγητής ήτανε , αλλά ήτανε και άνθρωπος. Όμως για τους μαύρους δεν έκανε και αυτός τίποτις. Τους μαύρους δεν τους θέλανε. Εγώ, Γιάννη μου, τώρα, ή βλάκας είμαι, ή πολύ καλός είμαι. Από τα χρόνια εκείνα, όσοι ήτανε από την Εύβοια και με γνωρίζανε, όλοι μου γυρεύανε βοήθεια. Και τι μιστό είχα εγώ τότες; Ένα δολάριο την ημέρα έπαιρνα. Δεν ξέρου. Οικονόμος ήμανε, τι ήμανε, πάντοτε είχα εκατό με διακόσα δολάρια. Όταν λέμε διακόσα δολάρια, ήτανε περιουσία τον καιρό εκείνο. Λοιπόν όλους τους είχα βοηθήσει. Ο Μπαχάρας, ο Γιώργης που είναι στην Επισκοπή, αυτός ήτανε από τους τεμπελάκους, δεν είχε δουλέψει. Χαρτάκι και σερβιτόρος σε κάνα καφενείο. Τώρα τελευταία τον είχε πάρει ένας πατριώτης από το Πιρνάκι και δούλευε στο μαγαζί του κάμποσο καιρό. Ξενοδοχείο φαγητού ήτανε. Για καλή του τύχη τον επήρανε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στρατιώτη οι Αμερικάνοι. Και γω ήθελα να πάου, μοναχός μου, έκανα επανάσταση, αλλά για τις δουλειές που έκανα τότες, χρειαζόμανε εκεί και δεν με αφήνανε να πάου. Λοιπόν ο Μπαχάρας, ο Γιώργης, μου ζήτησε λεφτά και όχι πέντε ή δέκα δολάρια, παρά εκατόν εβδομήντα πέντε δολάρια, για να φύγει από κει που είμαστανε και να πάει να δουλέψει στη Βιρτζίνια, εκεί που ήτανε στρατιώτης. Έ αυτός λοιπόν πήγε εκεί πέρα, τον πήρε η κυβέρνηση στρατιώτη και έμεινε εκεί. Όταν εγώ σκέφτηκα να πάου σε αυτή τη μεγάλη πολιτεία, ήτανε και ο Μπαχάρας εκεί μαζί με τους μακαρίτες τους Φιλάηδες. Βρε λέου, δεν πάου να ιδού και τον Μπαχάρα. Δεν ήξερα τότες ότι ήτανε και ο Φιλάος εκεί. Ακόμα δούλευα στα τρένα, αλλά πήγα με την άδεια το καλοκαίρι. Λέου. Βρε, Τζίμη, ολοένα παγαίνεις στο Μινεάπολη Μινεζότα, δεν παγαίνεις και μία φορά στο Πίτσμπουργκ που είναι και ο Μπαχάρας και αφού μας χρωστάει και τα λεφτά να τα πάρουμε.
Μπήκα λοιπόν το καλοκαίρι στο τρένο και πήγα μέχρι το Πίτσμπουργκ, να ιδού και κάποιους Αγιωργήτες που ήτανε κεί. Παγαίνου εκεί Γιάννη μου και βρίσκου μία πόλη ίσα με ένα εκατομμύριο πληθυσμό. Εκεί είναι η βιομηχανία του σιδήρου. Όλο το σίδερο της Αμερικής εκεί βγαίνει. Σίδερο, ατσάλι για τα μπαπόρια, για τα κανόνια, όλα, όλα, όλα εκεί. Λοιπόν δεν βρίσκου κανένανε κει γι’ αυτούς που πάγαινα. Μου άρεσε πολύ η πολιτεία αυτή και ήθελα αμέσως να πάου να βρου και να πιάσου δουλειά εκεί. Πουταναριό, πολύ πουταναριό. Γυναίκες, μπύρες, ωραία ζωή. Εδώ λέου είναι ο παράδεισος. Τώρα δεν γυρίζου πίσου. Πάου λοιπόν σε μία εταιρεία, στα τρένα πάλι, αλλά σε άλλη εταιρεία όχι την ίδια. Ήτανε κάπου πενήντα με εκατό εταιρείες. Πάου κεί λοιπόν, στο ρανχάουζ πάλι, λέου του αφεντικού δουλειά. Λέει, τι δουλειά ξέρεις να κάνεις; Λέου, ότι δουλεια έχεις την ξέρου. Και τρένα ακόμα διευθύνου του λέου. Μου λέει. Είσαι βέβαιος; Του λέου ναι. Μπες μέσα μου λέει. Όταν έρχεται ένα τρένο, ο οδηγός αφήνει το τρένο όξου από το ρανχάουζ και πάει και το παίρνει κάποιος και το βάζει μέσα. Και όταν πάλι θέλει να φύγει ένα τρένο, θα το πάει κάποιος στη θέση που πρέπει, για να το πάρει ο οδηγός. Αυτή τη δουλειά μου λέει θα κάνεις. Ξέρεις; Λέου πώς δεν ξέρου και μου δώνει αυτή τη δουλειά. Μεγαλείο δουλειά έ; Τρία δολάρια και δέκα σέντς την ημέρα για οχτώ ώρες δουλειά. Αυτό είναι στο χίλια εννιακόσα δέκα εφτά. Στη δουλειά μου πήγαινα καλά. Τώρα, πώς μαθεύτηκε πως εγώ πήγα στο Πίτσμπουργκ, δεν ξέρου. Εκεί είχα ένα πρώτο ξάδερφο εγώ. Παναγιώτης Ρέτσας λεγέτανε και ήτανε από του Γαβαλά. Λοιπόν δεν ήξερα πού μένει καθόλου, αλλά ήξερα ότι είναι στο Πίτσμπουργκ και είχα σκοπό με τον καιρό ότι θα τον ανακάλυβα. Κάπου θα ήτανε αυτός, δούλευε σε ξενοδοχεία μάγερας. Εκεί που δούλευα ένα βράδυ στις δέκα η ώρα, εκεί δουλεύεις μια βδομάδα νύχτα και μια βδομάδα μέρα, βλέπου τον αξάδερφό μου και τον Βαγγέλη τον Φιλάο. Τον αξάδερφό μου τονε θυμάμαι από παιδί που ερχότανε στο χωριό. Ο Βαγγέλης ο Φιλάος ήτανε γείτονας στο Μέϊσον Σίτι, τον είχα δει εκεί όταν πρωτοήρθα.

Βρε, λέου. Καλώς τον αξάδερφο και τον κουμπάρο. Τους Φιλάηδες τους έλεγα κουμπάρους, γιατί ο πατέρας μου είχε βαφτίσει έναν αδερφό τους. Γιάννη τον ελέγανε. Όμως πέθανε μικρός αυτός, αλλά η κουμπαριά έμεινε. Τι κάνεις εδώ μου λένε; Αυτοί πιο μεγάλοι από μένανε και στα χρόνια, αλλά και διαβασμένοι ήτανε. Ο Φιλάος δηλαδή, γιατί ο αξάδερφός μου ήτανε αγράμματος. Να δουλεύου εδώ λέου, δεν με βλέπετε; Τρένα λέου βάζου μέσα και τα βγάζου. Αυτή είναι η δουλειά μου. Μου λέει ο Φιλάος, πόσα λεφτά παίρνεις; Του λέου, κάνου τρία και δέκα την ημέρα. Α! μου λέει. Δεν πας στα ανθρακωρυχεία να δουλέψεις; Έχου ακούσει ότι στην τάδε πολιτεία, πάνου κει, είναι ανθρακωρυχεία και κάνουνε περισσότερα λεφτά. Λέου, πόσα περισσότερα κάνουνε; Μου λέει. Είχε δουλέψει κει ένας γνωστός μου και κάνουνε τρία και δέκα πέντε. Για μια πεντάρα τώρα. Μουρλού το λες, τρελού το λες, παρατάου την καλή δουλειά που είχα και παγαίνου στα ανθρακωρυχεία, σε ένα μέρος είκοσι μίλια έξω από το Πίτσμπουργκ. Παγαίνου και γω λοιπόν κει χάμου και δεν θα πιανα δουλειά, αλλά άμα είναι να συμβεί το κακό δεν το γλυτώνεις. Είχε απεργία σ αυτό το εργοστάσιο και η εταιρεία έπαιρνε αυτούς που θέλανε δουλειά. Τώρα εγώ, ένα πράγμα έχου καταλάβει, ότι δεν έπρεπε να πάου να δουλέψου. Αλλά , αφού ήτανε λιγάκι περισσότερα τα λεφτά, μία πεντάρα δηλαδή όχι τίποτις σπουδαίο, λέου ας δοκιμάσου. Πάου κεί λοιπόν και πιάνου δουλειά. Η δουλειά ήτανε να φιάνου γραμμές, για να περνάνε τα βαγόνια. Βοηθός όμως. Βγαίναμε όξου τη νύχτα να πάμε στην πολιτεία. Φόβος να μη μας σπάσουνε στο ξύλο αυτοί που κάνανε την απεργία. Τέλος πάντων. Μία φορά, δύο φορές, τρεις φορές, άμα είναι ο άνθρωπος να ζήσει θα ζήσει και άμα είναι να ψοφήσει, βρε φύλαχτόνε όσο θέλεις, θα ψοφήσει. Μετά από αυτή τη δουλειά, που έφιανα τις γραμμές, εγώ είχα ένα διάβολο μέσα μου. Όπου πάγαινα να δουλέψου, πρώτη μου δουλειά ήτανε να γνωριστού με τους διευθυντές. Από μικρό παιδί που δεν ήξερα ούτε τη γλώσσα, ούτε τίποτις. Γνωρίζομαι λοιπόν με τον διευθυντή του ανθρακωρυχείου. Βρε λέου, δεν έχεις καμία καλύτερη δουλειά να μου δώσεις; Γραμμές θα φιάχνου εγώ τώρα; Τον φιλοδώρησα κιόλας, τότε πέρναγε αυτό. Να σου δώσου μου λέει. Θα κοιτάζεις τις τρόμπες που βγάζουνε τα νερά, γιατί τα ανθρακωρυχεία ήτανε γεμάτα νερά. Καλή δουλειά. Το είχα δει και λιγάκι από τα τρένα και κάτι ήξερα. Μου δώνει λοιπόν τη δουλειά αυτή. Δουλεύου κάμποσο καιρό. Κάποια στιγμή σπάζει η απεργία και έρχονται πάλι στη δουλειά τους, όλοι οι άνθρωποι που δουλεύανε εκεί. Δουλέψανε πέντε με έξι μήνες και συμφωνούνε λοιπόν να κάνουμε άλλη απεργία και βγαίνουμε πάλι όξου και πάμε σε ένα κτήριο που είχανε νοικιάσει οι ανθρακωρύχοι του ανθρακωρυχείου αυτού και το είχανε για γραφείο, για να γραφτούμε στην οργάνωση. Και γράφομαι και γω, αλλά την δουλειά που έκανα όμως, με την άδεια της οργάνωσης, έπρεπε να την κάνου. Μπορούσα να παγαίνου να δουλέψου, γιατί ήταν αναγκαίο να βγαίνουνε τα νερά όξου. Λοιπόν αυτό έγινε. Δοκιμάσανε βέβαια πάλι κάποιοι, πως μου τους είπες; Α, απεργοσπάστες, να την ξανασπάσουνε, αλλά δεν τα καταφέρανε. Άκου τώρα για τη δική μου τη ζωή. Κινάου για να πάου στη δουλειά μου. Και έρχεται μαζί μου και ένας, που έκανε κουμάντο στις μηχανές που βγάζουνε το κάρβουνο όξου. Όπως είναι το κτήριο που παίρνουμε τις λάμπες και τις βάζουμε στο κεφάλι μας για να μπούμε μέσα, εγώ θα ήμανε από δω ίσα με την καρέκλα εκεί (δύο μέτρα περίπου). Ο άλλος που ήρτε να πιάσει δουλειά, ήρτε με τη μηχανή του και μόλις πάει να σηκωθεί από τη μηχανή του για να πάρει τη λάμπα του, μια σφαίρα, Γιάννη μου, και πάρτον κάτου. Πάει σκοτώθηκε αυτός. Να, μου πήγε και μένανε και ας είμανε και με το νόμο. Ποιος σε ξέρει αν είσαι με το νόμο, ή αν είσαι απεργοσπάστης; Μόλις τον καθαρίσανε αυτόνε, πίσου και ο Τζίμης. Βγάζου τη λάμπα από το κεφάλι μου και γύρισα και γω στο σπίτι μου. Και έτσι , αν δεν ήτανε αυτός ο άνθρωπος να πάει μισό λεπτό πιο μπροστά από μένανε, η σφαίρα θα ήτανε για μένανε, δηλαδή γι’ αυτόνε που θα πέρναγε πρώτος. Έτσι την γλύτωσα.

Έπειτα και σ’ αυτό το ανθρακωρυχείο έγινε οργάνωση. Δεν ζύγωνε κανένας από το φόβο του. Ώσπου να γίνει στο ανθρακωρυχείο οργάνωση, πήγα πάλι στα τρένα. Και παγαίνου πάλι σε αυτή την εταιρεία στο Πίτσμπουργκ και τους λέου. Θερμαστή θέλεις, μηχανοδηγό θέλεις, διάβολο θέλεις, ό,τι θέλεις κάνου. Να ρθεις μου λέει αύριο. Το πρωί που σηκώνομαι λέου. Βρε, ας το διάλο, αφού και γω ο ίδιος είμαι γραμμένος στην οργάνωση των ανθρακωρύχων, να πάου τώρα να σπάσου την απεργία των άλλων; Είχανε βλέπεις απεργία και οι μηχανοδηγοί, γι’ αυτό ο άλλος μου είπε ό,τι θέλεις, έλα αύριο να δουλέψεις. Και έτσι δεν πήγα για δουλειά. Ας κάτσου και γω μ’αυτουνούς και ας ψοφήσου και εγώ μαζί με αυτουνούς είπα. Έπειτα έγινα μεγάλος και γω και έγινα αυστηρός οργανωτής και τα ρέστα. Έπειτα κατάλαβα τι έπρεπε να κάνου και τι ακριβώς ήθελα. Αυτά τα λεφτά τώρα που μου χρώσταγε ο Μπαχάρας,νομίζου πως τα πήρα, αλλά δεν τα πήρα μαζεμένα. Τα πήρα λίγα-λίγα, όταν γύρισε ο Μπαχάρας από το στρατό. Ήτανε η δυστυχία κιόλας τότες. Τους έδωσε η κυβέρνηση ένα ποσόν πεντακόσια δολάρια, τον πήρε μετά η κυβέρνηση και του δωσε και μια δουλειά, να καθαρίζει ένα δάσος. Ο Μπαχάρας πήγε και στη Γαλλία στρατιώτης, αλλά δεν ξέρου, αν πήρε μέρος σε καμιά μάχη. Αφού πήρε τα πεντακόσια δολάρια, γύρισε στην πατρίδα. Ήρτε δω πέρα και παντρεύτηκε. Οι Έλληνες είμαστε κατεργαραίοι όλοι. Παγαίνει εδώ στην Ελλάδα στους γιατρούς, τον βγάζουνε άχρηστο, ότι έπαθε στο στρατό, δεν ξέρου μπορεί και να έπαθε πραγματικώς και παίρνει τη σύνταξη του στρατού εδώ και εξήντα χρόνια από την Αμερική. Και έτσι ο Μπαχάρας ζει και την περνάει κοτσάνι. Το τσέκι έρχεται και ανάγκη δεν έχει. Ο Γιωργάκης, ο λεβέντης είναι αυτός. Έξυπνος διάβολος όμως. Κάθισα χωρίς δουλειά κάμποσο καιρό, ώσπου να ανοίξουνε τα ανθρακωρυχεία και πάλι, αλλά με οργάνωση όμως αυτή τη φορά. Και πήγα στα ανθρακωρυχεία. Αυτό ήτανε το χίλια εννιακόσα δέκα εφτά. Λοιπόν δούλεψα εκεί από το δέκα εφτά, μέχρι το δέκα οχτώ. Φεύγει μετά από κει ο διευθυντής που γνώριζα και πήγε σ ένα άλλο μεγάλο ανθρακωρυχείο. Έφυγα και γω και πήγα κει που πήγε αυτός και έπιασα δουλειά κει χάμου,πάλι να βγάζου τα νερά. Δούλεψα κει, μέχρι που πήγε ο Ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία. Το χίλια εννιακόσα δέκα εννιά, τον Μάϊο μήνα, αν δεν κάνου λάθος. Κατόπιν έβλεπα όλα αυτά τα μεγάλα κατορθώματα του Βενιζέλου. Είχαμε δύο Ελληνικές εφημερίδες,ημερήσιες και τα μαθαίναμε όλα καλύτερα και από την Ελλάδα. Μία εφημερίδα ήτανε ο Εθνικός Κήρυξ. Πρώτα ήτανε μια βασιλικιά εφημερίδα, η οποία αυτή ιδρύθηκε το χίλια οχτακόσια ενενήντα εφτά στη Νέα Υόρκη. Αλλά ήτανε βασιλικιά εφημερίδα, όλο λιβάνιζε τους βασιλιάδες και το κόμμα αυτό, τη δεξιά. Λοιπόν, βρήκα εκεί ένα διαβασμένο Σπαρτιάτη. Τατάνης λεγέτανε το επίθετό του, ο οποίος έβαλε τον καιρό εκείνονε εκατό χιλιάδες δολάρια, για να βγάνει φιλελεύθερη εφημερίδα, Βενιζελικιά. Και ζήτησε και βοήθεια και ήρτε και σε μένανε βέβαια και του δωσα και γω εκατό δολάρια. Δεν ήτανε και λίγα τα λεφτά αυτά για την εποχή εκείνη. Από τον καιρό εκείνο, από τις τρεις Απριλίου του χίλια εννιακόσα δέκα εφτά, εξακολουθεί να ζει αυτή η εφημερίδα και σήμερα. Είχα και κάτι στο δημοτικό σχολείο του χωριού μας χαρίσει. Κάτι ημερολόγια της εποχής εκείνης και κάτι τέτοια. Δεν ξέρου, βρίσκονται πουθενά, δεν βρίσκονται τι να που. Αυτά άμα τα έχει κανένας σήμερα, αξίζουνε «μίλιον τάλας». Έφερα από τη βιβλιοθήκη μου όσα βιβλία μπόρεσα, προπαντός φιλελεύθερα βιβλία, πολύ ωραία βιβλία, αλλά δεν ξέρου, βρίσκονται πουθενά, δεν βρίσκονται ντρέπομαι να ρωτήσου το δάσκαλο, τον Παναγιώτη, γιατί σε αυτόνε τα έδωσα. Δε βαριέσαι. Τώρα τι να πει κανένας και γω δεν ξέρου. Ήθελα να τον ρωτήσου, αλλά έφυγε ο Παναγιώτης από δω, ήρθανε άλλοι δάσκαλοι στο χωριό και δεν ρώτησα ποτές μου. Ήτανε του Εθνικού Κήρυκος όλα αυτά τα μηνιαία, με τους μεγάλους Έλληνες. Και τα γραφτά που έχουνε μέσα, είναι όλα μεγαλείο. Και γι’ αυτό τα είχα φέρει κιόλας για να είμαι ειλικρινής, για να βρίσκονται, αλλά δεν ξέρου τώρα είναι δεν είναι; Άμα μας δοθεί η ευκαιρία πάμε να ρίξουμε μια ματιά βρε, Γιάννη, μαζί. Λοιπόν το δεκαεννιά που βγήκανε στη Μικρά Ασία ο Ελληνικός στρατός, μου μπήκε στο μυαλό μου η ιδέα, νάρθου και γω να πολεμήσου, να κάνου την μεγάλη Ελλάδα. Τόσο πολύ είχα ποτιστεί. Έφυγα λοιπόν από κει, τα παράτησα όλα και γύρισα πίσου στη Ελλάδα. Είμανε τότε είκοσι δύο χρονών. Έρχομαι λοιπόν δω πέρα και παρουσιάζομαι στη Χαλκίδα, στο τρίτο σύνταγμα. Εκεί υπαγόμαστανε εμείς, στου Κοντύλη το τρίτο σύνταγμα. Λοιπόν, παρουσιάζομαι κει και θα σου που ένα πράμα που μου συνέβη στη Χαλκίδα και είδα μία εξυπηρέτηση από το Χρίστο τον Κρόκο και από τον Θεοδώρου που πέθανε στο Αλιβέρι. Ο μεν Θεοδώρου ήτανε γραμματέας του λόχου, ο δε Κρόκος ήτανε επιλοχίας του λόχου, αλλά οι λόχοι είχανε διαλυθεί. Είχανε πάει στο μέτωπο και τα είχανε έμπεδα εκεί (έμπεδο είναι το μόνιμο τάγμα συγκροτούμενο σε καιρό πολέμου). Όσοι ερχόντανε καινούργοι παγαίνανε εκεί. Λοιπόν, αφού ήρτα δω πέρα, παρουσιάζομαι στη Χαλκίδα, όπως σου είπα. Πρώτη μέρα, δεύτερη μέρα, τρίτη μέρα τίποτις. Είμαστανε καμιά πενηνταριά εκεί πέρα, άλλοι άρρωστοι μπορεί να ήτανε και άλλοι Αμερικανοί σαν κι εμένανε δεν ξέρου. Τι διάολο κάθομαι μία βδομάδα λέου. Εγώ ήρτα εδώ να πολεμήσου, να πιου αίμα. Βγαίνου στην αναφορά Ήτανε ένας αξιωματικός, λοχαγός, Κόλιας από το Αλιβέρι. Μόλις βλέπει Ρέτσας με φωνάζει κρυφά εμένανε. Έλα δω μου λέει Ρέτσα. Από πού είσαι; Από τον Αγιώργη του λέου. Είναι δική σου μου λέει αυτή η αναφορά; Λέου δική μου είναι. Θέλεις να πας στο μέτωπο; Λέου ναι. Μωρέ εγώ μου λέει, ήμανε στο μέτωπο και πούλησα όλη την περιουσία μου για να γυρίσου πίσου και συ θέλεις να πας; Τίποτις του λέου. Εγώ πρέπει να πάου. Πιάνει την αναφορά μου και την σκίζει μπροστά μου και δεν την περνάει στα βιβλία για να πάου. Τέλος πάντων.

Περνάει καμιά βδομάδα ακόμα. Ρε γαμώ το λέου. Μα δεν θέλουνε στρατιώτες αυτοί οι άνθρωποι; Περίεργο. Άλλη αναφορά πάλι. Πέφτει πάλι στα χέρια τα δικά του. Με φωνάζει πάλι λοιπόν και μου έκανε ένα μάθημα και μου είπε τι είναι ο πόλεμος και από δω και από κει, για να με πείσει να μην πάου. Εγώ λέου τίποτις, θέλου να πάου. Έ τότες μου λέει, θάρθει μέρα που θα σε ειδοποιήσουμε. Περάσανε κάνα δύο μέρες ακόμα. Ήτανε πρωί που ξυπνάγαμε. Έρχεται ένας δεκανέας εκεί και μας έπαιρνε τα ονόματα. Έρχεται και ένας άλλος δεκανέας και με πιάνει από κει (από το γιακά). Τι γίνεται δω; Τι είναι αυτά μου λέει. Εγώ δεν ήμανε κουμπωμένος. Φόραγα βέβαια στρατιωτικά. Τι είναι ρε του λέου; Σπρώχνω το χέρι του από πάνω μου και πιάνου μια γροθιά. Πάρτον κάτου. Από το τελευταίο πάτωμα πάνου που είμαστανε και έρχεται κάτου από τις σκάλες. Βρε λοιπόν. Μιλιά εγώ. Αυτός ήρθε πάλι πάνου, φιάχτηκε,είχε βαρίσει λιγάκι, αλλά δεν μου είπε τίποτις. Με βγάζει στην αναφορά. Ο λοχαγός με τιμωράει τώρα με δέκα μέρες φυλακή, αλλά πάει και στο σύνταγμα να την εγκρίνει και από κει.
Όταν πήγε στο σύνταγμα, ο συνταγματάρχης την έγκρινε, δεν την ύψωσε όμως, την άφησε όπως ήτανε. Ο Θεοδώρου πάει τώρα να γράψει τις διαταγές. Βλέπει εκεί πέρα Ρέτσας, τιμωρία δέκα μέρες φυλακή. Τα γράφει. Έρχεται κάτου. Πάει και βρίσκει τον Χρίστο τον Κρόκο. Ο Κρόκος ήτανε επιλοχίας, αλλά ήτανε πολύ γερός στο φιλελεύθερο κόμμα και τότες ήτανε οι φιλελεύθεροι στην ακμή τους. Ύστερα στο πειθαρχείο, κει που μας βάζανε, ήτανε ένας λοχίας στο ανάστημα το δικό σου και μόλις πηγαίνανε οι τιμωρημένοι τους ρώταγε. Πως λέγεσαι; Ρέτσας π.χ. Από πού είσαι; Άγιος Γεώργιος κλπ. τέλος πάντων Καρυστίας. Με τη λέξη Καρυστίας ένα ξύλο μα τι ξύλο. Βρε να μουγκρίζουνε οι στρατιώτες από το ξύλο. Και ούτε ήξερα εγώ τίποτις τι έχου να πάθου. Τώρα ο Θεοδώρου, όταν είδε την φυλακή αυτή, λέει. Πάει θα τονε σκοτώσουνε τον Ρέτσα απόψε. Τρέχει και βρίσκει τον Κρόκο. Ο Χρίστος ο Κρόκος λοιπόν, βλέπεις τον είχα γνωρίσει στην Αμερική, τρέχει και τον πιάνει αυτόνε το λοχία και του λέει. Θαρθεί και ένας που λέγεται Ρέτσας. Είναι δικός μου άνθρωπος. Όταν πάου εγώ και ήτανε μπροστά μου δύο και είδα το ξύλο που τρώγανε, φοβήθηκα. Να φανταστείς τους βάζανε κάτου και τους πατούσανε κιόλας. Βρε, γαμώ την πίστη μου λέου. Μόλις έλεγε τις λέξεις επαρχία Καρυστίας, σου λέου ξύλο αλύπητο. Τώρα ήρτε η σειρά μου. Μόλις φεύγουνε αυτοί, βλέπει αυτός το δικό μου όνομα στη γραμμή και λέει, Ρέτσας. Λέου παρών. Α! Εσύ είσαι του Κρόκου; Δεκανέα πάρε αυτόνε τον στρατιώτη και βάλτονε σε αυτόνε το θάλαμο. Δώστου τέσσερις κουβέρτες και να αφήσεις και τις πόρτες ανοιχτές. Λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί τρέξανε να με σώσουνε, δίχως εγώ να ξέρου τι με περιμένει. Και τι; Ο μεν Θεοδώρου βασιλικός ο δε Κρόκος Βενιζελικός με τα τσαρούχια. Ο Χρίστος ο μακαρίτης πέθανε και αυτός στο Αλιβέρι. Πέθανανε και οι δύο. Έτσι γλύτωσα το ξύλο. Αυτή την ευκολία έχου πάθει σε όλη μου τη ζωή. Και ήτανε και καλή βέβαια, γιατί πόσο ξύλο θάτρωγα και γω δεν ξέρου. Όταν έβλεπα το ξύλο που τρώγανε αυτοί που ήτανε μπροστά από μένανε, σκέφτηκα να τονε δείρου κι εγώ, μα δεν θα προλάβαινα σου λέου. Με τη λέξη Καρυστίας, σε πλάκωνε καπ κουπ από δω από κει και ήτανε ένα θερίο, ίσα με σένανε. Πρέπει να το έχεις στο νου σου, να είσαι προπαρασκευασμένος για να φυλαχτείς. Τέλος πάντων, τελείωσε και αυτό το επεισόδιο. Έκανα τις δέκα μέρες φυλακή. Μπα όλα ανοιχτά ήτανε. Γύριζα στην πολιτεία. Έπειτα λοιπόν ήρτε η σειρά μου και με στείλανε στο μέτωπο.
Πάου στο μέτωπο. Το σύνταγμά μας ήτανε στη Μαγνησία. Ήτανε κοντά, δεν ήτανε μακριά από τη Σμύρνη. Εκεί ήτανε και τα σύνορα. Μετά επί Βενιζέλου πήγανε στο Ουρσάκ και τα ρέστα. Είμαστανε καμία δεκαριά που πήγαμε. Εκεί που έγινε η διανομή, για να στείλουνε στον ένα λόχο ένανε, στον άλλονε δύο, ή όσους λείπανε τέλος πάντων,για να συμπληρώσουνε, ήτανε ο μακαρίτης, ο Μήτσος, ο Βάσσος δεκανέας. Ακούει το Ρέτσας, πετάγεται και του λέει του λοχαγού. Αυτόνε θα τονε πάρου εγώ στο λόχο το δικό μας. Λόχος πολυβόλων ήτανε και με παίρνει και στη διμοιρία του. Ε γνωριστήκαμε τέλος πάντων.

- Καλά από το ίδιο χωριό είσασταν. Δεν γνωριζόσασταν;

- Όχι. Εκεί τον εγνώρισα.

- Ήταν πιο μικρός από εσένα;

- Όχι την ίδια ηλικία είχαμε.

- Και πως δεν τον ήξερες;

- Δεν τον ήξερα, δεν τονε θυμάμαι. Έφυγα μικρός εγώ από το χωριό. Δεν είμαστανε και γειτονόπουλα, σχολείο δεν πήγα όλες τις τάξεις, όπως σου είπα, και έτσι δεν τονε γνώριζα. Αυτός μόλις άκουσε Ρέτσας κατάλαβε. Τέλος πάντων γνωριστήκαμε. Αφού γνωριστήκαμε, πρώτη μέρα ήτανε, βρε Γιάννη, δεύτερη ήτανε δεν θυμάμαι, μου λέει όταν πήγαμε να πάρουμε συσσίτιο. Μήτσο, πάρε μου και μένανε την καραβάνα μου, ο μακαρίτης. Την πήρα. Δεν έδωσα εγώ καμία σημασία, άσε που ήτανε και χωριανός μου, όχι τόσο σαν δεκανέας. Την παίρνου εγώ την καραβάνα του. Εγώ δεν ήξερα ότι αυτοί, δεκανείς, λοχίες και τα τέτοια, ότι παίρνουνε μπροστά από τους άλλους στρατιώτες το φαΐ τους. Λοιπόν φώναξε αυτός εκεί ο διανομέας, που κάνει με την κουτάλα την διανομή στις κατσαρόλες. Λέει. Οι κατσαρόλες των δεκανέων. Πήγα και γω με τη δική του και με τη δική μου καραβάνα. Πήρα και γω μαζί μ αυτόνε. Πήραμε όλοι. Βγήκαμε πάνου στα αντίσκοινα, πήγαμε και φάγαμε. Ο Βάσσος με την δική του καραβάνα, εγώ με την δική μου. Τώρα τελειώσαμε. Η καραβάνα του Βάσσου, όπως έφαγε αυτός, την άφησε κει άπλυτη, με την ιδέα ότι εγώ θα είμαι υπερέτης του, κατάλαβες και ότι θα του πλένου την καραβάνα του. Βέβαια. Να του πλένου την καραβάνα και να του παίρνου κάθε μέρα συσσίτιο. Εγώ από τη ζωή που είχα μάθει, στα τέσσερα, πέντε χρόνια που είχα στην Αμερική, δεν χώραγε στο μυαλό μου να κάνου εγώ τον υπερέτη. Την άλλη μέρα πάμε να πάρουμε το συσσίτιο. Φωνάζει πάλι εκείνος για τις καραβάνες των δεκανέων. Δεν πήγα εγώ, γιατί δεν την είχα πάνου μου. Δεν ήξερα ότι είμαι υποχρεωμένος να πάρου την καραβάνα του δεκανέα. Με φώναξε ο μάγερας εκεί που κάνει την διανομή. Του Βάσσου η καραβάνα ήτανε άπλυτη. Δεν μπόραγε και αυτός να φύγει και να πάει να την πάρει και έτσι μένει χωρίς φαΐ ο Βάσσος ο μακαρίτης. Όταν τελείωσε η διανομή και πήγα εγώ δίπλα στο αντίσκοινο που έμενα και έτρωγα, έρχεται και μου λέει,Γιάννη μου. Βρε γρούνι μου λέει, γιατί δεν πήρες και την καραβάνα μου για να μου φέρεις το φαΐ; Ποιος είδε το διάολο και δεν τον φοβήθηκε; Τι θέλεις βρε του λέου, να σε σπάσου στο ξύλο; Δω δεν το κάνου του λέου, αλλά να θυμάσαι ένα πράμα. Μην τυχόν και τύχει και μολυθούμε μαζί, γιατί αλλοίμονό σου πλέον. Ένα βράδυ, ούτε μιλιά βέβαια τώρα, ούτε τίποτις, εκεί στη Μαγνησία που σου λέου τώρα την ιστορία αυτή, άργησα. Άργησα να είμαι εκεί, τι είναι αυτό το βραδινό που κάνουνε και λένε τα ονόματα για να δούνε, αν είσαι κει. Τέλος πάντων , κατά τις εφτά η ώρα γύρισα. Πού στο διάλο είμανε δεν θυμάμαι. Θα είχα μπλέξει με καμία Τουρκάλα. Έβρισκες τότε Τουρκάλες. Ήτανε και πουταναριά αυτές. Λοιπόν, άργησα λιγάκι. Και δεν πήγα και πολύ αργά, μόλις είχανε τελειώσει. Αφού σου λέου, η διμοιρία μου ήτανε ακόμα στη γραμμή. Στην αναφορά του λόχου που με έβγαλε ο Βάσσος, με τιμωρήσανε να πλένου τρεις μέρες τα καζάνια. Τι να κάνου; Τάπλενα τα καζάνια. Τώρα έρχεται η σειρά μας με τον πόλεμο, να τον πάμε μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ. Εις το Ουσάκ μάλιστα ήτανε τα σύνορα, κοντά στην Κιουτάχεια, σε κάτι ψηλά βουνά της Μικράς Ασίας. Εκεί σταματήσαμε. Η πρώτη μάχη που έγινε, ήτανε στο Αξάρ.

Χάρτης

Ήτανε η πρώτη μάχη που έλαβα μέρος και γω. Και είμανε πολυβολητής βλέπεις. Λιγάκι κιότεψα στην αρχή, που περνάγανε οι σφαίρες από δω και από κει. Κατόπιν λοιπόν, δεν ήμανε εγώ ο πολυβολητής, ήμανε ο πρώτος προμηθευτής που έχει στα χέρια του ένα κιβώτιο με σφαίρες και μόλις πάθει κάτι ο πολυβολητής το παίρνεις εσύ. Είναι η σειρά σου. Είχα σταματήσει πάρα πίσου και είχα πέσει κάτου, όπως είχανε πέσει όλοι. Τα πολυβόλα βάζανε. Το πολυβόλο το δικό μου λοιπόν, έριξε την ταινία αυτή, διακόσιες πενήντα σφαίρες που έχει. Είχαμε κάτι πολυβόλα Αυστριακά. Σφαρτσρλός (schwarzlose) τα λέγανε, με διακόσιες πενήντα σφαίρες.

Πολυβόλο

Έριξε εκεί λοιπόν, δύο τρία λεπτά, φύγανε όλες οι σφαίρες. Δεν είχε άλλη ταινία τώρα αυτός. Εμένανε με είχανε μάθει ότι πρέπει να μου κάνουνε το σήμα, έτσι τα χέρια, για να τους πάου άλλες. Ενώ περίμενα να μου κάνει τα χέρια έτσι ο πολυβολητής, δηλαδή έσωσα τις σφαίρες, αυτός κοίταζε εμένανε και γω κοίταζα αυτόνε να μου κάνει το σήμα έτσι. (να σηκώσει το χέρι του). Έρχεται ο διμοιρίτης, ένας ανθυπασπιστής ήτανε, παλικαράς Θηβαίος, Καραγιάννης λεγέτανε και μου λέει. Ρέτσα, τι κάνεις και δεν φέρνεις σφαίρες; Του πήγα εγώ. Του λέου μετά, όταν σταμάτησε η μάχη. Μα δεν είπαμε ότι θα με ειδοποιήσετε; Ο πόλεμος μου λέει δεν έχει τέτοια. Άσε αυτά που είπαμε. Η μάχη κράτησε καμία μισή ώρα. Οι Τουρκαλάδες μετά πιάσανε και υποχωρούσανε και τα πυρά λιγοστεύανε τα δικά τους. Σταματήσαμε και μεις και έπρεπε να πάμε και μεις από κοντά, να τους τρέχουμε από πίσου. Και ήτανε όλο αμπέλια εκεί και είχανε κάτι χαντάκια ψηλά. Για να δεις το αμπέλι, έπρεπε να ανεβείς απάνου. Κει που πηγαίναμε εκεί μέσα και προχωρούσαμε, μία σφαίρα, πάρε έναν δικό μας κάτου. Προχωράμε λίγο, άλλη σφαίρα, παρ’ τον πολυβολητή κάτου. Βουτάου εγώ το πολυβόλο βεβαίως, έρχεται στη θέση μου ο άλλος προμηθευτής και προχωρήσαμε έτσι όλοι μία θέση. Προχωρήσαμε λοιπόν, μια σφαίρα πάλι, παίρνει τον δεύτερο το δικό μου που μόλις είχε έρτει. Τον πήρε δω στον ώμο η σφαίρα. Κάναμε να σηκώσουμε το κεφάλι πάνου, μπαμ και άλλη σφαίρα ερχότανε. Βρε γαμώτο. Τι κάνουμε λέου δωπέρα; Είμαστανε όλη η διμοιρία, περίπου σαράντα άτομα. Δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε καθόλου. Ο Καραγιάννης σήκωνε το κεφάλι για να προχωρήσει η διμοιρία, ερχότανε η σφαίρα. Πάρε κόμα ένανε. Τρεις πήρε. Τον ένανε στον τόπο και τους άλλους δύο τραματίες. Δεν ξέρου, αν ψοφήσανε. Δεν τους ξαναείδα εγώ. Αφού δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε, αφήνου εγώ το πολυβόλο κάτου και γατζώνου πάνου κει στο ύψωμα αυτό, που ήτανε χτιστό, στο αμπέλι κατεπάνου. Βλέπου ένα Τουρκαλά με το μάνλιχερ και έτρεχε.

Όπλα

Πάγαινε από δω ίσα με τον καθρέφτη (ήτανε πέντε-έξι μέτρα περίπου) και γύριζε και άμα έβλεπε το κεφάλι, τακ μας την κοπάναγε και έφευγε πάλι. Με κατάλαβες; Λοιπόν ανεβαίνου εγώ τονε βλέπου αυτόνε. Με είδε και αυτός και μου δώνει μία. Δεν με πήρε ευτυχώς. Του λέου του διμοιρίτη του Καραγιάννη. Άστονε λέου θα τον επιάσου εγώ. Πως μωρέ μου λέει; Βρε δω είναι του λέου, ένας είναι τονε είδα τον κερατά. Βρε θα σε σκοτώσει μου λέει. Και τι σε μέλει εσένανε του λέου. Τραβάου το πιστόλι, ένα Αμερικάνικο πιστόλι που είχα με έξι σφαίρες. Πηδάου το χαντάκι από πάνου. Μου ρίχνει άλλη μία που ευτυχώς δεν με πήρε ούτε αυτή. Οτούρ του λέου, οτούρ και σέφαγα. Τονε ζύγωσα από δω μέχρι το δέντρο που έχετε κει πέρα (τέσσερα περίπου μέτρα). Πετάει το όπλο κάτου και αρχινάει να τρέχει. Λέου μέσα μου, τώρα θα σε φάει το φίδι. Δεν πρόλαβε να πάει μακριά, στα λίγα μέτρα που πρόλαβε και πήγε, τον επιάνου αιχμάλωτο. Έπειτα προχωρούσαμε όλη τη μέρα. Τον είχα τον φίλο μου από κοντά. Προχωρούσαμε. Μας πήρε το μεσημέρι. Καθίσαμε και φάγαμε μαζί, του είχα φορτώσει όμως το σακίδιο. Αυτό του είχα μόνο. Ανοίγου το σακίδιο, βλέπει αυτός μια κουραμάνα άσπρη. Επί Βενιζέλου τρώγαμε κάθε μέρα κρέας και παίρναμε και μία δραχμή χρυσή, όχι δεκαπέντε λεπτά. Το σακάκι να ήτανε λιγάκι σκισμένο, ένα κουμπί να σου έλειπε, αλλαγή και καινούργιο. Ε και τι δεν είχαμε, άστα. Με του Τουρκαλά τώρα την υπόθεση. Βλέπει λοιπόν αυτός το άσπρο ψωμί. Αυτός είχε ένα μαύρο, όπως είναι το κάρβουνο και σκληρό. Ούτε διάβολος δεν το κόλαγε. Μου λέει. Αφέντη, εκμέκ, δηλαδή το ψωμί, έτσι νομίζου το λένε οι Τούρκοι, αυτό τρώει ο στρατός;Του λέου ναι και γω. Με κοίταζε, με κοίταζε σα να μην το πίστευε. Φάγαμε καλά. Προχωράγαμε, προχωράγαμε. Άμα είναι το άτιμο, βρε η τύχη του ανθρώπου να πεθάνει, βρε δεν πα να είναι ο κόσμος όλος, θα πεθάνει. Την ημέρα εκείνη στην πρώτη μάχη, θα κάναμε από το πρωί, έξι με εφτά η ώρα, μέχρι το βράδυ πέντε η ώρα, πορεία. Μου είχανε πει ότι κάναμε εβδομηνταπέντε χιλιόμετρα, αλλά εγώ δεν το πιστεύου όμως αυτό. Γιατί ο άνθρωπος, λένε οι Αμερικανοί, κάνει τρία μίλια την ώρα. Εγώ έτσι τα υπολόγιζα. Τέλος πάντων, ας είναι. Στις πέντε η ώρα, κουρασμένοι, ελεεινοί, πεθαμένοι, διατάζει ο λοχαγός, όλος ο λόχος των πολυβόλων να σταθούμε εκεί, να ξεφορτώσουμε και να ξημερώσουμε. Να ανάψουμε μετά φωτιά και να πιούμε κάνα τσάι και κάνα κονιάκ που μας δώνανε. Ξύλα δεν υπήρχανε. Ήτανε σαν κάμπος εκεί, κάτι λοφίσκοι, αλλά ξύλα δεν υπήρχανε. Τέλος πάντων. Μόλις ανάψαμε τη φωτιά, μάλλον δεν την είχαμε ανάψει ακόμα, πήγαμε να ξεφορτώσουμε τα μουλάρια. Ποιος να τα ξεφορτώσει; Κανένας δεν σηκωνότανε να τα ξεφορτώσει. Ο χωριανός μας ο λοχίας ο Βάσσος, κάτου και αυτός. Κάποιος έπρεπε να βαστάει το σαμάρι, που λέει ο λόγος, για να μη γυρίσει. Λέου του Βάσσου του μακαρίτη. Βρε συ, σήκω πάνου του λέου και βάστα εσύ τα σαμάρια, να τα ξεφορτώσου εγώ τα μουλάρια. Τόκανε. Ξεφορτώσαμε και μόλις είχαμε ανάψει τη φωτιά, μας πλακώσανε πάλι από όλες τις μεριές οι Τουρκαλάδες. Μας κλείσανε μέσα σε ένα κύκλο και μας βαράγανε. Που στο διάολο, μας περίμενανε δεν ξέρου και γώ. Αρχινάει το λοιπόν η μάχη. Αφού αρχίνισε η μάχη, μου λέει ο διμοιρίτης εμένανε, να σκοτώσου τον αιχμάλωτο, αυτόνε που είχα μαζί μου. Μου λέει. Ρέτσα πάγαινε και σκότωσε αυτόνε παρα πέρα. Βρε τον αφιλότιμο τον Τουρκαλά τον είχα αγαπήσει όμως και δεν μπορούσα να τονε σκοτώσου. Τονε γνώριζα, όλη μέρα μαζί είμαστανε. Λέου. Κύριε ανθυπασπιστά δεν μπορού να τονε σκοτώσου εγώ. Είσαι δειλός μου λέει. Μωρέ για δειλός του λέου το ξέρεις καλά εσύ ποιος είμαι εγώ, μονε βάλε κανένανε άλλονε. Φωνάζει έναν άλλονε από τα μουλάρια, τον τραβάει παρα πέρα, του δώνει μία με την ξιφολόγχη, τον καθάρισε τον καημένο. Πως είναι η τύχη του ανθρώπου; Εάν δεν μας είχανε επιτεθεί οι Τουρκαλάδες, το πρωί αυτόνε θα τονε στέλαμε πίσου στα έμπεδα στη Σμύρνη και αυτοί περνάγανε πιο καλά κι από μας. Η μάχη κράτησε κανα δύο ώρες και μετά σταματήσανε και αυτοί και μεις. Ξημερώσαμε. Το πρωί κινάμε. Πιάνει μέρα. Ιούλιος μήνας ήτανε και είχαμε μπροστά μας ένα μεγάλο κάμπο. Εκεί που πηγαίναμε λοιπόν, από πίσου μας βλέπει ο λοχαγός μας, έναν όγκο από στρατό που ερχότανε. Και όλοι νομίσαμε ότι είναι Ελληνικός στρατός. Αλλά ήτανε Τουρκαλάδες και το ιππικό κιόλας. Κάνει τη βλακεία ο λοχαγός μας και παγαίνει κατάμουτρα να τους συναντήσει. Και μόλις ζύγωσε κοντά, από δω ίσα με του Κοκόση το πηγάδι (δηλαδή καμιά διακοσαριά μέτρα), τον πλακώσανε, αλλά δεν τον πήρε καμία σφαίρα. Γυρίζει πίσου και μας διάταξε να παραταχτούμε όπως μπορούμε τα πολυβόλα για μάχη. Έπεσε και αυτός κάτου μαζί με μας. Εγώ δεν τον ξαναείδα. Για να είμαι ειλικρινής βρε Γιάννη, είχα εικοσιτέσσερις μάχες δώσει στη Μικρά Ασία και στην ανατολική Θράκη και δεν είδα κανένα αξιωματικό την ώρα της μάχης, εκτός από τον διμοιρίτη. Πού πάνε στη μάχη, πού χάνονται, τι κάνουνε, δεν ξέρου καθόλου. Είναι λυπηρό και δεν πρέπει να τα λέου τέτοια λόγια, τα λέου όμως σε σένανε που με καταλαβαίνεις, αλλά έτσι είναι. Κρύβονται; Ξέρου και γω τι κάνουνε; Μόνο άμα τελειώσει η μάχη, τότες βγαίνουνε και είναι στο άλογο καβάλα. Λοιπόν πέφτουνε μέσα αυτοί οι Τουρκαλάδες, με τα σπαθιά, βρε Γιάννη, καπ, κουπ και με τα άλογα μαζί και σχεδόν μας ξεφύγανε όλοι. Κάτι λίγοι ήτανε αυτοί που μείνανε πίσου και μείνανε αυτοί που πέσανε από τα άλογα, αλλιώς θα φεύγανε και αυτοί. Από την κούραση δε που είχαμε και τη ζέστη και νερό δεν είχαμε καθόλου, όταν τα πυρά σταματήσανε, πέσαμε όλοι κάτου, όπως είμαστανε, για να ξεκουραστούμε. Απέναντί μας ήτανε έξι Τούρκοι, με το όπλο έτσι κατεκάτου και με ένα άσπρο πανί για να παραδωθούνε.

Εν τω μεταξύ , έρχονται κει που είμαστανε μεις, ο ταγματάρχης με το λοχαγό, καβάλα πάνου στα άλογα. Η μάχη τελειωμένη τώρα ε. Πίσου από αυτούς τους έξι Τούρκαλάδες, ήτανε κάτι βούρλα και θάμνοι, τέτοια πράματα. Εκεί μέσα είχε κρυφτεί ένας άλλος Τουρκαλάς και θα ήταν φανατικός φαίνεται και μόλις ζυγώνουνε ο ταγματάρχης με το λοχαγό, μια μπαταργιά, πάρτον τον ταγματάρχη κάτου. Βλέπει ο λοχαγός, εγώ δεν πρόσεχα κιόλας, αυτός θα πρόσεχε καλύτερα, πέφτει κάτου. Ο λοχαγός νόμισε ότι αυτοί οι έξι ρίξανε, αλλά έριξε άλλος, που ήτανε από πίσου από αυτουνούς. Είδε και ο διμοιρίτης ο δικός μας, αυτός ο παλικαράς, ο Θηβαίος, ο Καραγιάννης και τραβάει το πιστόλι, μπαμ πάρτονε κάτου ένανε από αυτούς τους έξι. Να σηκωθεί δεν μπορούσε και αυτός. Κανένας από την διμοιρία μου. Μου λέει. Ρέτσα τι τους φυλάς; Τι να τους κάνου κύριε ανθυπασπιστά; Να τους καθαρίσεις. Σηκώνομαι και γω, πάου εκεί, μπαμ,μπαμ,μπαμ, τους καθάρισα όλους. Κείνος ο κερατάς που ήτανε από πίσου από τους άλλους έξι και τους πήρε στο λαιμό του τους καημένους, έφυγε, χάθηκε μέσα στα βούρλα. Πέρασε αυτό. Γίνανε τόσα, τι διάολο γίνανε, με το Βάσσο μιλιά. Με βγάζουνε στην πρώτη αναφορά. Πρώτο παράσημο για ανδραγανθία. Αλλά το παράσημο δεν ήτανε για τούτο, αλλά για κει που έπιασα τον Τούρκο αιχμάλωτο. Το πρώτο παράσημο λοιπόν. Γίνανε οι πόλεμοι λοιπόν, τραβήξαμε και πήγαμε μέχρι πάνου, πάνου στο Ουσάκ. Ολοκληρώσαμε έτσι την διαδρομή μας, που ήτανε η γραμμή Προύσα-Τσεντίζ-Ουσάκ. Εκεί που λες, Γιάννη μου, ήτανε η πιο μεγάλη μάχη που είδα. Είχαμε πιάσει τα ψηλότερα βουνά της Μικράς Ασίας. Πριν να βγεις στα βουνά πάνου, είναι η πολιτεία που λέγεται Τσεντίζ. Είχαμε κάνει και χαρακώματα και περιμέναμε κει πέρα. Μας βάζουνε στη μέση πάλι και πέντε μεραρχίες Τουρκικές πέσανε πάνου μας. Εμείς είμαστανε , ο λόχος ο δικός μου, ένας λόχος του πρώτου τάγματος, αν ήτανε άλλος λόχος δεν ξέρου, πάντως όχι παραπάνου από ένα τάγμα, κάπου χίλιοι άντρες. Και μας βάζανε οι άτιμοι και μας ζυγώνανε πολλές φορές από δω ίσα με την εκκλησία ( πενήντα περίπου μέτρα), τόσο πολύ κοντά. Να αλλάζου τις κάνες του πολυβόλου, από την φωτιά που είχανε ανάψει, σάμπως νάτανε πράσα. Με τέτοιον πόλεμο, με τέτοια μάχη και το μόνο που έχασα ήτανε έναν άντρα. Και αυτός ο παλιοπαλικαράς, ο Κοντύλης εθαύμασε. Αυτός ήτανε από τους πιο παλικαράδες που είχε ο στρατός της εποχής εκείνης. Λοιπόν έπρεπε να παραδοθούμε. Δεν είχαμε πυρομαχικά καθόλου, δεν είχαμε τίποτις. Αλλά είχαμε μυαλό βρε γαμώ την πίστη μου. Βρήκαμε μία ευκαιρία εκεί που δεν το περιμένανε και κάναμε μια οπιστοχώρηση και τους ξεφύγαμε. Κάναμε πέντε ώρες δρόμο πίσου. Είχανε διατάξει και για βοήθεια κατόπιν. Και τη βοήθεια τη ζητήσανε από την ίδια την μεραρχία, τη δική μας. Ήτανε και του Πλαστήρα το σύνταγμα, το πέμπτο των ευζώνων. Και ήρτε και του Πλαστήρα το σύνταγμα εκεί που είχαμε σταματήσει εμείς. Και τους βάναμε στη μέση πάλι και εκεί έγινε η κηδεία τους όλους. Τώρα για να είμαι ειλικρινής, όρκο δεν παίρνου, αλλά δεν πιστεύου όμως να την έκανε ο Βάσσος την αναφορά για παλικαριά δική μου. Εγώ λέου θα την έκανε ο διμοιρίτης ο Καραγιάννης. Λοιπόν και δεύτερο παράσημο. Τι να δεις, βρε Γιάννη. Βρε είμαστε κακούργοι εμείς οι Ελληνες, που πήραμε στο λαιμό μας τέτοιους Μικρασιάτες, τέτοιο κόσμο. Έχου ιδεί στο Ουσάκ, Γιάννη, την μεγαλύτερη Ελληνική εκκλησία που έχου ιδεί στη ζωή μου. Όλη η μεραρχία, δεκατρείς χιλιάδες άντρες και κοιμηθήκαμε όλοι μέσα. Άλλο πράμα σου λέου. Τέλος πάντων. Ήρτε διαταγή να καταλάβουμε την Ανατολική Θράκη. Το σύνταγμα του Κοντύλη, να βγει σε ένα παραθαλάσσιο μέρος στη Προποντίδα, σε ένα μέρος όταν περνάς τα στενά, που αρχίζει και φαρδαίνει. Μας βάζουνε από βραδύς μέχρι τα μεσάνυχτα, μέσα σενα μπαπόρι φορτηγό, να βγούμε για τη Ραιδεστό. Κινάει το μπαπόρι το πρωί πριν φέξει και παγαίναμε. Μόλις έφεξε και καθάρισε ο ουρανός, βλέπου δύο, τρία μεγάλα Εγγλέζικα πολεμικά και κανα δύο αντιτορπιλικά δικά μας. Στο ένα από αυτά ήτανε μέσα και ο Γιάννης ο Λύρης (Γιάννης Σίδερη Αϊδίνης) που έφυγε μετά τον πόλεμο και πήγε στη Αυστραλία. Όταν ζυγώσαμε κοντά, διατάξανε και βάζανε τα πολεμικά πλοία κάνα τέταρτο με είκοσι λεπτά και σέτανε όλη η θάλασσα. Κατεβάζουνε από τα πολεμικά πλοία κάτι μαούνες μεγάλες, σιδερένιες. Είχανε βάνει άμμο πάνου στις μαούνες και γύρω-γύρω, να πέσουμε μπρούμυτα εμείς και να αντισταθούμε όταν βγούμε όξου. Λοιπόν η διμοιρία η δική μου σε μια μαούνα, η άλλη διμοιρία σε άλλη. Στη μαούνα τη δική μου, ήτανε και ο Κοντύλης. Οι μαούνες ήτανε μεγάλες και δεν μπορούσανε να βγούνε όξου για όξου, παρά σε ένα νερό ίσα με το μπόι το δικό σου. Όλοι μακαρίτες αυτοί τώρα. Βλέπου τον μακαρίτη τον Κοντύλη και δεν λέει παιδιά πέστε στη θάλασσα, παρά βάζει το πόδι του πάνου στην καρίνα της μαούνας και κάνει πως κοιτάζει το νερό. Α λέει. Δεν πιστεύου ότι έχει και πολύ νερό και μπλουμ πέφτει πρώτος αυτός μέσα. Μόλις είδαμε εμείς ότι αυτός, συνταγματάρχης τώρα, έπεσε πρώτος μες το νερό, όλοι μέσα. Βγήκαμε πάνου στην πολιτεία. Μας ρίχνανε αυτοί, αλλά φεύγανε και οπιστοχωρούσανε. Η ανατολική Θράκη είναι όλο κάμπος. Κάμπος όσο κόβει το μάτι σου. Πολεμήσαμε λοιπόν και κει, δώσαμε και κει κάμποσες μάχες, ώσπου έπεσε η Αδριανούπολη. Αφού έπεσε η Αδριανούπολη, μας γυρίσανε πάλι πίσου στη Μικρά Ασία και μας πήγανε πάλι στον ίδιο τομέα στο Ουσάκ. Καθίσαμε στα αντίσκοινα. Εμένα το πόδι μου, επειδή το είχα χτυπήσει λίγο, ήτανε πρησμένο και δεν μπόραγα να βγου στα γυμνάσια. Πάει ο χωριανός μας, ο Βάσσος, στον επιλοχία και λέει. Ο Ρέτσας δεν βγαίνει στα γυμνάσια. Έρχεται ο επιλοχίας στο αντίσκοινο. Ρέτσα, γιατί δεν βγαίνεις όξου; Λέου. Πού να βγου κύριε επιλοχία, δεν βλέπεις το πόδι μου; Μόλις βλέπει το πόδι μου ο άνθρωπος ταράχτηκε. Ήτανε τούμπανο. Ε, σηκώθηκε και έφυγε. Ήτανε και αυτή μία άλλη τιμωρία που μούκανε ο Βάσσος, αλλά βλέπεις με είδε ο επιλοχίας και δε με τιμώρησε. Μία άλλη φορά , μετά από λίγες μέρες, που είχε γίνει το πόδι μου καλά, έρχεται το σύνταγμα του Πλαστήρα, το πέμπτο των ευζώνων, του Κοντύλη το τρίτο και το δεύτερο κάποιου Γεωργιάδη και κάνανε κάτι αγώνες. Τραβάγανε έτσι ένα σκοινί ξέρεις. Βγάζει λοιπόν το τρίτο σύνταγμα καμιά δεκαριά περίπου που τραβάγανε το σκοινί. Τους παίρνανε σβάρνα οι άλλοι του Πλαστήρα. Τι διάβολο λέου μέσα μου. Τόσο γεροί είναι αυτοί; Λέου λοιπόν του δικού μας του λοχαγού, Λιόσης λεγέτανε. Κύριε λοχαγέ, σβάρνα μας παίρνουνε αυτοί. Τι είναι αυτοί; Καλοί θα είναι μου λέει, καλύτεροι, γι αυτό γίνεται αυτό. Θέλεις να πάου εγώ μπροστά του λέου; Και ας είναι όσο θέλουνε οι άλλοι καλύτεροι. Μου λέει, θα τα καταφέρεις; Τι σε μέλει εσένανε του λέου. Πάου εγώ μπροστά και οι άλλοι είδες πιάνουνε από πίσου. Ε, διατάζουνε κει να τραβήξουμε. Σφαίρα ρίχνανε πάνου, σφυρίζανε, δεν θυμάμαι. Τέλος πάντων. Διατάζουνε κει να τραβήξουμε. Εγώ με την πρώτη μπαταργιά που ρίξανε, τους πήρα σβάρνα, τους πήγα από δω ίσα με κει πέρα. Ξαναδοκιμάζουνε τρεις φορές. Σβάρνα όλους. Αλλάζανε κείνοι αυτούς που ήτανε μπροστά. Τίποτις. Πάμε στην πέτρα. Όλους. Ούτε με φτάνανε καθόλου. Ήξερα από την Αμερική. Ξέρεις ήμανε πρωταθλητής εκεί. Νίκησα όλη την δέκατη τρίτη μεραρχία. Ήμανε το τσάμπιον σε όλα. Στο πήδημα, στη πέτρα, στην πάλη, στο σκοινί, σε ό,τι διάολο υπήρχε, ακόμα και στο χορό. Ω! Είμανε δεινός άνθρωπος. Μετά από τους αγώνες, είχαμε την ίδια μέρα γιορτή με χορούς, με την μουσική της μεραρχίας. Γιατί είχε μουσική η μεραρχία μας μεγάλη, κάπου σαράντα όργανα, δεν ξέρου ακριβώς και είμαστανε σε μία πλατέα εκεί, να χορέψει όλη η μεραρχία. Εμπήκανε κει οι άλλοι στο χορό. Δεν θυμάμαι ποιο σύνταγμα μπήκε πρώτο. Ήρτε και η σειρά η δική μας, το τρίτο σύνταγμα. Μπήκαμε καμία δεκαριά από το δικό μας σύνταγμα. Μπήκανε στην αρχή κάτι άλλοι μπροστά, και μετά ήρτε και μένανε η σειρά μου. Λέου της μουσικής. Βάρα της λέου ένα Καραγκούνικο. Βαράει λοιπόν και χορεύου. Έπιανα πουλιά στον αέρα εγώ.

Με βλέπει ο Πλαστήρας. Τελείωσε ο χορός. Έρχεται. Έλα δω, στρατιώτη. Πάου κει. Λέει. Είσαι του Κοντύλη; Μάλιστα του λέου. Έρχεσαι σε μένανε μου λέει; Μα πως νάρθου σε σένανε; Τι σε μέλει εσένανε, έρχεσαι; Δεν ήθελα να πάου, το θεωρούσα προσβλητικό και για τον Κοντύλη κατάλαβες; Δεν έρχομαι του λέου, κύριε συνταγματάρχα, δεν μπορού νάρτου. Γιατί αυτοί, ο ένας μισούσε τον άλλονε, Γιάννη μου. Και οι δύο της αμύνης ήτανε αυτοί. Δεν ξέρου γιατί. Αυτοί ήτανε οι δύο πιο παλικαράδες της Μικράς Ασίας. Όταν σμίγανε, ο ένας έλεγε τον άλλονε μαύρο και ο άλλος τον άλλονε τον έλεγε γύφτο. Μαύρος ήτανε ο Κοντύλης και γύφτος ήτανε ο Πλαστήρας. Όλα τα πράματα παγαίνανε καλά. Όσες μάχες δώσαμε τις κερδίσαμε. Αφού σου λέου. Αντίς για πόλεμο εμείς κάναμε αγώνες, χορούς και τραγούδια. Περνάγαμε καλά. Είχαμε καλό φαΐ, όσο θέλαμε και τα ρούχα μας ήτανε καλά, σαν κατασκήνωση είμαστανε. Όλα αυτά όμως μέχρι που γίνανε οι εκλογές στις είκοσι Νοεμβρίου που έχασε ο Βενιζέλος. Αυτός ο Ελληνικός λαός βρε παιδί μου. Τι να που. Δεν πρέπει να τα βάζεις με το λαό βέβαια στη δημοκρατία, αλλά άκου, Γιάννη, τα αποτελέσματα. Όταν έχασε ο Βενιζέλος λοιπόν, κατόπιν όσοι είμαστανε λιγάκι ζεστοί, δηλαδή φιλελεύθεροι, ξύλο αλύπητο. Αξιωματικός είσανε, λοχίας είσανε, στρατιώτης είσανε, ακόμα χειρότερα, ξύλο,πολύ ξύλο. Δεν είχε τίποτις. Οι στρατιώτες δέρνανε τους αξιωματικούς που ήτανε της αμύνης. Βέβαια. Αυτούς που ήτανε Βενιζελικοί και που πήγανε και σώσανε τη Μακεδονία πάνου, που την είχανε δώσει στους Γερμανούς. Ξύλο λέει; Να βλέπεις, Γιάννη μου, τους Έλληνες Μικρασιάτες τους φουκαράδες, που είχανε τις φωτογραφίες του Βενιζέλου, του Κουντουριώτη, του Δαγκλή, αυτών που κάνανε το κίνημα δηλαδή. Να μπαίνουνε μέσα και να τα σπάζουνε αυτά, να τα πετάνε κάτου και να τα πατάνε και να σου κάνουνε το σπίτι ή το μαγαζί, ό,τι είχες, Παναγία όλα. Και ξύλο και αυτουνούς ακόμα. Όχι μόνο στα μικρά χωριά, αλλά και στη Σμύρνη μέσα, στα μαγαζιά όλα. Όπου βλέπανε τις φωτογραφίες του Βενιζέλου, του Δαγκλή και του Κουντουριώτη, Παναγία όλα τα μαγαζιά. Βέβαια. Ε, λοιπόν για μας τους Βενιζελικούς δεν υπήρχε άλλη σωτηρία. Κάθε μέρα που πέρναγε ήτανε ένα μαρτύριο. Όχι από τους Τουρκαλάδες, από τους δικούς μας τους λεβέντες του βασιλικούς ήτανε τα βάσανα. Μία μέρα πήγαμε όλος ο λόχος κάτου στο ποτάμι, να πλύνουμε τα ρούχα και στο δρόμο τραγουδάγαμε. Τραγουδάγαμε του αητού ο γιός και ο Βασιλιάς μας πάλι θα ζώσει το σπαθί, να κόψει Αγγλογάλλους και Ιταλούς μαζί. Όλο τον κόσμο θα σφάζαμε. Εδώ δεν είχαμε ούτε καραμπίνα, από κείνους τα παίρναμε και θέλαμε να τους κόψουμε κιόλας. Όλοι τραγουδάγανε, εγώ τίποτις. Έρχεται ο χωριανός μας ο Βάσσος. Γιατί δεν τραγουδάς Ρέτσα; Γιατί έτσι το θέλου, του είπα ξερά. Πάει και φέρνει τον επιλοχία. Έρχεται ο επιλοχίας. Ρέτσα γιατί δεν τραγουδάς; Γιατί δεν θέλου να τραγουδήσου, του λέου. Μου λέει. Θα τραγουδήσεις. Άντε φύγε από δω ρε του λέου. Ο Ρέτσας δεν το τραγουδάει αυτό το τραγούδι. Ναι! Πάγαινε όπου θέλεις του λέου. Θέλεις να δοκιμάσεις; Δοκίμασε. Φεύγει. Πάει και μου φέρνει τον λοχαγό ο επιλοχίας. Ένα Χαλκιδέο. Λιόσης λεγέτανε. Έγινε και αυτός μεγάλος το κατόπιν, ήτανε βασιλόφρονας αυτός. Έρχεται ο λοχαγός. Έρχεται μπροστά μου. Εσύ είσαι ο Ρέτσας μου λέει; Εγώ είμαι ο Ρέτσας του λέου. Γιατί δεν τραγουδάς; Γιατί έτσι το θέλου του λέου και δεν το τραγουδάου. Μου λέει. Μα πρέπει να το τραγουδήσεις. Ρε φίλε, του λέου, ο Ρέτσας δεν το τραγουδάει αυτό το τραγούδι. Τι καταλαβαίνεις; Εάν νομίζεις ότι μπορείς να τον κάνεις τον Ρέτσα να τραγουδήσει, δοκίμασε. Μα θα σε στήσουνε στον τοίχο, μου λέει. Στον τοίχο, στον τοίχο. Άμα συνέχιζε λίγο ακόμα θα τον καθάριζα αμέσως. Το είχα πάρει απόφαση. Είχα και πιστόλι. Βέβαια. Άλλο όπλο δεν έχουνε τα πολυβόλα, μόνο πιστόλι έχουνε. Σηκώνεται και φεύγει.
Τώρα πως δεν με πήγε στο στρατοδικείο, δεν ξέρου. Τίποτις δεν έγινε μα τίποτις. Ήθελε ο Βάσσος πάση θυσία να με εκδικηθεί, και τη ζωή μου ακόμα, τόσο πολύ και αυτό γιατί δεν του έπλυνα την καραβάνα, γιατί άλλο τίποτις δεν του έκανα. Αφού σου λέου, με τιμώρησε δύο τρεις φορές να πλένου τα καζάνια. Και να έχουμε στη διμοιρία μας κάτι άλλους από την άλλη Ελλάδα και να μην έρχονται καθόλου τη νύχτα και να μην τους βγάζει στην αναφορά κι εγώ χωριανός, Αγιωργήτης και να πλένου καζάνια. Πάντως τώρα που τα συλλογιέμαι, ήτανε φοβερό αυτό. Μόνο αυτό; Βρε χτύπησα ταγματάρχη εγώ. Τον έσπασα στο ξύλο. Πώς τη γλύτωσα μην τα ρωτάς. Είναι όλα τύχη. Τύχη, Γιάννη μου, δεν είναι τίποτα άλλο, μόνο τύχη. Λοχαγούς και λοχίους και επιλοχίους και ταγματάρχη και να τους κάνου αυτά τα πράματα; Καθόμανε σ ένα μέρος, Γιάννη, έτσι ξαπλωμένος και κανα τα σχέδια μου, τι θα κάνου, πώς θα φύγου πού θα πάου και τι θα φιάσου. Γιατί το είχα πάρει απόφαση να φύγου. Τούτου δω του πατριώτη μας του Βάσσου του το είχα πει. Εάν χάσει ο Βενιζέλος του λέου, εγώ θα φύγου, θα απολυθού. Μα πώς θα φύγεις μου λέει; Έτσι το θέλου του λέου και θα φύγου. Δεν λογάριαζα τίποτις. Ξύλο ας ήτανε και λοχίας ας ήτανε, ό,τι διάολος ήθελε ας ήτανε. Περνάει το λοιπόν από κει που είμανε ξαπλωμένος και με βλέπει αυτός. Δεν σηκώθηκα εγώ να τονε χαιρετίσου. Στρατιώτη, γιατί δεν σηκώθηκες να με χαιρετίσεις; Γιατί δεν θέλου του λέου. Αυτός μόλις άκουσε έτσι λοιπόν αγριεύει. Λέει. Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Το ξέρου. Είσαι ταγματάρχης του λέου. Κι έπειτα τι έγινε μ αυτό; Εγώ δεν σηκώνομαι, του λέου, ό,τι θέλεις κάνε. Ναι! Περίμενε λίγο και θα δεις, μου λέει. Αγρίεψα και γω και σηκώνομαι πάνου λοιπόν. Για κοίτα δω ρε του λέου, ταγματάρχης είσαι; Εμένανε με λένε Ρέτσα και πρόσεξε καλά. Του τόβανα δω το πιστόλι (στο κεφάλι). Μιλιά. Πάει έφυγε και αυτός. Θα τους καθάριζα. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Και όλα αυτά, γιατί αυτοί ήτανε Βασιλικοί και γω είμανε Βενιζελικός, φιλελεύθερος. Αυτοί μπορούσανε να με βάνουνε, όπως τους αξιωματικούς στον τοίχο. Αν και εγώ δεν είμανε αξιωματικός, αλλά η ίδια μοίρα ήτανε και για μένανε. Εγώ δεν μπορούσα για να βλέπου αυτά τα πράματα στο στρατό. Γιατί δεν ήτανε στρατός αυτός το κατόπιν. Αυτοί οι αξιωματικοί που ήρτανε κατόπιν και μας διευθύνανε, αυτοί δεν κάνανε ούτε για χωραφιαρέοι. Πρέπει ο Ελληνικός λαός να τα μάθει και να τα πιστέψει αυτά τα πράματα που σου λέου. Να τα γράψεις. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ξέρανε τι είναι το μάνλιχερ. Ο ίδιος ο ταγματάρχης, έρχεται και μου λέει εμένα για το πολυβόλο. Τι είναι αυτό μου λέει. Λέου πολυβόλο. Και πώς δουλεύει αυτό μου λέει. Εγώ λέου με το μυαλό μου, ότι με αρώταγε για να ιδεί άμα εγώ τα ξέρου. Γιατί δεν χωράει στο μυαλό μου να μου πει εμένανε ένας ταγματάρχης, να του που εγώ πώς δουλεύει ένα πολυβόλο. Ε μα, άει στο διάλο. Λοιπόν, που θα πας τώρα με αυτουνούς τους ανθρώπους; Και να αρχινήσει η ψείρα, να αρχινήσει η πείνα.

Επί Βενιζέλου τρώγαμε κάθε μέρα κρέας. Το πρωί είχαμε ρόφημα με μια καζάνα τόση. Το μεσημέρι κρέας. Το βράδυ πάλι άλλο, με κονιάκ με τσάι, με κολοκύθια, ό,τι υπήρχε στον κόσμο σου λέου. Κουμπί άμα έλειπε από το σακάκι σου εδώ, να το δώσεις πίσου να πάρεις καινούργιο. Παπούτσια , ρούχα, για όλα αυτά το ίδιο. Πάνε αυτά. Τελειώσανε. Και παίρναμε και μία δραχμή την ημέρα, χρυσή της εποχής εκείνης ε, ενώ ο στρατός του εσωτερικού έπαιρνε δεκαπέντε λεπτά μόνο. Ο πατριώτης μας, ο λοχίας έπαιρνε εκατό δραχμές χρυσές το μήνα. Βέβαι. Και ήθελε να του δώνω λεπτά καινούργια, να είναι καινούργια τα λεπτά του, να μην είναι τσαλακωμένα, για να τα φυλάει τα καινούργια. Άλλαζε τα κατοστάρικα με τους στρατιώτες, όποιος είχε κάνα καινούργιο, πάγαινε και του το παιρνε και το άλλαζε με άλλο δικό του, άμα είχε αυτός κανένα, που να ήτανε λίγο τσαλακωμένο. Ήτανε φοβερός ο μακαρίτης. Ως στρατιώτης όμως ήτανε καλός. Πρέπει να λέμε την αλήθεια, Γιάννη μου. Θα έχουμε λάβει μέρος, παραπάνου από είκοσι μάχες. Καμιά δεκαριά από αυτές ήτανε φοβερές μάχες. Βαστάγανε δηλαδή και πάνου από είκοσι τέσσερις ώρες. Μερόνυχτο. Να μην μπορείς ούτε να κατουρήσεις. Δεν τον είδα πουθενά καμία φορά, να δείχνει δειλία. Ήτανε παλικάρι. Πάντοτε ήτανε στη θέση του, κει που ήτανε όλη η διμοιρία. Το μόνο αυτό. Μία φορά, αλλά μάλλον πρέπει να έγινε λάθος, είχαμε κάνει μία μεγάλη πορεία. Πρωί-πρωί λοιπόν που έφεξε, παγαίναμε σε μία κοιλάδα. Μπροστά μας ήτανε ένα ύψωμα και ήτανε και ένας τούρκικος λόχος και κοιμόντανε ακόμα αυτοί. Και αφού βέβαια ακούσανε την φασαρία, ότι έρχεται στρατός, σηκωθήκανε να φύγουνε. Μόλις τους βλέπουμε λοιπόν εμεις και η απόσταση ήτανε από δω ίσα με του Νούλη το μαγαζί, (λιγότερο από πεντακόσια μέτρα), μου βουτάει ο μακαρίτης το πολυβόλο και μου λέει. Φέρτο δω να ρίξου εγώ πρώτα. Οι άνθρωποι αυτοί σχεδόν κοιμόντανε ακόμα. Ούτε μία σφαίρα δεν μας ρίξανε. Και τους ρίχνει λοιπόν, δύο ταινίες από διακόσια πενήντα φυσίγγια που είχε η κάθε ταινία. Και έριξε και το άλλο πολυβόλο και δεν σκοτώσαμε ούτε ένα μουλάρι. Μας φύγανε όλοι. Όλοι! Ενώ σου λέου, ότι από αυτούς δεν έπρεπε να μείνει ούτε ένας, τόση απόσταση που ήτανε, κατάλαβες; Ούτε ένα ζω δεν σκοτώσαμε. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση και το σκέφτηκα κατόπιν μοναχός μου. Μα και κλειστά τα μάτια να χεις, ήτανε και το ύψωμα έτσι, έπρεπε να σκοτώναμε κάτι. Λοιπόν έβγανα το συμπέρασμα, ότι οι άνθρωποι αυτοί βάνανε το κλισιοσκόπιο στα πολυβόλα, ενώ στα τετρακόσα μέτρα που θα ήτανε αυτοί, δεν χρειαζότανε κλισιοσκόπιο. Ήτανε πολύ κοντά και δεν χρειαζότανε. Για να βάνεις κλισιοσκόπιο πρέπει η απόσταση να είναι από πεντακόσια μέτρα και πάνου, για να πάνε οι σφαίρες εκεί που θέλεις εσύ. Λοιπόν αυτοί τι κάνανε; Ως φαίνεται βάνανε το κλισιοσκόπιο και οι σφαίρες πήγανε στον ουρανό όλες. Μετά από τις εκλογές, δεκαπέντε με είκοσι μέρες που κάθισα πάρα πίσου, ώσπου να σχεδιάσου και να ετοιμαστού για να φύγου, μας πιάσανε ψείρες και πεινάγαμε, όπως σου είπα. Α! Ξέχασα να σου που και τι έγινε στις εκλογές που γίνανε. Ψηφίσανε τρεις χιλιάδες άντρες. Τους φιλελεύθερους τους ψηφίσανε μόνο εκατόν δώδεκα, ενώ στο δημοψήφισμα για το Βασιλιά, βρεθήκανε μόνο δύο ψήφοι όχι, ένα δικό μου και ένα άλλο ενός Βλαχοκερασιώτη από την Πελοπόννησο, που είπαμε όχι. Από ένα σύνταγμα με τρεις χιλιάδες άντρες, δύο μόνο λέει ότι είπαμε όχι. Τα πιστεύει άνθρωπος αυτά; Δε νομίζου. Αυτά κάνανε οι δεξιοί από τότες, από κείνα τα χρόνια, ρε Γιάννη, γι αυτό μέχρι και σήμερις δεν θέλου ούτε ζωγραφιστούς να τους βλέπου αυτούς τους ανθρώπους. Μάλιστα! Τώρα γίνονται τα σχέδια, για το πώς θα γυρίσου πίσου. Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, για μένανε δεν υπάρχει άλλη σωτηρία. Να γυρίσου πίσου. Όχι βέβαια στην Ελλάδα. Αλλού οπουδήποτε. Δεν έβανα σχέδιο για την Αμερική. Σηκώνομαι ένα πρωί. Κοιμότανε όλος ο λόχος. Βάζου την πιστόλα δωπέρα (στο ζωνάρι), είχα και δέκα σφαίρες δικές μου, παίρνου και του μακαρίτη του Βάσσου τις σφαίρες, άλλες καμία δεκαριά. Αυτός κοιμάτανε. Τραβάου με τα πόδια και βγαίνου κάτου στη σιδηροδρομική γραμμή που πάγαινε για τη Σμύρνη. Περνάει ένα φορτηγό τρένο. Σαλτάου πάνου, γιατί είμανε βλέπεις και στα τρένα επιτήδειος εγώ. Ανεβαίνου πάνου στο τρένο λοιπόν και βλέπου δύο στρατιώτες πάνου στα βαγόνια. Αυτοί τώρα νομίσανε ότι είμανε και γω όπως ήτανε και αυτοί, συνοδοί για το τρένο. Πέρασε ο ένας από κει που καθόμανε εγώ και μου λέει. Τι κάνεις; Τι να κάνου του λέου τίποτις, εδώ κάθομαι. Και μεις μου λέει τίποτις δεν κάνουμε, έτσι μας έχουνε στείλει να επιβλέπουμε και πάμε λέει για τη Σμύρνη. Α! ωραία του λέου εγώ. Εκεί θα ξανασμίξουμε και θα τα πούμε. Πραγματικώς, πήγαμε στη Σμύρνη, φτάσαμε και βγήκαμε όξου. Δε θυμάμαι, μας έπιασε περίπολο δεν μας έπιασε, δεν μπορού να το θυμηθού αυτό το πράμα. Μία φορά βγήκαμε όξου. Όταν βγήκαμε όξου, έπρεπε ο Τζίμης τώρα, να αλλάξει πλέον τα στρατιωτικά. Και να μην έχου πεντάρα πάνου μου ρε Γιάννη. Λοιπόν τι πρέπει να κάνεις Τζίμη τώρα; Στα μπαπόρια δεν μπορούσα να ζυγώσου στο λιμάνι καθόλου, γιατί τα φυλάγανε. Κρυβόμανε καμία δεκαριά μέρες στη Σμύρνη, ώσπου να βρου μπαπόρι να μπου μέσα. Μία μέρα με βλέπει ένας ταγματάρχης. Δεν είχα προλάβει να αλλάξου τα ρούχα μου ακόμα. Πού πας, στρατιώτη; Α εδώ του λέου. Την άδειά σου, το φύλλο πορείας, πως τα λένε αυτά τα κολοκύθια τα ξέχασα. Εγώ δεν είχα. Έκανα πως έψαχνα. Το κατάλαβε. Με πιάνει. Μόλις με πιάνει λοιπόν, όπως είχα το πιστόλι, τραβάου λοιπόν και του το βάζου δω στο λαιμό. Φύγε και μην αρωτάς ποιος είμαι, τι κάνου και που πάου. Δεν πρόλαβε αυτός να κάνει τίποτις. Θα είχε και αυτός πιστόλι βεβαίως. Φύγε του λέου και μην πεις πουθενά εάν συνάντησες τέτοιο στρατιώτη. Έγινε, πως είναι το κερί, βρε Γιάννη. Ναι. Σηκώνεται, στρίβει και φεύγει. Κατόπιν εγώ βέβαια κρύφτηκα πάλι, γιατί λέου θα πάει αυτός να το πει και θα αρχινίσουνε να με ψάχνουνε. Την άλλη μέρα παγαίνου στην τράπεζα την Εθνική. Είχε έρτει η Εθνική τράπεζα στη Σμύρνη, είχανε υποκατάστημα εκεί. Εγώ λοιπόν, είχα μερικά λεφτά τότες στη Χαλκίδα και μερικά στην Αθήνα. Από κάνα χιλιάρικο ήτανε, ξέργω δεν θυμάμαι. Δραχμές ήτανε πάντως. Καλά λεφτά τότες. Τα είχα φέρει από την Αμέρικα, τα είχα στείλει πιο μπροστά και αυτό δεν το θυμάμαι. Λοιπόν είχα μερικά λεφτά στη Χαλκίδα και είχα τραβήξει και μερικά και θα είχανε μείνει καμιά πεντακοσαριά δραχμές ακόμα. Ε λέου, δεν πάου στην τράπεζα να ιδούμε, μπορεί να μου δώσει αυτά τα λεφτά. Παγαίνου λοιπόν και παρουσιάζομαι στρατιώτης όπως ήμανε στην τράπεζα. Όταν θέλει η τύχη μη φοβάσαι τίποτις. Μπαίνοντας μέσα λοιπόν, βλέπου ένανε υπάλληλο, που ήτανε στην τράπεζα της Χαλκίδας. Παπαναστασίου λεγέτανε αυτός. Μόλις με βλέπει, βρε Τζίμη μου λέει δω πέρα εσύ; Ναι μωρέ του λέου. Άστα να πάνε στο διάολο. Να στρατιώτης είμαι δω πέρα και δεν έχουμε και καμιά πεντάρα. Έχου κάτι χρήματα κει στη Χαλκίδα του λέου, εσύ το ξέρεις. Δε μπορείς να μου δώσεις μερικά; Μπράβο μου λέει, να σου δώσου. Πόσα θέλεις; Πόσα έχεις στην τράπεζα; Λέου πρέπει να έχου εξακόσιες δραχμές. Πάρε μου λέει τρακόσες και μου έδωσε τρακόσες δραχμές. Τώρα, Τζίμη, λέου, θα βγούμε πάνου στους Εβραίους, θα γοράσουμε ρούχα, θα δώσουμε αυτά, θα κάνουμε κάνα παζάρι εκεί, θα τους δώσουμε και καμιά πενηνταριά δραχμές ακόμα και θα τελειώνουμε. Παίρνου λοιπόν ρούχα, παίρνου και ένα παλτό και γίνομαι κούκλα. Ναι, αλλά πώς θα μπούμε στα μπαπόρια τώρα;. Βρε γαμώ την πίστη του γαμώ. Σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι… Αμερικάνικα μπαπόρια δεν μπορούσα να ζυγώσου από κοντά καθόλου. Στα φορτηγά μπαπόρια, φυλάγανε μπροστά σκοποί Έλληνες στρατιώτες, για να μη φύγουνε οι άλλοι στρατιώτες. Έπρεπε να χεις απ’ αυτές τις άδειες που δώνει ο στρατός, πως τις λέτε; Άμα είσαι στρατιώτης δηλαδή, γιατί άμα είσαι πολίτης είναι αλλιώς τα πράματα. Λοιπόν ήτανε εκεί ένα μπαπόρι του Εμπειρίκου. Το όνομά του το ξέχασα, δεν το θυμάμαι τώρα. Και παγαίνανε μέσα στρατιώτες και πολίτες. Παίρνανε την άδεια από το σκοπό που φύλαγε εκεί μπροστά, μπαίνανε μέσα και βγαίνανε πάλι όξου. Παγαίνανε να χαιρετίσουνε τους δικούς τους, που φεύγανε για την Ελλάδα. Α λέου. Καλό σχέδιο αυτό. Τι θα κάνου τώρα; Πάου εκεί με ένα θάρρος, ότι ήμανε κάποιος και γω ε; Ε, πού πας, μου λέει ο σκοπός. Βρε φίλε, του λέου φεύγει ο αδερφός μου σήμερις και θέλου να πάου να τον ιδού και να τονε χαιρετίσου. Μου λέει. Πώς λέγεται; Του είπα και γω ένα όνομα τώρα εκεί πέρα. Ναι, μου λέει, αλλά θα βγεις όξου μόλις σφυρίξει. Μη σε μέλει του λέου. Θα βγου όξου. Όταν μπήκα μέσα εγώ, άντε τώρα να με πιάσει εμένανε αυτός έπειτα. Τώρα έψαχνα να βρου την κρυψώνα. Βρίσκου στο φουγάρο. Το φουγάρο πάει πάνου έτσι και από κάτου είναι κούφιο, ήτανε για τα νερά, ποιος ξέρει; Το κοίταζα κάμποση ώρα. Το φερα βόλτα από δω, το φερα βόλτα από κει, με χώραγε. Μπαίνου μέσα. Περνάνε κάνα δύο ώρες, πήρανε τα εισιτήρια, ψάξανε ξέργω τι διάολο κάνανε, όλα καλά. Βγήκα στην επιφάνεια μαζί με τους άλλους, πολίτης πλέον και εγώ. Φτάνουμε στον Περαία. Θα ήτανε η ώρα τέσσερις το απόγευμα. Κοίταζα από δω, κοίταζα από κει για να ιδού καμιά βάρκα, να πλερώσου με τα λεφτά που είχα, για να βγου όξου. Μου είχανε μείνει καμιά εκατόν πενηνταριά δραχμές από τις τρακόσες. Δεν ζύγωνε τίποτις κοντά στο μπαπόρι. Στα μπαπόρια τότε βγαίνανε με σανίδα όξου. Άμα πάγαινα να βγου θα με πιάνανε αμέσως. Τώρα πως θα βγου όξου στον Περαία; Έπρεπε να βγου όμως. Δεν μπορούσα να κρυφτού πλέον άλλο. Βγήκανε όλοι όξου. Κοιτάζου από δω, κοιτάζου από κει, βλέπου μία γυναίκα που καθέτανε κειδά σε μία γωνία μαζεμένη. Λέου. Κυρά τι κάνεις εδώ; Δεν θα βγούμε όξου εμείς, τι θα κάνουμε; Πού να πάου μου λέει βρε παιδί μου; Εγώ παγαίνου για τη Γαλλία, στη Μασσαλία και δεν έχου λεφτά για να βγου όξου. Το μπαπόρι θα φύγει το πρωί για τη Μασσαλία. Λοιπόν θα μείνου μέσα και θα περιμένου να ξημερώσει.

Α είπα του εαυτού μου. Κι άλλος άγγελος από δω. Και έτσι καθόμανε και γω, δεν θα μου μίλαγε κανένας. Αλλά που ήθελα να βγου όξου πάση θυσία, γιατί ήθελα να πάρου έναν αδερφό μου στην Αμερική, αυτόνε που πέθανε, τον Γρηγόρη. Σκέφτομαι λοιπόν. Τι με βάζει ο διάολος. Θα πιάσου ένανε από αυτούς τους θερμαστές. Αυτοί βγαίνουνε τελευταίοι, ώσπου να πλυθούνε από τα κάρβουνα, γιατί έχου κάνει για λίγο και θερμαστής στα μπαπόρια, σε Αμερικάνικο μάλιστα και ξέρου. Βλέπου ένανε κειπέρα, φιάστηκε καλά και ερχότανε. Βρε φίλε, του λέου. Τι ναι μου λέει; Θα μου δώσεις για λίγο το φυλλάδιο το ναυτικό που έχεις, να βγου όξου και μόλις βγου όξου θα σου το δώσου πίσου. Θα σου δώσου και αυτά τα λεφτά του λέου. Μου λέει, ξέργω; Του λέου τι ξέρεις; Εσένανε μόλις σου πει ο χωροφύλακας εκεί που φυλάει στην πόρτα τίποτις, πες του ότι είσαι ναυτικός. Και είσαι πράγματι, δεν θα του πεις ψέματα. Και άμα επιμένει,φώναξε και τον καπετάνιο επιτέλους, να βεβαιώσει ότι είσαι εσύ. Ή πες του ότι θα σου φέρου και το φυλλάδιο, αν στο ζητήσει. Θα στο δώσου εγώ πάλι, θα περιμένου μέσα και θα σε κοιτάζου. Μου δώνει το φυλλάδιο του λοιπόν. Παίρνου το φυλλάδιο εγώ. Κοίταζα από μακριά τώρα. Πάει να βγει όξου αυτός. Πράγματι τον σταμάτησε. Θα τον αρώτησε ποιος είσαι εσύ; Τον έπεισε ως φαίνεται ότι είναι ναυτικός και τον άφησε να περάσει. Πάου και γω έπειτα από κάνα τέταρτο. Παρουσιάζομαι. Πού πάτε κύριε; Όξου του λέου. Ποιος είσαι εσύ; Να δεν βλέπεις του λέου, ναύτης είμαι και έκανα πως του έδειχνα το φυλλάδιο. Δεν το έψαξε καθόλου. Άντε πάγαινε και συ μου λέει και με άφησε. Βγαίνου λοιπόν και γω όξου. Αυτός ο βλάμης με περίμενε τώρα όξου, για να πάρει ο άνθρωπος το φυλλάδιό του και τα λεφτά που του είχα τάξει ότι θα του δώσου. Του τα δώνου και τα δύο και είμαι τώρα στον Περαία με τα πολιτικά. Εν τω μεταξύ στο χωριό τα έχουνε μάθει όλα. Πήγε τηλεγράφημα. Ο Βάσσος το ήξερε βέβαια, γιατί όπως σου είπα, του το είχα πει. Του λέου. Φίλε με αυτά τα πανηγύρια που κάνετε στο Ρέτσα, δεν κάνετε καλό στον εαυτό σας. Μου λέει γιατί; Γιατί εγώ θα πάρου απολυτήριο του λέου και θα φύγου. Μπα μου λέει, πώς θα γίνει αυτό; Εγώ είμαι πιο μπροστά από σένανε στρατιώτης, πώς θα πάρεις εσύ απολυτήριο μπροστά από μένανε; Έ, του λέου. Τώρα ψάχνεις εσύ να βρεις πώς θα το πάρου εγώ και πως θα φύγου. Περίμενε λίγες μέρες και θα δεις. Μετά, όπως τα είπαμε και πιο μπροστά, εγώ έφυγα. Γιατί εγώ αλλιώς τα είχα σκεφτεί. Εγώ σηκώθηκα και έφυγα από την Αμερική, για να έρτου να πολεμήσου για την πατρίδα μου. Δεν την λογάριαζα την ζωή μου. Και να βλέπεις τώρα κάτι άλλους στρατιώτες, που είχανε φίλους τους βουλευτές, και να φεύγουνε όλοι, να γυρίζουνε πίσου. Εμένανε δεν με πείραζε αυτό, γιατί μοναχός μου το διάλεξα να πάου να πολεμήσου και θα καθόμανε ακόμα μέχρι το τέλος, αν δεν γινότανε αυτά τα επεισόδια που κάνανε αυτά τα καθάρματα,οι βασιλόφρονες μετά από τις εκλογές. Έπειτα το πήρα απόφαση και γω. Είπα θα τραβήξου το σπαθί μου καθαρά και όπου βγει. Θέλου να σου που, ότι ήμανε πολύ κακός άνθρωπος. Παλιάνθρωπος. Όπως θέλεις πέστο. Δεν πρέπει όμως να ήτανε και παλιανθρωπιά αυτή, γιατί πόλεμος ήτανε και όλοι τα ίδια κάναμε τότες. Εγώ το παιξα κορώνα γράμματα. Δεν μπορούσα ούτε να το σκεφτού, γιατί την καταστροφή την έβλεπα να έρχεται. Βρε να σκοτωθού άδικα; Βρε γαμώ την πίστη μου να πάου αιχμάλωτος, όπως πήγανε όλοι; Δεν το χώραγε το μυαλό μου, καταλάβαινα τι γίνεται. Γιατί, όπως σου είπα, πήγα με καρδιά να πολεμήσου και πολέμησα γαμώ την πίστη μου. Αφού τον ελεύθερο σκοπευτή, που δεν μπορούσε να τον πιάσει κανένας, μας είχε αλλάξει την πίστη και γω τον έπιασα και ζουντανόνε μάλιστα. Δεν την λογάριαζα την ζωή μου για τίποτις. Τέτοιος άνθρωπος είμανε. Τέλος πάντων. Βγήκα στον Περαία. Παραγγέλου και έρχεται ο αδερφός μου από το χωριό στην Αθήνα. Βρίσκου ένανε από αυτούς τους παλιοκερατάδες, τους λωποδύτες, που στέλουνε λαθραίους στο εξωτερικό. Τούδωσα κάνα δύο χιλιάδες δραχμές και με γέλασε ο άτιμος. Ήτανε να φύγει με το μπαπόρι Μέγας Αλέξανδρος. Ελληνικό εμπορωκεάνιο (υπερωκεάνιο) ήτανε. Μου είχε πει ότι θα τον έβαζε μέσα στο μπαπόρι. Περίμενα τώρα εγώ για να ιδού, αν θα τον πάρει μέσα τον αδερφό μου. Τελικά δεν τον πήρε. Βλέπου καμία φορά το μπαπόρι που σφύριζε και ετοιμαζότανε να φύγει. Αυτός πάει, χάθηκε. Λέου. Πάνε τώρα και τα λεφτά και ο αδερφός μου θα μείνει όξου. Πραγματικώς έτσι έγινε. Λέου τώρα σε κείνονε τον μακαρίτη. Τι θα κάνεις τώρα Γρηγόρη; Στο χωριό θα πας; Πού θα πας; Δεν τα καταφέραμε του λέου. Αλλά έλα που και γω τώρα είμαι στους δρόμους. Έχου μόνο ένα χιλιάρικο πάνου μου και κάθησα κάνα μήνα στην Αθήνα. Είμανε δω που φέρανε αυτό το βρωμοβασιλιά στην Ελλάδα και ήμανε και στην Αθήνα μάλιστα. Θα ήτανε στις είκοσι Νοεμβρίου που ήρτε αυτό το τέρας δω χάμου, ο Κωνσταντίνος. Τον εφέρανε δηλαδή. Οι εκλογές γίνανε…, βάστα ρε Γιάννη. Οι εκλογές είχανε γίνει στις είκοσι Νοεμβρίου. Αυτό το τέρας πότε να ήρτε; Τον Δεκέμβριο θα ήρτε. Βέβαια. Έγινε δημοψήφισμα και τον φέρανε, αλλά που δεν θυμάμαι ρε Γιάννη τις ημερομηνίες καλά. Και να βλέπεις να παγαίνει ο Ελληνικός λαός στην Ομόνοια και να χέζουν τα αλόγατά τους και να φιλάνε τα κόπρεα από τα αλόγατα. Να φιλάνε τα χάμουρα, να φιλάνε τα κωλομέρια των αλόγων. Να βλέπεις τους Μενιδιάτες να ξεριζώνουνε τις ελιές τους και να τις φέρνουνε στην Ομόνοια και να φωνάζουνε: Γης ούζο και ελιά και Κώτσο βασιλιά. Τρεις μέρες πανζουρλισμός. Όλα κλειστά. Μαγαζά, μυστήρια, όλα κλειστά. Να τρελαθεί ο κόσμος γι αυτό το βρωμοβασιλιά. Τώρα έπρεπε ο Τζίμης να σκεφτεί τι θα κάνει και πώς θα φύγει. Βρίσκου λοιπόν ένανε Αμερικανό. Του λέου. Ρε φίλε, θα μου δώσεις το διαβατήριό σου; Στο πρώτο φοβήθηκε αυτός. Ελληνοαμερικανός ήτανε αυτός που βρήκα. Λοιπόν είχα κάνα χιλιάρικο ακόμα, το μοιράσαμε, δεν θυμάμαι τι διάολο κάναμε. Θα στο φέρου αμέσως του λέου. Δεν θα το πάρου μαζί μου το διαβατήριό σου. Τότες τα διαβατήρια δεν ήτανε βιβλιαράκια, όπως είναι σήμερις, αλλά ήτανε μία κόλλα μεγάλη. Κατάλαβες; Δώσε μου το διαβατήριό σου και γω θα πάου στο Αμερικάνικο προξενείο και θα ζητήσου μία κόλλα τέτοια. Τα άλλα είναι δική μου δουλειά, είναι δικά μου όλα τι θα κάνου. Σύμφωνοι; Σύμφωνοι μου λέει. Πήγα στο προξενείο και παρουσιάστηκα ότι είμαι αξιωματικός του ναυτικού. Και πώς βρέθηκες δωπέρα; Και γιατί όλα αυτά; Τους είπα ότι είμανε αποστολή με το USAM. Είναι μία οργάνωση αυτή χριστιανική, πως τι λέτε εδώ πέρα; Αμερικάνικη αυτή. Του λέου θέλου να με βοήθήσεις και του ζήτησα και μία κόλλα τέτοια για να συμπληρώσου, να πάρου άλλο διαβατήριο. Μου δώνει αυτός την κόλλα. Ήτανε στο προξενείο και έπρεπε να πάου στην πρεσβεία. Δεν τα θυμάμαι καλά. Έχου τώρα και το διαβατήριο αυτούνου του βλάμη. Παγαίνου εγώ βγάζου τα χαρτιά μου, ότι ήμανε Αμερικανός αξιωματικός και μου δώνουνε χαρτιά και διαβατήριο με τη φωτογραφία τη δική μου.

Στάσου, βρε Γιάννη, δε στα είπα καλά, δεν τα θυμάμαι πως γίνανε. Δεν πήγα στο Αμερικάνικο προξενείο, το Γαλλικό προξενείο ήτανε αυτό που πήγα. Λοιπόν το παίρνου αυτό το χαρτί από το Γαλλικό προξενείο. Τώρα έχου και το διαβατήριο αυτού του βλάμη, που δεν του το γύρισα πίσου και που είχε την φωτογραφία του πάνου δω. Παγαίνου σε ένα φωτογράφο και του βάζου ένα κουτάκι κι αυτουνού, δεν θυμάμαι, εκατό, διακόσες δραχμές πόσα του ταξα, για να βάνει την δική μου φωτογραφία πάνου στου Αμερικανού. Του δωσα το διαβατήριο και του λέου. Βλέπεις αυτά τα γράμματα δω που είναι βαρεμένα; (μάλλον ανάγλυφα). Είναι η σφραγίδα. Θα είναι τόσο λεπτή του λέου η δική μου φωτογραφία και θα την βάνεις αποπάνου και θα φαίνονται τα γράμματα αυτά. Με εννόησες;Και από κάτου είναι η φωτογραφία του Αμερικανού τώρα και η δική μου από πάνου και τα γράμματα μόλις που να φαίνονται. Έτσι με ταχτοποίησε. Αλλά πώς θα φύγου τώρα, που δεν έχου και λεφτά κιόλας; Αχ! Τι να κάνουμε τώρα λέου,Τζίμη; Πάντως όλο αυτό τον καιρό, είχα βρει το μπαπόρι που πάγαινε στη Γαλλία. Ήτανε η τελευταία μέρα που ήτανε το διαβατήριο του Αμερικανού εντάξει. Και τελείωνε είκοσι εννιά Φεβρουαρίου θυμάμαι. Ήτανε δίσεκτος ο χρόνος. Το παίρνου αυτό το διαβατήριο λοιπόν από το Γαλλικό κοντρόλ, έτσι το λέγανε τότες. Μάλωσα και με το Γάλλο για να μου το δώσει και πήγα να τονε δείρου και αυτόνε. Τόσο πολύ παλικαράς δεν πρέπει να ήμανε, αν και ήμανε λιγάκι, γιατί έχου ξεχάσει να σου που και μερικά άλλα πράματα. Τις μέρες εκείνες, έφευγε πάλι για την Αμερική ο Χρίστος ο Κρόκος που λέγαμε προηγουμένως, ο Τάσος ο Φιλάος και αν δεν κάνου και λάθος και ο Θεοδώρου. Τρεις ήτανε. Ήτανε και ένας άλλος κλητήρας ή χωροφύλακας Αγιωργήτης, που τον ελέγανε Νικολό. Και ήτανε, για να συνεννοηθούμε καλύτερα, του Παπαγιάννη του Ρέτσα συγγενής. Αλλά δεν θυμάμαι πώς τον λέγανε μωρέ;

- Χαρίτο.

- Ά ναι, μπράβο, βρε Γιάννη. Χαρίτο.

Ο Χαρίτος λοιπόν, ήτανε χωροφύλακας και ήτανε κάτου στον Περαία, στο ρολόγι. Από κάτου ήτανε ένα καφενείο και ήτανε μέσα αυτοί οι τέσσερις χωριανοί μας. Παγαίνου τώρα εγώ λοιπόν κατευθείαν μέσα και φωνάζου τον Χρίστο τον Κρόκο όξου. Έλα δω του λέου. Και τι λες πώς τον ήθελα τον άνθρωπο; Πού μυαλά; Του λέου. Έλα δω βρε, Χρίστο, να μου πάρεις το πιστόλι μου και να μου το δώσεις στην Αμερική που θα πάμε. Μόλις του λέου του Κρόκου για πιστόλι, μου λέει. Όχι, όχι εγώ, δεν πιάνου τέτοια πράματα εγώ. Όχι εγώ, όχι εγώ. Ε όχι εσύ, φεύγου και γω και παγαίνου λίγο παρα πέρα. Λοιπόν, πετάγεται ένας από αυτουνούς και για τα σοβαρά ή για αστείο, αυτό δεν το ξέρου, λέει του Χαρίτου που ήτανε χωροφύλακας. Ο Ρέτσας, άντε πιάστονε. Καταζητείται. Έχει φύγει από το στρατό. Είναι λιποτάχτης. Άντε πιάστονε εσύ του λέει ο Χαρίτος. Όποιος και να ρχότανε, Γιάννη, θα τον καθάριζα, ας είμαστανε και από το ίδιο χωριό. Όποιος και νάτανε. Ο Χαρίτος ο μακαρίτης ήτανε, ο Φιλάος ήτανε, ο Κρόκος ήτανε, όποιος και νάτανε, θα ήτανε το τέλος του. Αλλά του λέει ο μακαρίτης, που ήτανε ως φαίνεται ο πιο έξυπνος απ όλους. Σύρε εσύ και πιάστονε του λέει. Γιατί μου το λες εμένανε; Να κει χάμου είναι, άντε πιάστονε εσύ. Τέλος με τα πολλά τα καταφέραμε και μπήκαμε σε ένα μπαπόρι, που πάγαινε για τη Γαλλία. Με αυτό το διαβατήριο, όπως σου είπα, το Αμερικάνικο, που ήτανε υπογραμμένο και από το Γαλλικό κοντρόλ. Και πήγαμε στη Γαλλία και από κει αρχινάει άλλη περιπέτεια πλέον. Τώρα με εισιτήριο δεν μπορούσα να φύγου, γιατί δεν είχα λεφτά. Κάθομαι στη Μαρσίλια (Μασσαλία) λοιπόν και να γυρίζου δύο τρεις μέρες. Να μην κοιμάμαι πουθενά. Μ’ έκοψε και η λόρδα και βλέπου εκεί στο λιμάνι, ένα βουνό από αυτά τα φυστίκια ξέρεις, τα αράπικα. Από αυτά που πουλάει και ο φυστικάς ο Τζίμη Κάρτερ. Γεμόζου τις τσέπες μου καλά λοιπόν και την έκανα κοτσάνι. Δεν τα φύλαγε κανένας αυτά στο λιμάνι. Βουνό ολάκερο, χύμα ήτανε όλα, δεν ήτανε σε τσουβάλια μέσα. Γιόμιζα τις τσέπες μου εγώ και έτρωγα για κάνα δύο μέρες. Κει που γύριζα στο λιμάνι, βλέπου ένα Αμερικάνικο μπαπόρι, φορτηγό. Μια και δυό, ανεβαίνει ο Μήτσος πάνου, σάμπως νάτανε δικό του το μπαπόρι. Με σταματάει μέσα ο Γάλλος χωροφύλακας. Με σταματάει. Αρχίζου εγώ τότες να του μιλάου και να του λέου στα Εγγλέζικα. Άσε με να πάου στη δουλειά μου και τέτοια. Ακούνε οι Αμερικανοί και έρχονται εκεί. Τι θέλεις; Θέλου τον καπετάνιο τους λέου. Ήξερα Αμερικάνικα καλούτσικα. Μόνο να τα γράψου δεν ξέρου. Τέλος πάντων. Μου φέρνουνε τον καπετάνιο. Μου λέει. Τι θέλεις; Καπετάνιε του λέου, είμαι Αμερικανός και θέλου να μου δώσεις δουλειά στο μπαπόρι σου. Μου λέει. Είσαι ναυτικός; Βέβαια και είμαι ναυτικός του λέου. Έχεις κανα φυλλάδιο; Δεν έχου του λέου γιατί είχα πάει στην Ελλάδα, γύριζα από δω, γύριζα από κει και τόχασα. Αλλά είμαι ναυτικός. Δώσε μου ότι δουλειά θέλεις και θα δεις άμα είμαι ναυτικός. Μου λέει. Γίνεσαι κολ πάσερ; Κολ πάσερ θα πει, αυτός που παγαίνει το κάρβουνο κοντά στους φούρνους που το καίνε. Βρε και θερμαστής του λέου, άμα θέλεις. Σουρ μου λέει και μου δώνει λοιπόν δουλειά. Μ’ έβαλε και θερμαστή και απ’ όλα μ’ έβαλε. Έκανε το μπαπόρι κάπου είκοσι οχτώ μέρες για να φτάσει από τη Γαλλία στην Αμερική. Και πήρα ένα καλό όνομα. Δουλευτής εγώ ε; Αλλά είμαι και δουλευτής, ήμανε, όχι είμαι. Βγαίνουμε σ’ ένα μέρος της Αμερικής, όχι στη νέα Υόρκη, νιους Πορτ, νιους Βιρτζίνια λέγεται. Και του λέου. Ξέρεις κάπταιν, θέλου να βγου όξου. Βρε Τζίμη, μου λέει, γιατί να βγεις όξου; Κάτσε δω βρε παιδί μου, να σου δώσου δουλειά, να κάνεις όσα χρήματα θέλεις. Ναι. Ε, λέου θέλου να βγου όξου, σάμπως δε μ αρέσει και πολύ η θάλασσα και τέλος πάντων να μ’ αφήσεις να βγου όξου και να μου δώσεις και τα λεφτά που δούλεψα. Ο.Κ. μου λέει, Τζίμη. Διατάζει λοιπόν τον γραμματέα που είχε και μούδωσε θυμάμαι εξήντα δολάρια, για τη δουλειά που έκανα την εποχή εκείνη. Μιλάμε τώρα για το είκοσι με εικοσιένα. Και βγήκα όξου λοιπόν και έτσι ήρτε πάλι ο Τζίμης στην Αμερική. Κατόπιν αφού παρουσιάστηκα και έγινα Αμερικανός, έπειτα μπορούσα να είμαι και με το καθεαυτού μου όνομα. Δεν ήτανε ψεύτικο κατόπιν. Ποιος είσαι; Ο Ρέτσας είμαι, κι άμα θέλετε να με βρείτε, θα με βρείτε στο ημιγκρέσιον. Κοιτάχτε εκεί που είναι γραμμένοι οι μετανάστες. Με λέει με το όνομα Αλέξανδρος Τσάλας. Δεν τους πειράζει αυτουνούς. Μόνο να μην έχεις έρτει λαθραίος τους πειράζει. Και γιατί άλλαξες το όνομά σου; Γιατί δεν μου άρεσε αυτό το όνομα που είχα και μου αρέσει αυτό που έχου τώρα. Δεν είχα πλέον άλλα προβλήματα. Όπως σου έχου πει, όταν πρωτοπήγαμε κει πέρα στην Αμερική, αρχινήσαμε από τις χειρότερες δουλειές. Πρώτα φιάναμε γραμμές στα τρένα. Μετά έγινα θερμαστής στα τρένα. Δούλεψα κάπου τρία χρόνια θερμαστής. Μου λένε, πρέπει να δώσεις εξετάσεις για μηχανικός και με απορρίψανε, γιατί δεν γνώριζα τα γράμματα. Κατόπιν έφυγα και πήγα εις το Πενσυλβάνια στέιτς, στο Πίτσμπουργκ. Εκεί μου άρεσε το μέρος καλύτερα και εκάθησα εκεί και δούλεψα στα ανθρακωρυχεία. Στα έχου ξαναπεί αυτά. Γύρισα πίσου για να πολεμήσου στην Μικρά Ασία και πολέμησα μέχρι που γίνανε οι εκλογές και έχασε ο Βενιζέλος.

Μετά, όπως τα είπαμε, ξαναγύρισα πάλι πίσου στην Αμερική και έτσι αρχίνισε και πάλι η νέα περιπέτεια της Αμερικής. Σκληρές εργασίες μέσα στα ανθρακωρυχεία, όπως σου είπα. Γιατί πάλι στα ανθρακωρυχεία έπεσα. Ήρτανε και οι δυστυχίες το είκοσι εννιά, που μπορού να σου που ότι υπόφερε όλη η Αμερική. Κλείνανε όλα τα έργα. Έφυγα από τον Ατλαντικό ωκεανό και πήγα μέχρι τον Ειρηνικό ωκεανό, για να βρου δουλειά. Βρήκα σ’ ένα μέρος που είχε ανθρακωρυχεία, εις το νιου Μέξικο. Μ’ έστειλε εκεί ένας αξάδερφος μου που είχα στο Κολοράντο και είχε στο νιου Μέξικο έναν αδερφό, που δούλευε εκεί. Αυτός μ έστειλε εκεί. Ρέτσας λεγότανε και αυτός. Αδέρφια ήτανε αυτοί. Ο ένας ήτανε στα ξενοδοχεία και ο άλλος ήτανε στα κάρβουνα σαν κι εμένανε. Πάου κει πέρα. Τον βρήκα βέβαια. Ήξερα την πολιτεία που είναι και τον βρήκα. Του λέου. Βρε Νίκο, τι θα γίνει; Έχει καμία δουλειά εδώ πέρα για μένανε; Με φιλοξένησε ο άνθρωπος στο σπίτι του και νομίζου ότι μούδωσε και κάνα δύο δολάρια. Λοιπόν μου λέει. Δεν ξέρου, Τζίμη. Και πραγματικώς. Αυτά τα δύο αδέρφια, ήτανε και τα δύο αγράμματα όλως διόλου και δεν είχανε φιλίες με τους Έλληνες εκείνους που είχανε κάποιες θέσεις στις εταιρείες και στα εργοστάσια. Κατάλαβες; Έχου ακούσει όμως, ότι δω πέρα είναι ένα σωματείο Ελληνικό μου λέει. Ήτανε ένα που το λέγανε ΓΚΑΠΑ (Greek - American Progressive Association).

Πίνακας

Αυτό έγινε μετά από την ΑΧΕΠΑ (American Hellenic Educational Progressive Association).
Πήγε ως αντίπαλος της ΑΧΕΠΑ. Αυτοί υποστηρίζανε την Ελληνική γλώσσα και τα γράμματα, ενώ η ΑΧΕΠΑ θα ήτανε αποκλειστικώς Αμερικάνικο σωματείο. Με κατάλαβες; Δηλαδή θα ήτανε, Αμερικάνικο πρώτα απ’ όλα και μετά Ελληνικό, ενώ το άλλο ήτανε πάλι καθ’ εαυτού Ελληνικό σωματείο και Αμερικάνικο βέβαια, αλλά πρώτα το Ελληνικό. Λοιπόν τούτο δω, η ΓΚΑΠΑ, ήτανε για να σώσει τον Ελληνισμό της Αμερικής, που είναι και αυτό ένα μεγάλο πράμα, να στο που να το ξέρεις. Λοιπόν μου λέει. Να σε στείλου να πάεις εκεί. Και γω είχα γραφτεί σ’ αυτό το σωματείο, γιατί έκανα και γω βλέπεις τον πατριώτη, τον Έλληνα. Να πάεις λοιπόν εκεί και αν μπορούνε να σε βοηθήσουνε καλώς. Αλλιώς άλλος δεν μπορεί. Αλλά θα πάεις σε άλλο μέρος μου λέει, όχι στο νιου Μέξικο. Θα πάεις στη Γιούτα. Όπου στο διάολο νάναι,άμα δουλειά δεν έχεις παγαίνεις, τι να κάνεις. Το αυτοκίνητό μου και δρόμο. Με αυτοκίνητο γύριζα. Αυτοκίνητο είχα σε όλη μου τη ζωή εγώ. Όχι και σε όλη μου τη ζωή ακριβώς, αλλά από το χίλια εννιακόσια είκοσι τέσσερα, μέχρι τώρα. Σαράντα χρόνια αυτοκίνητο. Λοιπόν παίρνου το αυτοκίνητο μου και παγαίνου. Βρίσκου εκεί κάτι ανθρώπους του σωματείου. Λέου. Βρε παιδιά, ξέρετε αν είναι εδώ πέρα Έλληνες στο ανθρακωρυχείο; Ναι, πως μου λένε. Είναι ένας Κρητικός και είναι και ο ……. (ας πούμε ο άνθρωπος, γιατί δεν μου τον είπε έτσι) της εταιρείας και είναι και πολλοί Κρητικοί που δουλεύουνε εκεί. Αυτός άμα θέλει γίνεται. Ωραία τους λέου. Πώς τονε λένε αυτόνε. Μου είπανε το όνομά του. Παίρνου το αυτοκίνητο και παγαίνου και τονε βρίσκου. Αυτός έκανε κουμάντο σε όλα τα παιχνίδια και σε όλα τα κλάμπς της περιοχής. Ήτανε δύο τρία χωριά μαζεμένα εκεί και όλα ήτανε για τα κάρβουνα. Τον εβρίσκου. Του λέου ότι είμαι και γω στο σωματείο αυτό. Ήτανε κι αυτός. Του έκανα και γω λιγάκι τον πατριώτη εκεί πέρα. Αυτός ήτανε έξυπνος Κρητικός όμως, δεν ήτανε κανένας μουρλός σαν και μένανε. Άστα αυτά, ρε φίλε, μου λέει. Αυτά που λέεις τα πιστεύεις; Τα πιστεύου το λέου εγώ. Τι να του που, ότι τα λέου έτσι; Τέλος πάντων. Α, Μανώλη τονε λέγανε. Λέου λοιπόν. Μανωλάκη έρχομαι από το Πίτσμπουργκ και είμαι και γω στο ίδιο σωματείο με σένανε. Ξέρεις του λέου, εκεί πέρα βγήκε το ίδιο σωματείο ( η ΓΚΑΠΑ). Το ξέρου μου λέει. Έχουμε του λέου καλούς Έλληνες κει πέρα που είναι στο σωματείο. Έχουμε του λέου και τον Καλημεράκη που είναι Κρητικός και κείνος όπως κι εσύ. Ναι όλοι είναι καλοί για το συμφέρον τους, μου λέει ο μακαρίτης και αυτός. Τέλος πάντων του λέου. Θέλου δουλειά. Έλα μου λέει αύριο βράδυ στο σπίτι μου, να φάμε και να τα κανονίσουμε. Ήτανε παντρεμένος, είχε και γυναίκα, παιδιά μονάχα δεν είχε. Πάου στο σπίτι του λοιπόν. Με περιποιήθηκε ο άνθρωπος, φάγαμε και ήπιαμε. Μου λέει. Θα σου δώσου δουλειά. Και μου δώνει σ’ ένα μέρος που το κάρβουνο ήτανε τόσο δα στα τρία πόδια ύψος (ένα μέτρο περίπου). Θα σκάβεις κάτου να περνάει το βαγόνι και έπειτα με τα γόνατα θα φιαρίζεις το κάρβουνο , να γεμόζεις το βαγόνι εκείνο. Το κάρβουνο ήτανε τρία πόδια ύψος μόνο. Ήτανε στοά και δεν μπορούσες να σηκωθείς και να δουλέψεις όρθιος. Βέβαι. Με τα γόνατα δούλευες. Μόλις πήγα κει, λέου αυτουνού που μας πήγε μέσα. Μας πάγαινε με βαγόνια μικρά και χαμηλά. Ρε φίλε, του λέου, βγάλε με πάλι όξου. Βγήκα όξου και πάου και τονε βρίσκου. Λέου. Βρε Μανώλη πού μ’ έστειλες εκεί χάμου; Μου λέει. Που σε στείλανε; Λέου. Σ αυτή τη μεριά που είναι όλο χαμηλά κάρβουνα. Χωράου εγώ κει χάμου; Βρε δεν είδες μου λέει θερία άντρες πως δουλεύουνε εκεί; Μωρέ εγώ τους είδα του λέου, αλλά εγώ δεν μπορού να δουλέψου κει χάμου. Έλα δω μου λέει. Και αυτό το άτιμο το ανθρακωρυχείο, στο ένα μέρος είχε κάρβουνο δεκαπέντε πόδια ύψος και από την άλλη μεριά είχε κάρβουνο μόνο τρια πόδια ύψος και το παίρνανε και αυτό οι άτιμοι. Λοιπόν, καλά μου λέει. Πήγε βρήκε έναν άνθρωπο, τι του είπε δεν ξέρου και με ρίξανε να δουλέψου κει, στο ψηλό κάρβουνο. Δούλεψα πέντε, έξι μήνες εκεί πέρα. Έπειτα έφυγα και ήρτα πάλι στο Πενσυλβάνια. Περάσανε δύο, τρία χρόνια. Από το είκοσι εννιά ερχόμαστε στο τριάντα , τριάντα ένα, τριάντα δύο, που γίνανε οι εκλογές. Τα χρόνια αυτά ήτανε δύσκολα για όλους. Πότε είχαμε δουλειά και πότε δεν είχαμε. Πιο πολύ καθόμαστανε. Γίνανε λοιπόν οι εκλογές. Το τριάντα τρία ανάλαβε ο νέος πρόεδρος. Βγάλαμε τον Ρούσβελτ. Το τριάντα δύο λοιπόν και το τριάντα τρία που ανάλαβε αυτός, αρχινήσανε πλέον οι δουλειές, γιατί ανοίξανε πάλι τα εργοστάσια. Ως που να στρώσουνε δε και να ανοίξουνε πάλι οι δουλειές καλά, δεκατρία εκατομμύρια άνεργοι ήμαστανε. Λοιπόν αρχίνισε αυτός. Ως που να βρεθεί δουλειά σου λέει. Πόσοι άνθρωποι κάθονται εδώ, ας πούμε στον Αγιώργη. Είναι είκοσι; Πάρτους και δώσ’τους από μία σκούπα, για να σκουπίζουνε τον δρόμο, κάτι τέλος πάντων να κάνουνε. Τους άλλους στείλ’τους πάνου στα αλώνια, για να φυτέψουνε κάνα δέντρο. Και να τους δώνει ένα δολάριο την ημέρα. Με ένα δολάριο την πέρναγες κοτσάνι τότες. Και σιγά-σιγά, τα εργοστάσια, τα ανθρακωρυχεία και όλες οι δουλειές, όλο τραβάγανε, τραβάγανε τους άνεργους. Χαθήκανε όλοι έπειτα, πιάσανε όλοι δουλειά και αρχίνισε η Αμερική και είναι κει που είναι τώρα, στις δόξες για τον εργάτη. Αλλά άνεργοι πάντα υπάρχουνε. Σε διακόσα πενήντα εκατομμύρια κόσμο, πάντα θα υπάρχουνε και άνεργοι. Και από κει και πέρα λοιπόν, από τον Ρούσβελτ κι έπειτα, διάταξε όλες οι μεγάλες εργασίες,όλα τα εργοστάσια, να κάνουν οργανώσεις. Γι’ αυτό σου λέου, εκεί πέρα είναι εύκολο να οργανωθούνε. Σου λέει. Εδώ χάμου αυτό το ανθρακωρυχείο έχει χίλιους ανθρώπους. Έχουνε δικαίωμα και η εταιρεία και οι εργάτες, να κάνουνε δική τους οργάνωση. Λοιπόν, οι εταιρείες, πασχίζουνε αυτές να έχουνε τους εργάτες και σου λέει,σας κάνου εγώ οργάνωση. Εάν λοιπόν λέει, από τους χίλιους εργάτες, οι πεντακόσιοι ένας θέλουνε τους ανθρακωρύχους,δηλαδή την οργάνωση των εργαζόμενων και οι άλλοι τετρακόσιοι ενενήντα εννιά, πρέπει να πάνε μαζί τους. Αν δεν πάνε, δουλειά δεν έχουνε. Αν πάλι κερδίσουνε της εταιρείας οι εργάτες, θα πάμε όλοι εκεί. Και έτσι λοιπόν, ποτές σχεδόν δεν γίνεται να κερδίσει της εταιρείας η οργάνωση. Ο εργάτης κερδίζει πάντα και έτσι γίνανε όλοι οργανωμένοι. Και σήμερις, με το παραμικρό πας να διώξεις άνθρωπο; Ω! Αν δεν έχεις δουλειά, θα πας με τη σειρά, με τους νεότερους, αλλά δεν θα διώξεις όποιονε θέλεις εσύ. Θα διώξεις με τη σειρά. Οι τελευταίοι που έχουνε πιάσει δουλειά, αυτoί θα φύγουνε. Με τη σειρά σου λέει. Είναι δημοκρατικό πράμα. Θέλει η εταιρεία, επειδή είσαι λιγάκι γερός εσύ για την οργάνωση και θέλει να σε ξεκληρίσει, να σε βγάνει όξου; Δεν περνάει. Γιατί ε;Γιατί τον έδιωξες εσύ τον Ρέτσα ας πούμε; Μα δεν έκανε καλά την δουλειά του, δεν έκανε τούτο, δεν έκανε το άλλο και τέτοια. Καλά. Έχουμε επιτροπή εδώ πέρα. Να ρωτήσουμε τώρα και τους δικούς σου ανθρώπους, να ρωτήσουμε και τους άλλους, να δούμε αν είναι έτσι που τα λες εσύ; Οπότε οι άνθρωποι της οργάνωσης, θα υποστηρίξουνε ότι ο Ρέτσας είναι εργάτης άνθρωπος και είναι καλός στη δουλειά του. Άμα είσαι δηλαδή καλός, γιατί άμα είσαι λιγάκι τεμπελάκος και δεν κάνεις καλά τη δουλειά σου, το πρώτο που θα σε διώξει είναι το σωματείο σου. Σου λένε. Εδώ πέρα, κύριε, όλοι δουλεύουμε και για το καλό της εταιρείας, αλλά και για το καλό το δικό μας, για να παγαίνει καλά η εταιρεία και να έχουμε και μεις δουλειά. Το πρώτο που κοιτάζουνε είναι να παγαίνει καλά η εταιρεία. Ναι! Άμα λοιπόν εσύ κοροϊδεύεις και δεν δουλεύεις θα φύγεις. Άμα είσαι καλός θα σε υποστηρίξουνε μέχρι παναγίας. Άμα πάλι θέλει η εταιρεία σώνει και καλά να σε διώξει, θα δοκιμάσει να σε διώξει έτσι; Το πρωί δεν παγαίνει κανένας στη δουλειά. Δεν γυρίζουμε πίσου, αν δεν έρθει και ο Ρέτσας στη δουλειά του. Τι θα κάνει; Το κράτος είναι με τον εργάτη. Εκεί άμα διατηρηθεί η απεργία πολύ καιρό, γίνεται το εξής. Στέλνει το υπουργείο της εργασίας δύο ανθρώπους εκεί στην εταιρεία και λένε. Εδώ θα καθίσετε απόψε, μέχρι τις δώδεκα η ώρα, μέχρι το πρωί, μέχρι αύριο βράδυ, όσο χρειαστεί για να τελειώνει αυτό το πράμα. Δεν θα βγείτε όξου άμα δεν τελειώσετε. Και να υποχωρήσει και ο ένας, να υποχωρήσει και ο άλλος για να τελειώσει η απεργία. Εδώ στην Ελλάδα για να αλλάξει το εργατικό ζήτημα πρέπει, να μη σου που καλύτερα τι πρέπει γιατί…….. - Όλο αυτό το διάστημα που ήσασταν στην Αμερική, δεν σκεφτήκατε κάποια στιγμή να παντρευτείτε; - Πως, δοκίμασα τρεις φορές. Ελληνίδες όμως ήθελα. Τις ξένες δεν τις ήθελα. Ε, δεν κάνουνε αυτές για μας. Έχουνε άλλα ήθη, άλλα έθιμα και άλλη θρησκεία. Ως που να σε καταφέρουνε, σου λένε, ναι, Γιάννη μου, τι θέλεις; Θέλεις να πάμε στην Ελληνική εκκλησία; Να πάμε. Θέλεις να βάνουμε και τα παιδιά μας μέσα και να τα βαφτίσουμε; Να τα βαφτίσουμε και τα παιδιά. Όλα αυτά ως που να σε τσακώσει. Άμα σε τσακώσει και κάνεις το χαρτί αυτό του δικαστή, όχι της εκκλησίας (πολιτικός γάμος) τότες την πήρες εσύ και πήγατε αυτή την Κυριακή στην εκκλησία μας; Πολύ καλά. Έπειτα από ένα μήνα ξαναπήγατε άλλη μία φορά. Περάσανε έξι μήνες, ένας χρόνος και γνωριστήκατε καλά. Έκανε και ένα παιδί. Τώρα αλλάζουνε τα πράματα. Ρε γυναίκα, δεν θα βαφτίσουμε το παιδί; Ποιο παιδί; Παιδί θα βαφτίσουμε; Άμα θέλεις να το βαφτίσουμε, θα το βαφτίσουμε στην δική μου εκκλησία, στην Καθολική, ή στην άλλη στην Διαμαρτυρόμενη. Μα δεν είπαμε; Ε, άμα σ αρέσει εσένανε, σύρε στην εκκλησία σου, σου λέει αυτή. Εγώ θα πάου στη δική μου. Τώρα τι να κάνεις; Έγιναν τα παιδιά και μεγαλώνουνε. Να μιλήσεις εσύ του παιδιού σου και να του πεις, Γιάννη, Τζίμη, ή κάτι άλλο στα Ελληνικά; Θα ρτει κι θα σου πει. Ε, Τζων , δεν θέλου να ξανακούσου αυτή τη βρωμερή γλώσσα άλλη φορά στο σπίτι μας. Βέβαια! Μου συνέβη εμένανε με ένα κουμπάρο μου. Τι θα κάνεις; Γίνονται τα παιδιά. Ούτε στο Ελληνικό σχολείο πάνε, ούτε στην Ελληνική εκκλησία θα πάνε κατόπιν, ούτε Ελληνικά θα μάθουνε να μιλάνε. Είχα εγώ ένα φίλο μου Έλληνα, από την Κάρπαθο, που είχε παντρευτεί Αμερικανίδα. Είχε πάει και στον πρώτο πόλεμο ο μακαρίτης και αυτός στην Αμερική. Λοιπόν, στη δυστυχία πάνου είχανε γεννηθεί τα παιδιά του. Το ένα το μεγάλο ήτανε έντεκα χρονών. Πέντε αγόρια είχε στη σειρά, το ένα πάνου στο άλλο. Ρε Τζίμη, μου λέει μία μέρα, θέλου μου λέει να βαφτίσου τα παιδιά μου και δεν έχου λεφτά. Ήτανε η δυστυχία όπως σου είπα τότες. Μάλιστα ήτανε το τριάντα έξι, αλλά δεν είχανε κινηθεί ακόμα καλά οι δουλειές. Εγώ ήμανε πρόεδρος σε μία εκκλησία. Ε λέου. Θα τα βαφτίσουμε, τι σε μέλει εσένανε. Πότε θα είσαι έτοιμος; Μου λέει. Εγώ είμαι έτοιμος, αλλά να βρεις και τους κουμπάρους, γιατί εγώ δεν έχου κανένανε. Ε, λέου. Τον μεγάλο θα τονε βαφτίσου εγώ, ο αντιπρόεδρος θα βαφτίσει τον δεύτερο και οι άλλοι σύμβουλοι θα βαφτίσουνε τα άλλα παιδιά.

Τα φερε λοιπόν εκεί μια Κυριακή στην εκκλησία και τα βαφτίσαμε. Μεγαλώσανε μετά τα παιδια αυτά. ΄Εχου βαφτίσει πολλά παιδιά κει πέρα στην Αμερική. Λοιπόν, τα βαφτίσαμε αυτά τα παιδιά που λες του Γιώργου του μακαρίτη. Μεγαλώσανε. Αγόρια ήτανε. Πήγανε δεκαπέντε, είκοσι χρονών. Μεγάλωσε και κείνος ο δικός μου και πήγε στρατιώτης. Πήγε κάτου στην Ιαπωνία και πολέμησε. Λοιπόν. Ούτε εκκλησία τους ξαναείδε, ούτε Ελληνικό σχολείο τους ξαναείδε, ούτε Ελληνική διασκέδαση τους ξαναείδε, ούτε Ελληνική εκδρομή που κάναμε τα καλοκαίρια τους ξαναείδε. Κείνος ο δικός μου άμα με ιδεί, συναντηθούμε δηλαδή, λέει. Αλόου νονός. Μόνο το νονός ξέρει στα Ελληνικά. Αλόου, Τζώρτζ του λέου και γω. Τίποτις άλλο. Μαγαρίσαμε δηλαδή και την κολυμπήθρα. Ξέρεις ότι ο Ελληνισμός της Αμερικής, δηλαδή αυτοί που έχουνε γεννηθεί εκεί πέρα, ότι μαζεύει γύρω στα τρία εκατομμύρια κόσμο. Αλλά δεν τους ξέρει σχεδόν κανένας. Και όχι μονάχα αυτουνού που ήτανε η μάνα Αμερικανίδα, αλλά και μάνα Ελληνίδα να είναι, πάλι το ίδιο είναι. Έλληνας ο πατέρας, Ελληνίδα και η μάνα, είναι πάλι το ίδιο. Λοιπόν, τι συμβαίνει τώρα με αυτόνε τον Γιώργο που λες. Παίρνου τον αντιπρόεδρο μια μέρα στο τελέφωνο. Αυτός είχε βαφτίσει το δεύτερο παιδί. Ήτανε και πατριώτης μας, από δω από το Μονόδρι ήτανε, του Παπαδημήτρη παιδί. Κεχρής λεγέτανε το επίθετό του. Πάμε μου λέει να ιδούμε τον κουμπάρο μας; Και δεν πάμε του λέου. Πάμε λοιπόν. Ήτανε σ’ ένα χωριουδάκι που είχε και ανθρακωρυχείο. Παίρνου το αυτοκίνητό μου εγώ, τονε παίρνου και αυτόνε και πάμε. Ανεβαίνουμε πάνου στο σπίτι. Είχε τέσσερα σκαλιά μπροστά. Χτυπάμε την πόρτα. Βγαίνει ο κουμπάρος και μας ανοίγει. Μόλις μας είδε ο άνθρωπος καταενθουσιάστηκε. Είχαμε πέντε, έξι μήνες να περάσουμε να τον δούμε και αυτός να ιδεί εμάς. Καλώς τους κουμπάρους, είπε ο Γιώργης ο μακαρίτης, καλώς τους κουμπάρους. Πιάνουμε την κουβέντα. Περάστε μέσα μας λέει. Έρχεται και η γυναίκα του. Τα’ άκουσε αυτή που μιλάγαμε Ελληνικά. Και τι λες που του λέει η άτιμη; Θα στα που στα Ελληνικά. Σκυλογενημένε! Δεν σου έχου πει χίλιες φορές, να μην μιλάς αυτή τη βρωμερή γλώσσα εδώ μέσα; Το άκουσε ο άνθρωπος, το ακούσαμε και μεις, έκανε τα χέρια του έτσι και μας λέει στα Αμερικάνικα να περάσουμε στην κουζίνα. Άντε τώρα να ζήσεις εσύ με αυτή τη γυναίκα. Στην αρχή είναι όλα μέλι γάλα, ως που να σε καταφέρει. Ότι θέλεις σου λέει, Γιάννη μου, ό,τι θέλεις και έπειτα….. Γι’ αυτό εγώ στις ξένες έλεγα πάντοτε όχι, όταν μου μιλάγανε για παντρειά. Γιατί εγώ με όλα τα βάσανα που είχα, είχα και πέντε δολάρια στην τσέπη μου. Και το αυτοκίνητό μου είχα και μπορούσα να την πάου κιόλας και να φάει και να πιει. Λοιπόν τους έλεγα. Θέλεις να πάμε να φάμε, να πιούμε, να κοιμηθούμε, αλλά για παντρειά τίποτις. Άμα θέλεις. Και το ξέρανε όλες, ότι με τον Τζίμη θα πάμε, αλλά όχι παντρειά. Δεν είχα γυναίκα για πολύ καιρό. Όπου την βρεις και όπου σε βρει. Άμα είσαι μέσα στην πολιτεία, βρίσκεις γυναίκες πολλές. Μπαίνεις μέσα σ ένα μαγαζί, ένα ρεστωράν που λένε. Εκεί μετράνε όλοι. Και εκατό χρονών να είσαι. Βλέπεις εκεί νέες κοπέλες, όλα κορίτσια που δουλεύουνε και ζούνε, αλλά και ο φίλος καλός είναι. Δεν χάνουνε και τίποτις άμα έχουνε και ένα φίλο. Λοιπόν λες. Θέλεις, Κατίνα, το βράδυ να βγούμε όξου;Έχεις καμία δουλειά; Ε, άμα γυαλίζεις και λιγάκι, θα είναι ενενήντα εννιά τοις εκατό ναι. Έτσι ζούνε εκεί πέρα. Εγώ δούλεψα στα ανθρακωρυχεία σαράντα χρόνια. Πήγα σε πολλά, αλλά το καλύτερο που δούλεψα τριάντα πέντε χρόνια, αν δεν ήτανε τριάντα πέντε, τριανταδύο ήτανε μία φορά σίγουρα, είναι το ανθρακωρυχείο που λέγεται Ιντιανόλα και είναι στο στέϊτς της Πενσυλβάνιας. Από κει πήρα και τη σύνταξη. Ήμανε επιστάτης, πώς τα λέτε εδώ; Δηλαδή ήμανε διευθυντής σε ένα διαμέρισμα του ανθρακωρυχείου. Δεν δούλεψα όλη μου τη ζωή σκληρά. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ήμανε διευθυντής. Όσοι Έλληνες έχουνε περάσει από το Αλιβέρι μέχρι την Κύμη, σε μένανε ερχόντανε. Το μαθαίνανε. Από τον Ειρηνικό ωκεανό μαθαίνανε ότι κάποιος Ρέτσας είναι στο Πενσυλβάνια και άμα θα πας εκεί θα σου δώσει δουλειά. Όλοι είχανε έρτει. Τούτη δω η ρεματιά , όλοι είχανε δουλέψει για μένανε. Αγιωργήτες ήτανε, ο Τσαλεμιγκής, ο Φιλήμος, ο Βαγγέλης, ο Ρήγας , που πέθανε στην Αμερική, Αρλογιάτες ήτανε τρεις, τέσσερις, από το Πιρνάκι ήτανε, από το Μονόδρι,από τους Αντρονιάνους ήτανε και από πού δεν ήτανε. Μα σου λέου, όλος ο κόσμος για μένανε δουλεύανε. Τι λίγα πράματα έχου κάνει; Ναι, Γιάννη μου, άστα. Αφού κόντεψα να γίνου και επιστήμων, αλλά δεν ήξερα γράμματα. Δεν τα πιστεύει άλλος να του τα λες. Ο Έτας ( ο Γιώργης ο Ρήγας),το έχει δει γραμμένο κάτου στα χαρτιά του λιγνιτωρυχείου. Εγώ ήμανε εκείνος που ανακάλυψα αυτό το γκαζ, πώς το λέτε εσείς, που πιάνουνε τα ανθρακωρυχεία και αρχινάει από πάνου από το ταβάνι και κατεβαίνει κάτου. (το μεθάνιο). Ναι το μεθάνιο και τη λάμπα, το φανάρι αυτό που φιάξανε μετά και μετράνε το μεθάνιο. Εγώ ήμανε που το ανακάλυψα, αλλά για να μην ξέρου γράμματα, το είπα του συντρόφου μου εκεί πέρα. Λοιπόν εγώ κει που γύριζα μία μέρα, ως επιθεωρητής που ήμανε μέσα στο ανθακωρυχείο, βλέπου σ’ ένα μέρος που ήτανε μία σουβάλα με λίγο νερό και έκανε φουσκάλες. Βρε, λέου τι πράμα να είναι αυτό που κάνει τις φουσκάλες; Αυτό λέου πρέπει να είναι κάποιος αέρας και αμέσως μου ήρτε στο μυαλό, ότι είναι αυτό το γκάζ. Σκέφτομαι λοιπόν τι να κάνου, τι να κάνου; Να το που, ή να μη το που του συντρόφου μου; Και το λέου του συντρόφου μου. Τον επήγα εκεί, ήρτε μια μέρα και του δειξα και το μέρος αυτό. Ναι, μου λέει, Τζίμη, η γης είναι, δεν είναι τίποτις. Αλλά αυτουνού του ’κοψε το μυαλό του και πήγε και τύπωσε, ότι βρήκε το μεθάνιο, αυτό που λέτε εσείς. Πήγε αυτός μοναχός του έπειτα και έκανε την αίτηση και έγραψε το δικό του όνομα μονάχα και το δικό μου όνομα όχι.Νταίηβις (Daves) τον ελέγανε αυτόνε. Εγώ ούτε που έδωσα σημασία τότες. Έπειτα που φέρανε και φιάσανε αυτές τις λάμπες και τα αυτά που μετράγανε το μεθάνιο και γράφανε πάνου το Daves, τότες έμαθα τι ήτανε, αλλά ήτανε αργά για μένανε. Αυτός είχε πάρει το πατέντο που λέμε, ότι βρήκε το μεθάνιο. Αλλά εγώ είμανε αυτός που το βρήκα, κάπου έχουνε γράψει και το δικό μου το όνομα όμως. Τώρα άμα ήξερα πέντε γράμματα, δηλαδή του σχολαρχείου που λένε, με αυτό θα ήμανε ξακουσμένος άνθρωπος, επιστήμων. Δεν ήθελα πολλά. Μόνο να ξέρου να γράψου το όνομά μου ήθελα, αν θέλει η(ητα) ή ι(γιώτα). Άμα είχα μάθει και πέντε έξι Αμερικάνικα, μπορού να σου που, ότι μπορεί να ήμανε και δήμαρχος στο Πίτσμπουργκ και πέσμε το μεγαλύτερο βλάκα του κόσμου. Μάλιστα. Όπου πάγαινα, όπου πέρασα, μόλις μου λέγανε να γράψου, εκεί σταματάγανε, εκεί τελειώνανε όλα. Και στα τρένα, άμα ήξερα γράμματα, μπορεί και να γενόμανε διευθυντής στα τρένα της Αμερικής ολάκερης. Με ξέρανε όλοι στο Πίτσμπουργκ και με αγαπάγανε πολύ. Είχα πάρει και παράσημο από την κυβέρνηση της Πενσυλβάνιας. Από το ανθρακωρυχείο και την εταιρεία αυτή, περάσανε χιλιάδες εργάτες και ήμανε ο μόνος εργάτης που δεν είχε χτυπήσει. Δεν είχα χτυπήσει ποτές, να κάνου παράπονα ότι βάρησα το δάχτυλό μου και τα τέτοια. Όχι μονάχα για τον εαυτό μου, αλλά όταν πήρα και μια θέση λιγάκι παραπάνου, και είχα καμιά δεκαπενταριά με είκοσι ανθρώπους που δουλεύανε για μένανε και οι άνθρωποί μου το ίδιο. Το παράσημο αυτό μου το δωσε το στέϊτ. Εκεί κάθε στέϊτ είναι και πατρίδα. Μου δώσανε λοιπόν παράσημο για τον καλύτερο εργάτη της Πενσυλβάνιας. Με έντεκα εκατομμύρια πληθυσμός και ήμανε ο καλύτερος εργάτης. Την σύνταξη την πήρα πενήντα οχτώ χρονών, αλλά την πήρα ως άρρωστος, γιατί από τα πολλά χρόνια που δούλεψα μέσα στα ανθρακωρυχεία, πήρα αυτό το μάϊνερς άσμα ( άσθμα των ανθρακωρύχων). Άσμα το λέτε και σεις μου φαίνεται. Και με βγάνανε με το φορείο όξου. Όταν με βγάνανε όξου και πήγα στο γιατρό, με κοιτάζει ο γιατρός και λέει στον άνθρωπο της εταιρείας, γιατί έχουνε δικούς τους γιατρούς αυτοί. Του λέει λοιπόν ότι ο άνθρωπος αυτός έχει μάϊνερς άσμα. Μου λέει και μένανε ακριβώς τι έχου. Μετά με στείλανε και σ’ ένανε πιο μεγάλο γιατρό μέσα στην πολιτεία στο Πίτσμουργκ. Με κοιτάζει και αυτός και μου λέει. Τζίμη, έχεις μάϊνερς άσμα. Ε, σταμάτησα αμέσως. Η εταιρεία δεν ήθελε να φύγου ακόμα, ας είχα και το άσμα αυτό. Κατάλαβες; Η δουλειά μου λαφιά ήτανε, μόνο που επιθεωρούσα. Αλλά εγώ δεν ξανακατέβηκα κάτου. Έφυγα. Έκανα αίτηση κατόπιν, για να πάρου σύνταξη. Τη σύνταξη δεν στη δώνουνε κει πέρα, εάν δεν είσαι άρρωστος. Πρέπει να είσαι πάνω από πενήντα πέντε χρονών και να σε βγάνουνε και οι γιατροί της κυβέρνησης άρρωστο. Λοιπόν έκανα αυτή την αίτηση όταν ήμανε πενήντα οχτώ χρονών. Με στέλνουνε σε ένα γιατρό της κυβέρνησης. Είναι και τύχη, ξέργω τι στο διάλο είναι; Μπαίνου μέσα στο γιατρό αυτόνε και τονε λέγανε Φορντ και αυτόνε, αλλά στο Πίτσμπουργκ όμως, γιατί αυτοί ερχόντανε και από τα άλλα στέκια, από το Μίτσιγκαν και τα τέτοια. Μπαίνου μέσα και μου βάζει κάτι σκαλοπάτια έτσι, να ανεβαίνου γρήγορα , να κατεβαίνου, να ανεβαίνου, να κατεβαίνου και να βλέπει και να γράφει αυτός. Να με κοιτάζει εδώ, να με κοιτάζει εκεί, τι έγραφε δεν ξέρου τίποτις. Ε, μόλις είχε τελειώσει, κοιτάζου εκεί. Το μάτι μου πήρε κει που κοίταζα στο γραφείο του πάνου, ένα τέτοιο (διακοσμητικό), που έχεις κι εσύ εκεί και ένα άγαλμα, τον Ερμή. Ένα τοσοδά. Το κοιτάζου λοιπόν και του λέου. Γιατρέ, τι είναι αυτό, που το βρήκες και τι δουλειά έχεις εσύ μ’ αυτά; Με κοιτάζει, με κοιτάζει και μου λέει. Γραικός είσαι; Του λέου ναι. Κερατά μου λέει, γιατί δε μου το λεγες τόση ώρα; Του λέου. Τι να που, δε μ’ αρώτησες να σου που τι είμαι. Ναι. Λοιπόν του λέου, που το βρήκες αυτό; Α, Τζίμη, μου λέει. Έχου μία Ελληνίδα φιλενάδα, (όχι για κακό σκοπό δηλαδή, την οικογένεια της γνώριζε) και είχε πάει στην Ελλάδα και μου το φερε. Φαίνεται του λέου, ότι θα είστε και φιλέλληνας. Μου λέει σουρ. Ναι μου λέει και προπαντός μου λέει οι γιατροί. Όλοι πρέπει να είναι φιλέλληνες, γιατί όλη η επιστήμη των γιατρών, είναι στα Ελληνικά γραμμένη. Όλα και τα βότανα και τα φάρμακα και τα μάτια και τα φρύδια και τα κολοκύθια, όλα είναι Ελληνικά. Έχουνε βέβαια και την άδεια τους, που έχει τον Ιπποκράτη πάνου, πως τον λένε; Και με όλα αυτά δηλαδή, γίναμε και καλοί φίλοι. Τώρα αυτός, αφού γνωριστήκαμε έτσι, εάν είχε και καμιά τσέτουλα, ότι δεν είμαι για σύνταξη ακόμα, δεν θα το σκέφτηκε. Πήγε μέσα, ήτανε ο τελευταίος γιατρός αυτός και δεν ξέρου τι έγραψε.

Πάου μετά εγώ και στο δικό μου γιατρό, τον ταχτικό, που δουλεύει για τους ανθρακωρύχους. Γιατί έχουνε και οι ανθρακωρύχοι δικά τους νοσοκομεία εκεί πέρα. Βέβαι. Έχουνε γιατρούς τους καλύτερους γιατρούς που υπάρχουνε. Λοιπόν . Τον είχα αυτόνε τριάντα πέντε χρόνια γιατρό. Του λέου. Γιατρέ, γιατί δεν κάνεις μία αίτηση και συ, να πεις ότι είμαι άρρωστος, παρά με στέλετε όλο στους γιατρούς αυτούς; Δε μπορείς; Τώρα αυτουνού δεν θα ήτανε η δουλειά του να κάνει αυτά, γιατί σου είπα, ήτανε της κυβέρνησης αυτοί που βγάζανε την απόφαση και όχι οι ιδιωτικοί γιατροί. Μου λέει. Βρε Τζίμη, θα το κάνου. Και πιάνει λοιπόν και κάνει τρία χαρτιά, πως τα λέτε εκείνα; Το ένα το στειλε στην κυβέρνηση, στην επιτροπή που είναι για τις αρρώστιες, ένα βαστάει αυτός και το άλλο δεν ξέρου πού το στειλε. Ξαναπάου μετά από δεκαπέντε μέρες. Του λέου τι έκανες, γιατρέ; Θα σε κάνου μου λέει να το πιστέψεις, να το ιδείς και μοναχός σου. Τραβάει λοιπόν, βγάζει ένα χαρτί και μου λέει. Διάβαστο αυτό μοναχός σου. Έγραφε ότι είμαι άρρωστος και ότι έπρεπε να πάρου σύνταξη. Λοιπόν με αυτόνε το γιατρό που είχε τον Ερμή και με τούτονε εδώ τον δικό μου, βγάναμε όλους τους άλλους, καμιά εικοσαριά γιατρούς, άχρηστους, ότι είμαι άρρωστος και έτσι ήρτε η σύνταξη. Έπειτα από δύο χρόνια όμως. Έπειτα από κάνα, δύο χρόνια, ήρτανε και τα καθυστερούμενα όλα. Κάνα δύο, τρεις χιλιάδες δολάρια ήτανε. Αναδρομικά, από την ημέρα που κάνεις την πρώτη αίτηση πιάνεται. Μου τα στείλανε όλα και ήτανε το πρώτο ταξίδι που ήρτα, το χίλια εννιακόσα πενήντα οχτώ. Είχα να ρθου στην Ελλάδα, από τότες που έφυγα, όταν γύρισα από τη Μικρά Ασία. Θα με βάζανε στο τουφέκι άμα γύριζα πιο μπροστά. Σάμπως μπορούσα να ρτου;Στα εξήντα χρόνια όμως σβήνουνε και έτσι μπόρεσα και ήρτα. Ήθελα να έρτου και άλλες φορές πιο πριν, αλλά σου λέου. Θα με βάζανε στο τουφέκι. Στην Αμερική εγώ, ήμανε τόσο μεγάλος Έλληνας, που δεν έβλεπα τίποτις άλλο, από το πώς θα κάνου και την Αμερική να γίνει Ελληνική. Με αυτά τα λίγα γράμματα που ήξερα. Βενιζελικός δε μέχρι τα τσαρούχια, μέχρι θανάτου. Δεν έγινα δω που ήρτα βενιζελικός. Πριν να ρτου δω πέρα ήμανε Βενιζελικός. Εκεί στην Αμερική είχανε μία εφημερίδα. Το χίλια οχτακόσα ενενήντα εφτά, τον καιρό που γεννήθηκα εγώ, έγινε η εφημερίδα αυτή. Αλλά ήτανε όλο βασιλιάδες αυτή, να τους μνημονεύει εκεί πέρα, να τους λιβανίζει και όλο τέτοια κολοκύθια. Το χίλια εννιακόσα δέκα εφτά, πριν φύγου από το Μέϊσον Σίτι για να πάου στο Πίτσμπουργκ, ήρτε ένας μακαρίτης Σπαρτιάτης και μου ζήτησε λεφτά, για να βγάλει μία εφημερίδα φιλελεύθερη. Μου φαίνεται ότι το έχουμε πει αυτό ε; Να σου που τότες, για τα επεισόδια του Κωνσταντίνου, να τα γράψεις αυτά. Γράφτα. Τότες λοιπόν, ο Ελληνισμός της Αμερικής χωρίστηκε στα δύο. Βενιζελικοί και βασιλόφρονες. Οι κοινότητες τα ίδια. Εδώ χάμου έχουμε Βενιζελικούς; Εμείς είμαστε βασιλόφρονες σου λέει,κάνουμε άλλη κοινότητα. Ούτε καλημέρα δεν είχαμε ο ένας με τον άλλονε. Τόσο μίσος. Και αυτό εξακολουθούσε. Είχαμε καυγάδες ακόμα και μέσα στις εκκλησίες και ξύλο έπεφτε. Το αποτέλεσμα ήτανε οι φιλελεύθεροι να έχουμε τρακόσες πενήντα εκκλησίες-κοινότητες και αυτοί να έχουνε τριάντα. Λοιπόν, εγώ κατόπιν έγινα πρόεδρος τη εκκλησίας, έγινα πρόεδρος σε Ελληνικό σχολείο, είχα σαράντα παιδιά στο σχολείο μου, έφιασα εκκλησία και έπειτα ανακατεύτηκα και με την ΑΧΕΠΑ. Ίδρυσα δικό μου τμήμα στην ΑΧΕΠΑ και έγινα πρόεδρος για πέντε, έξι συνεχόμενα χρόνια, στο τμήμα αυτό όμως, όχι σε όλη την ΑΧΕΠΑ. Την εκκλησία την εξυπηρέτησα τόσο πολύ, όσο λίγοι άνθρωποι σαν και μένανε. Μία εποχή είχα μία φασαρία με ένα παπά και τον έδιωξα. Τηλεφώνησα τότες του Αθηναγόρα, που ήτανε ακόμα Αρχιεπίσκοπος βορείου και νοτίου Αμερικής, να μου στείλει ένα παπά. Ο Αθηναγόρας ήτανε μεγάλος άνθρωπος. Έκανε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής από το χίλια εννιακόσα τριάντα, μέχρι το χίλια εννιακόσα σαράντα οχτώ. Μετά τον κάνανε οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι το χίλια εννιακόσα εβδομήντα δύο. Όσο ήτανε πατριάρχης στην Αμερική, κατόρθωσε να ενώσει τις κοινότητες, που όπως σου είπα πριν είχανε πολύ μεγάλες έχτρητες. Βοήθησε πολύ και έχτισε εκκλησίες και σχολεία και ίδρυσε και την ελληνορθόδοξη σχολή θεολογίας του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη. Πριν φύγει για την Κωνσταντινούπολη, έκανε μια μεγάλη περιοδεία και πέρασε από όλες σχεδόν τις ορθόδοξες κοινότητες της Αμερικής. Τηλεφώνησα λοιπόν του Αθηναγόρα και του είπα να μου στείλει ένα παπά. Πρώτα του λέου να είναι άνθρωπος και μετά να είναι δάσκαλος. Για παπάς δε μ’ ενδιαφέρει και πολύ στο κάτου, κάτου της γραφής. Λοιπόν μου λέει στο τηλέφωνο. Καλά, κύριε πρόεδρε, θα ιδούμε τι μπορεί να κάνουμε. Του λέου εγώ. Να κάνεις και κάτι άλλο. Να ρτεις και καμία βόλτα και στην κοινότητά μου, γιατί πας όλο στις άλλες κοινότητες. Μου απαντάει. Θα γίνει και αυτό. Πράγματι. Πριν να μου στείλει παπά, σε μία βδομάδα μέσα, μου κάνει ένα τηλεφώνημα ότι έρχεται. Φαίνεται ότι του κάνανε εντύπωση αυτά που του είπα. Έρχεται ο Αθηναγόρας λοιπόν. Βγάζουμε χαρτιά, ανακοινώσεις, προκηρύξεις και τα τέτοια στην κοινότητα, ότι θα μας έρτει ο Αρχιεπίσκοπος. Πραγματικώς ήρτε. Τώρα κάποιος έπρεπε να προσφωνήσει τον Αρχιεπίσκοπο. Κάτι να του πει, καλωσόρισες. Το λέμε αυτό σε κάτι διαβασμένους εκεί πέρα, το λέου και γω σε αυτούς που είχανε βγάνει τα πανεπιστήμια της Αμερικής. Τους λέου, ρε παιδιά έστω και στα Εγγλέζικα, αυτός ξέρει και τα Εγγλέζικα, κάποιος από σας να πει δυο λόγια. Δεν έλεγε κανένας. Δεν ήτανε βέβαιοι για το τι έπρεπε να πούνε ως φαίνεται οι άνθρωποι αυτοί. Βρε Ρέτσα, λέου, κάνε πάλι τη δουλειά μοναχός σου και άστα να πάνε στο λύκο. Τον προσφώνησα λοιπόν εγώ. Τελείωσα. Καθήσαμε μετά κει πέρα και του είπα τι θέλου. Με κοιτάζει αυτός και μου λέει. Μα, κύριε πρόεδρε, να μην είσαι τόσο ζόρικος. Εγώ δεν του μίλησα καθόλου πάνου στο θέμα αυτό. Του λέου. Έτσι είναι σεβασμιότατε. Μου λέει. Καλά, όλα αυτά που θέλεις, θα τα κάνου. Ε, από κει πήγαμε φάγαμε και τον πήγα στο ξενοδοχείο του. Του είχα κλείσει ένα δωμάτιο καλό για να κοιμηθεί. Αύριο μου λέει, θέλου να πάου στο τάδε μέρος. Ήτανε μία απόσταση όσο είναι από δω μέχρι την Κάρυστο. (περίπου ογδόντα χιλιόμετρα). Εγώ θα σε πάου του λέου. Αυτοκίνητο είχα, κατάλαβες; Αυτοί οι ταλαράδες οι πλούσιοι, αφού τον είδανε και τον εχαιρετίσανε, έπειτα επειδή καταλάβανε ότι κάτι θα τους ζητήσει, κρυφτήκανε όλοι, χαθήκανε. Εγώ θα σε πάου του λέου. Πραγματικώς τον πήγα. Από κει μου λέει, αύριο θέλου να πάου σε ένα άλλο μέρος, σε μία άλλη πολιτεία. Εγώ θα σε πάου και κει του λέου. Και τον επήγα. Έχασα κανα, δύο μεροκάματα, αλλά γίναμε πολλοί καλοί φίλοι, πρώτοι φίλοι σου λέου. Κατόπιν άλλες δύο φορές τον έφερα στη δική μου κοινότητα, που για να πάει δύο φορές στη κάθε κοινότητα δεν είναι καθόλου εύκολο. Τρακόσες πενήντα κοινότητες είμαστανε, φαντάσου πόσες Κυριακές χρειαζόμαστε. Γιατί πρέπει να είναι Κυριακή για να έρτει. Και θέλου να σου που. Ό,τι και να του έλεγα, ό,τι και να του ζητούσα, όχι δε μούλεγε ποτές. Ε, όλα παγαίνανε καλά και στις κοινότητες και στα σχολεία από τότες. Όταν είχα έρτει την πρώτη φορά στη Ελλάδα, πήγα και στην Κωνσταντινούπολη για να ιδού τον Αθηναγόρα, τον φίλο μου. Εκεί να δεις, Γιάννη μου, αγκαλιές, φιλιά, μέχρι που δάκρυσε ο μακαρίτης. Μία άλλη φορά που ήρτα πάλι στην Ελλάδα, ξαναπήγα, αλλά μας είχε αφήσει χαιρετίσματα, δεν είδα ούτε σώμα , ούτε τίποτις, γιατί τους έχουνε σε μαρμάρινους τάφους. Τον είχα εξυπερετήσει σου λέου, όσο λίγοι Έλληνες τον έχουνε εξυπερετήσει τόσο. Κατόπιν έρχεται το Κυπριακό. Ανακατεύομαι και κει. Για την Κύπρο έκανα ό,τι μπορούσα. Έστελνα κάρτες σε βουλευτές, σε γερουσιαστές, πάγαινα με το αυτοκίνητο όπου μου γυρεύανε. Όσους γνώριζα καλά, πάγαινα και τους έβλεπα ο ίδιος και τους έλεγα ότι πρέπει να βοηθήσουνε την Κύπρο. Στο διάστημα αυτό, ή λίγο πιο μετά, δεν τα θυμάμαι ακριβώς, μου γράφει ο δάσκαλος, ο Παναγιώτης από δω ένα γράμμα. Αυτός έμαθε τη σύστασή μου από άλλονε άνθρωπο. Λοιπόν, βρήκε τη διεύθυνση μου ο δάσκαλος και μου γράφει ένα γράμμα και μου λέει. Τζίμη, είμαι ο δάσκαλος του χωριού. Ούτε σε γνωρίζου, ούτε με γνωρίζεις. Λοιπόν, επειδή ακούω τόσα πολλά πράματα για σένανε, θα σου ζητήσου και γω μια χάρη. Άμα το σκέφτομαι τώρα για χάρη αυτό το πράμα, ντρέπομαι και τον εαυτό μου. Κατάλαβες, Γιάννη; Μου λέει λοιπόν. Ξέρεις στο χωριό μας φέρανε ηλεκτρισμό, αλλά εγώ το σχολείο το κάνου με λάμπες ακόμα και χρειάζομαι μερικά χρήματα για να βάλου τα σύρματα. Ε, λέου. Τόσοι άνθρωποι και δουλεύουνε κιόλας εκεί πέρα, δεν μπορούνε; Σάμπως πόσο θα στοιχίσουνε αυτά τα παλιοσύρματα, από δω ίσα με κει. Του γράφου και γω ένα γράμμα πρώτα, δίχως να του βάλου λεφτά μέσα και του λέου. Δάσκαλε, το γράμμα σου το λαβα και μου γυρεύεις αυτό κι αυτό. Βάνε τα σύρματα του λέου γρήγορα, αμέσως και θέλου να βάνεις και μάστορη Αγιωργήτη. Είχα ακούσει ότι ένας Μπαχάρας (ο Βασίλης) ήτανε ηλεκτρολόγος. Να μην πάρεις ξένονε, να τα πάρουνε δικοί μας άνθρωποι τα λεφτά, σκέφτηκα εγώ κι ας λέγανε ότι αυτός είχε σφάξει στην κατοχή ανθρώπους και ότι είχε κάνει τέτοια πράματα. Όλοι τότες την ίδια δουλειά κάνανε. Λοιπόν. Βάνε του λέου τα σύρματα που χρειάζονται και γράψε μου πόσα λεφτά θέλεις. Αλλά πριν να μου γράψει αυτός για λεφτά, του στειλα εγώ ένα τσεκ πενήντα δολάρια την εποχή εκείνη. Μου ξαναγράφει αυτός και μου λέει. Τζίμη, τα λεφτά που μούστειλες περισέψανε κιόλας. Ναι. Από κει αρχίνισε πλέον ταχτική αλληλογραφία και ταχτικά τσέκια. Ήτανε και μία εποχή που κάθε σχολείο της Αμερικής, ήθελε να υιοθετήσει και ένα σχολείο δικό μας, Ελληνικό και να το βοηθάει, γιατί η Ελλάδα μετά από την κατοχή και από τον εμφύλιο, ήτανε φτωχή. Λοιπόν, σε κάποιο μέρος του Οχάϊο στέϊτς, το Οχάϊο ήτανε μακριά από μένανε, όχι και πολύ, από δω στη Θεσσαλονίκη δηλαδή (πεντακόσια περίπου χιλιόμετρα), είναι λοιπόν στο Οχάϊο μία πανεπιστημιούπολη εκεί πέρα. Όλο πανεπιστήμια και σχολεία και δημοτικά και γυμνάσια και τέτοια. Πέφτει στο λαχείο λοιπόν, αυτό το σχολείο να υιοθετήσει το δικό μας σχολείο, τον Αγιώργη. Λοιπόν αρχινάει πρώτο δώρο εδώ στον Αγιώργη εκατό δολάρια από το σχολείο εκείνο. Και τα δολάρια αυτά δεν τα δωνε το σχολείο εκείνο, παρά τα δώνανε οι μαθητές. Δώνανε από μία δεκάρα ο ένας, ένα κοράκι ο άλλος, αλλά τα παιδιά, τα παιδάκια να σαν και τα δικά μας δω. Και τους το είχανε κανονίσει για τα Χριστούγεννα και τις γιορτές να γίνεται ο έρανος αυτός και να τα μαζεύουνε. Πάντοτε στέλανε. Από εκατό, εκατόν δέκα, εκατόν πενήντα είχανε φτάσει μία φορά.

Όταν ήρτα εγώ δω πέρα στην Ελλάδα τότες το χίλια εννιακόσα πενήντα οχτώ, μου τα λέει όλα αυτά ο δάσκαλος και μου λέει. Όταν γυρίσεις, βρε Τζίμη στην Αμερική, δεν πας κει πέρα να δεις αυτόνε το δάσκαλο και αυτό το σχολείο, που κάνει όλα αυτά τα πράματα για τον Αγιώργη. Θα πάου, δάσκαλε. Πράγματι, όταν γύρισα στην Αμερική, το έβαλα στα σχέδια μου για να πάου. Ήτανε και το κυπριακό τότες στην ακμή του πάνου. Όπως σου είπα, έστελα κάρτες και τέτοια, τα έλεγα και με τους μεγάλους και είχα βγει και στο φανερό να το φωνάζου παντού.

Αφού το αποφάσισα και πήγα κει πέρα λοιπόν, είδα πρώτα το δάσκαλο. Με καλοδέχτηκε ο μακαρίτης και αυτός, ένας άγιος άνθρωπος. Σίμπρουκ λεγέτανε. Αφού με πήρε στο γραφείο του,αρχινήσαμε και κουβεντιάζαμε. Ήταν η ώρα πριν από το μεσημέρι που τρώνε τα παιδιά. Και όλα τα παιδιά τρώνε στο σχολείο ξέρεις. Έχει ρέστωραν εκεί μέσα, έχει μαγείρους, έχει νοσοκόμες, διαβόλους και τριβόλους. Σχολείο με εφτακόσιους μαθητές όχι αστεία. Και πλερώνει το κράτος, οι άνθρωποι δεν πλερώνουνε τίποτις. Λοιπόν, πάμε να φάμε μου λέει Τζίμη, να κάνουμε λοντζ. Λόντζ θα πούνε, έτσι πώς το λέτε εδώ; Προσωρινό, δηλαδή όχι φαΐ κανονικό. Πάμε λοιπόν. Είχε κάπου σαράντα δάσκαλους αυτό το σχολείο και δασκάλες. Τα παιδιά του σχολείου, όλα στη γραμμή. Ούτε μπροστά να πάνε, Γιάννη μου, να τρέχουνε, ούτε τίποτις. Ο διευθυντής του σχολείου, πάει και αυτός στη γραμμή, ποπίσου από τα παιδιά, στη σειρά του. Και περνάεις και φτάνεις εκεί πέρα που δώνουνε και σου λέει. Τι θέλεις; Αυτά είναι φαγητά που είναι όλα έτοιμα, σάντουιτς γενουμένα, ή κανα κεφτέ, ή τυρί, κάτι τέτοια πράματα φιάνουνε. Ή σου λέει. Γάλα θέλεις; Καφέ θέλεις; Λοιπόν και λες. Θέλου γάλα ή θέλου ένα καφεδάκι. Τα βάζουνε πάνου σ ένα δίσκο τα δικά σου, ό,τι ζήτησες, τα παίρνεις και πάεις και κάθεσαι στις τραπεζαρίες, όπως κάθονται τα παιδιά. Ε φάγαμε επιτέλους. Ίσα με κει παγαίνανε καλά τα πράματα. Μετά μου λέει. Το μεσημέρι που θα σχολάσει το σχολείο, θα καλέσου τους μαθητές σε μία αίθουσα μεγάλη, γιατί έχουνε εκεί αίθουσες μεγάλες, να σε ιδούνε και τα παιδιά, να σε ιδούνε και οι δάσκαλοι και να γνωριστούμε όλοι με το σχολείο το δικό σας, τον Αγιώργη. Αυτός βέβαια, είχε πράματα στο μυαλό του όμορφα, αλλά δίχως να ξέρει και μένανε τη δύναμή μου, αν μπορούσα και γω να κάνου αυτά που ήθελε αυτός. Μπαίνου μέσα,Γιάννη μου, και πιάστηκε η ψυχή μου. Να βλέπεις τώρα εφτακόσιους μαθητές και να κάθονται έτσι, πως είναι εδώ πέρα τα γήπεδα που παλεύουνε οι άνθρωποι και κάθονται μέσα έτσι. (αμφιθέατρο). Και οι δάσκαλοι να είναι αλόρτοι (όρθιοι) όλοι και οι δασκάλες και πάει στο μέσον αυτός και κάθεται και φωνάζει και μένανε δίπλα του και λέει: Σήμερις λέει, έχουμε έναν επισκέπτη δω πέρα, που είναι για μας τουλάχιστον, σαν δικός μας άνθρωπος. Είναι από το σχολείο, που εμείς λέει σήμερα βοηθάμε. Είναι και αυτός άνθρωπος από αυτό το σχολείο βγαμένος και είναι μαζί μας εδώ χάμου. Και δεν μπορεί να είναι λέει μεγαλύτερη χαρά, να έχουμε ένα τέτοιο άνθρωπο εδώ. Ε, είπε κι άλλα πολλά και καλά λόγια ο άνθρωπος, χειροκροτήματα εκεί του κόσμου και έπειτα γυρίζει σε μένανε και μου λέει. Τζίμη, θα θέλαμε να ακούσουμε και από σένανε κάτι τις για το χωριό, το σχολείο και τον Άγιο Γιώργη. Και να μην είμαι προπαρασκευασμένος τώρα ε. Να μην έχου βάλει στο μυαλό μου ότι μπορεί να μου συμβεί αυτό ε. Άϊντε τώρα και πού; Σε διαβασμένους ανθρώπους ένας αστοιχείωτος. Αλλά επειδή είχα ανακατευτεί λίγο πολύ με αυτά τα πράματα, τι να κάνου; Αρχινάου λοιπόν και τους είπα ότι το θεωρού μεγάλη μου τιμή και μένανε, που βρίσκομαι στο σχολείο σας. Πρώτα βεβαίως προσφώνησα τον διευθυντή ε, το προσωπικό και τα ρέστα και έπειτα τα παιδιά. Τους είπα, είμαι και γω πολύ περήφανος που είμαι μαζί σας και σας λέου να ξέρετε ότι από δω και ένα μήνα ήρτα από το χωριό, το οποίο έχετε εσείς υιοθετήσει. Ναι, και είπα και γω μερικά λόγια και καλά. Αναλόγως τα κατάφερα καλά. Ε με συγχαρήκανε ο κόσμος, όλα αυτά τα παιδιά ερχόντανε γύρω-γύρω και με κοιτάζανε και μου δώνανε τις διευθύνσεις τους να τις στείλου εδώ πέρα, για να έχουνε αλληλογραφία με τα παιδιά του χωριού. Εγώ, Γιάννη μου, τα Εγγλέζικα κουτσά στραβά τα διαβάζου, αλλά που δεν μπορού να τα γράψου;Αυτό είναι το άσχημο. Άμα δεν πας στο σχολείο δεν μαθαίνεται η γλώσσα η άτιμη. Κείνα τα χρόνια τα δικά μας δεν υπήρχανε σχολεία. Τώρα άμα πας και εκατό χρονών να είσαι, στη βδομάδα πάνου, ξέρουνε αυτοί ποιος ήρτε στην Αμερική. Θα ρτει η κοπέλα δω πέρα και θα σου πει. Τζίμη, θα ρτεις στο σχολείο; Μα τι σχολείο; Θα ρτεις στο σχολείο να μάθεις τη γλώσσα;Ναι, δεν στο επιβάλει με το στανιό, αλλά σου λέει άμα θέλεις. Μα είμαι μακριά, πώς να ρτου στο σχολείο; Θάρτου εγώ να σε πάρου. Θα στείλει το σχολείο αυτοκίνητο, να σε πάρει και να σε φέρει το βράδυ πάλι πίσου, ενώ κείνα τα χρόνια, δεν υπήρχανε αυτά τα πράματα.

Κατόπιν λοιπόν, αφού τελείωσε αυτή η συνεδρίαση, με παίρνουνε στο γραφείο τους και έρχονται και όλοι οι δάσκαλοι.

Φωτογραφία

Ήτανε σου λέου τότες που ήτανε το Κυπριακό. Λοιπόν κουβέντα στην κουβέντα, ήτανε και ένας δάσκαλος εκεί που οι γονείς του ήτανε Έλληνες και ήξερε τα Ελληνικά, αλλά εγώ δεν τόξερα. Και ήτανε κει μέσα και άκουγε. Αυτός τα Ελληνικά τα ήξερε καλά. Αρχινάνε λοιπόν και μου λένε. Τζίμη, θέλουμε να μας πεις μερικά πράματα για την Κύπρο. Για την Κύπρο; Να σας που ό,τι θέλετε. Τι είναι λέει κει πέρα; Γιατί οι Τούρκοι κάνουνε αυτά τα πράματα; Τους είπα, γιατί οι Τούρκοι κάνουνε αυτά τα πράματα και τι γυρεύουνε. Και τους λέου. Ένα πράμα πρέπει να ξέρετε. Όχι μόνο εσείς οι διαβασμένοι, αλλά και οι αδιάβαστοι. Η Κύπρος τους λέου, είναι Ελληνική εδώ και τρεις, τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν Χριστού. Τον καιρό τους λέου που οι Κύπριοι ήταν πολιτισμένος λαός, όλη η Ευρώπη τρώγανε τα καρύδια πάνου στα δέντρα. Και με κοιτάζανε αυτοί εμένανε. Τους είπα και άλλα πολλά. Τα πα καλά. Αφού ήτανε να διαλυθούνε, να φύγουνε όλοι και φύγανε μερικοί δάσκαλοι, μένει ο Γραικός, ο Έλληνας, ο προφέσορας αυτός, ο Αμερικανός και άλλοι δύο δάσκαλοι. Μου λέει ο διευθυντής του σχολείου. Τζίμη, μου λέει, απόψε θα πάμε να σου κάνουμε το τραπέζι σε αριστοκρατικό μέρος. Σε νάϊτ κλάμπ. Είχανε κει κάτι μεγάλα τέτοια. Είναι ο τάπητας μονάχα τόσος για να μπεις μέσα. Όταν βγήκαμε όξου, τρεις, τέσσερις απ αυτουνούς προχωρήσανε. Αυτός ο Γραικός μένει πάρα πίσου, με πιάνει από δω (από το μπράτσο) και μου λέει. Έλα δω. Ελληνικά τώρα ε; Μου λέει. Τι έκανες εσύ εδώ πέρα σήμερις; Μαζεύτηκα λίγο, φοβήθηκα μην έκανα κάτι κακό και του λέου. Τι έκανα; Εσύ είσαι Γραικός; Ναι μου λέει, δηλαδή οι γονείς μου. Του λέου. Τα καταφέρνεις τα Ελληνικά, τα ξέρεις; Τα καταφέρνου καλά μου λέει, αλλά εσύ τι έκανες σήμερις εδώ πέρα; Τι έκανα του λέου πάλι; Εσύ τους έκανες Έλληνες όλους αυτούς δω πέρα, μου λέει κι αυτός. Ε λέου, πήρα και θάρρος, γιατί κατάλαβα ότι μου τα λέει αυτά για καλό, την αλήθεια δεν τους είπα; Γιατί ο Έλληνας, και γεννημένος να ναι στην Αμερική, θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από όλους τους άλλους. Γιατί όλοι ξένες φυλές είναι εκεί ε; Πήγα λοιπόν εκεί πέρα και φάγαμε. Μου φέρνουνε έναν δημοσιογράφο, από αυτουνούς που παίρνουνε τα νέα για τις εφημερίδες, να δώσου συνέντευξη στον τύπο. Σκέψου, ρε Γιάννη, τα χάλια μου τώρα και τι άνθρωπος είμαι εγώ για να κάνου τέτοιες δουλειές. Όταν ήρτε εκεί, λέου του προφέσερ. Λέου, τι θέλει αυτός δω χάμου; Είναι μου λέει της εφημερίδας ένας άνθρωπος και θα σε βοηθήσου και γω και θάρτου και γω μαζί σου μου λέει. Λέου δεν μπορού εγώ να που τέτοια πράματα για εφημερίδα. Όχι, μου λέει θα πάμε. Πάμε. Με παίρνουνε κει πέρα στα μεγάφωνα εκείνα και να με ρωτάνε. Και βέβαια εγώ έλεγα όλο καλά πράματα για την Ελλάδα και για την Κύπρο. Και να τα παίρνει αυτός και να τα γράφει όλα. Η εφημερίδα ήτανε αυτή του Κλίβελαντ, οι Τάϊμς, που πήρε την συνέντευξη αυτή. Έγραψε πότε πήγα στην Αμερική, το τι έκανα, ποιος ήμανε, τι είναι το Κυπριακό, τα γραψε όλα τέλος πάντων. Ό,τι ήξερα, δηλαδή όλα του τα είπα. Στα τελευταία μου παίρνει και φωτογραφία η εφημερίδα, εμένανε και του Σίμπρουκ. Αλλά που δεν είχα μυαλά, μωρέ Γιάννη μου. Ξέρεις πόσες φωτογραφίες με τόσα μεγάλα προσώπατα είχα; Αλλά χαθήκανε όλες, που να τις φυλάου; Είχα και την εφημερίδα αυτή, αλλά έδωσα μου φαίνεται ένα κομμάτι του δάσκαλου. Το χει δεν ξέρου, πάει χαθήκανε όλα αυτά. Έχου και φωτογραφία και με τον Αρχιεπίσκοπο τον Δαμασκηνό, τότες που τον κάνατε βασιλιά εδώ πέρα, αν έχεις διαβάσει. Ναι. Λοιπόν και μ’ αυτόνε φωτογραφίες έχω βγάνει και με έχουνε βάνει στην μεγαλύτερη εφημερίδα του Πίτσμπουργκ. Τότες δεν καταλάβαινα και γω, δεν είχα ιδέα τι μου γενότανε καθόλου. Ό,τι και να κανα το κανα με την αγάπη που είχα για το χωριό μας και για όλη την Ελλάδα, αλλά και για την Κύπρο, όπως σου έχου πει. Τίποτις περισσότερο. Δηλαδή μεγαλεία και τέτοια, δεν τα ήθελα, αλλά η θέση μου ήτανε να πάου και με τους μεγάλους. Αλλά σου είπα, δεν είχα το μυαλό να τα φυλάξου. Αυτά ήτανε χρόνια τώρα. Και τι δεν είχα. Είχα του Βενιζέλου φωτογραφίες που είμαστε μαζί, είχα αυτόγραφα, αλλά τι τα θέλεις; Πάνε στο διάολο όλα,χαθήκανε. Τον Ελληνισμό της Αμερικής, Γιάννη, τον εξυπηρέτησα πολύ περισσότερο από άλλους, που είναι πλούσιοι και τους έχει βάνει το κράτος εκεί και τους πλερώνει για να κάνουνε αυτή τη δουλειά. Αλλά δεν κάνουνε τίποτις, έτσι τρώνε τα λεφτά της Ελλάδας, τσάμπα. Κάτι κηφήνες είναι όλοι. Ω μπο! Τρώνε τα λεφταδάκια του κοσμάκη και άμα πας εκεί πέρα για να κάνεις τη δουλειά σου, γίνεται ό,τι γίνεται και δω σε σας. Άμα θέλου να φύγου από την Ελλάδα μεθαύριο, για να γυρίσου πίσου στην Αμερική, θέλου μια βδομάδα πιο μπροστά να γυρίζου τα γραφεία της κυβέρνησής σας, για να μ’ αφήσουνε να φύγου. Πού πήγα, τι έκανα, ποιον συνάντησα, τι του είπα, τι μου είπε, πού κατούρησα και τέτοιες βλακείες. Χρωστάς φόρους στην Ελλάδα; Λέου, που να χρωστάου, δεν χρωστάου τίποτις. Θέλουμε χαρτί που να το γράφει ότι δεν χρωστάεις. Να φέρου χαρτί τώρα, ένα από τον Αγιώργη, ένα από το Αυλωνάρι και ένα από τη Χαλκίδα. Μην τα ρωτάς, ρε Γιάννη. Ξέρεις τι θα πει μην τα ρωτάς; Μαρτύριο. Και να τους φέρνεις δω πέρα χιλιάδες δολάρια. Αφού έχουνε ανάγκη και το τελευταίο δολάριο και να τους φέρνεις δολάρια, όχι ψέματα και παραμύθια και να μας έχουνε σαν σκυλιά και χερότερα και απ τα σκυλιά. Άστα-άστα. Ξέρεις τι θα πει να χου εβδομήντα χρόνια στην Αμερική και να μην πάου και γω σαν άνθρωπος σε ένα μικρό δικαστή να μου πει. Βρε συ γιατί το κανες αυτό; Γιατί μάλωσες με κάποιον; Και δω χάμου να χου πάει τρεις φορές φυλακή στην Ελλάδα. Και αν δεν ήτανε ένας γνωστός μου, που ήτανε μεγάλος και τρανός της μυστικής αστυνομίας του Πειραιώς,θα με είχανε σπάσει στο ξύλο, δεν θα ζούσα δηλαδή τώρα. Δεν θα ζούσα μάλιστα. - Θέλεις να μου πεις, αν θέλεις μου λές, γιατί σε βάλανε φυλακή; - Να σου που ρε Γιάννη, αν και δεν θέλου, αλλά εσένανε θα σου το που και σκέψου εσύ άμα τα γράψεις. Ντρέπομαι. Τις δύο φορές με πήγανε μέσα, γιατί ήμανε Βενιζελικός και ήμανε ανακατεμένος στην Αμερική και σώνει και καλά να τους που, ότι δεν είμαι κουμουνιστής. Η άλλη φορά, ήτανε για το αυτοκίνητο, που είχα λιγάκι κοπανήσει έναν άλλονε, δηλαδή τι είχα κοπανήσει, λιγάκι στην άκρη, ούτε που φαινέτανε τίποτις, αλλά αυτός με πήγε στην αστυνομία. Ποιος ξέρει; Είδε ότι είμαι ξένος, γιατί είχα ξένα γράμματα στο αυτοκίνητο και σου λέει κάτι μπορεί να βγάνουμε από αυτόνε. Του έδωσα θυμάμαι δέκα δολάρια για να φιάξει τη ζημιά, που δεν ήτανε ούτε πέντε και τελείωσα και μ αυτόνε. Να ρχεσαι λοιπόν στην Ελλάδα με τα λεφτά σου, Γιάννη μου, και να σε μεταχειρίζονται έτσι και να σου κάνουνε αυτά τα πράματα. Ώρες-ώρες σκέφτομαι γιατί την αγαπάου τόσο αυτή την Ελλάδα; Αλλά πάλι μέσα μου δίνου μια δικαιολογία στον εαυτό μου και λέου, ότι η Ελλάδα δεν είναι αυτά τα καθάρματα που έχουνε τα αξιώματα και τις θέσεις στα υπουργεία. Εγώ την Ελλάδα την έχου στο μυαλό μου σαν μια μεγάλη και τρανή χώρα, με τιμές και με δόξες και γι’ αυτό γύρισα πίσου και πολέμησα στη Μικρά Ασία. Γι αυτή την Ελλάδα που έχου εγώ στο μυαλό μου και όχι γι αυτή, όπως την έχουνε κάνει αυτοί οι ρουφιάνοι και τα παλιοτόμαρα που την κυβερνάνε. Για μια δουλειά, ρε Γιάννη, που δεν είναι τίποτις, ούτε πέντε λεπτά δουλειά και να σε τυραννάνε πέντε βδομάδες και να ιδούμε. Πέρασε αύριο, πέρασε μεθαύριο, σύρε κει πέρα και να θέλουνε δωροδοκία. Δεν τα ξερα εγώ αυτά. Δεν τα είχαμε κει πέρα. Τώρα που τα μαθα περνάου καλά, αλλά τότες που δεν τα ξερα………. Όπως σου έχου πει, Γιάννη, είμανε και είμαι δημοκρατικός σε όλη μου τη ζωή και δω και στην Αμερική και έχου υπερετήσει το δημοκρατικό κόμα, σαν πρόεδρος της περιφέρειας του κόματος και έχου υποστηρίξει, όλους τους Έλληνες βουλευτές, τους γερουσιαστές και τους δικαστές, με ιδιαίτερη χρηματική βοήθεια. Πιο παλιά, όταν είμανε και πιο νέος, αυτουνούς τους δεξιούς και τους βασιλόφρονες, δεν ήθελα ούτε να τους βλέπου στα μάτια μου. Τώρα που έχου γυρίσει στην Ελλάδα, βρήκα τα πράματα αλλιώς. Είναι πιο καλά λιγάκι, δεν τσακώνονται. Τους χωριανούς μας, δεν τους γνωρίζου όλους. Έλειπα σου λέου από το χωριό πενήντα χρόνια και βάλε. Γνωρίζου καλά τους συγγενείς μου, τα ανέψια μου δηλαδή τώρα, γιατί οι μεγάλοι πάνε φύγανε, κάνα δύο οικογένειες, όπως είναι η δική σου και αυτουνούς που είναι ανακατεμένοι με το σύλλογο. Με φωνάζουνε αυτοί και παγαίνου στα σπίτια τους για να με τραπεζώνουνε και δεν κοιτάζου άμα είναι βασιλικοί ή δημοκράτες. Παγαίνου κει και με τρατάρουνε οι άνθρωποι και δεν έχου κανένα παράπονο. Προσέχου και παγαίνου στα σπίτια την ώρα που μου λένε ακριβώς, προσέχου όμως και τι ώρα θα φύγου. Γιατί όταν παγαίνεις, Γιάννη μου, σε ένα σπίτι, καλό είναι να κοιτάζεις την ώρα που παγαίνεις, αλλά πιο πολύ πρέπει να προσέχεις και να κοιτάζεις την ώρα που θα φύγεις. Παγαίνου λοιπόν, αλλά δεν είμαι και τόσο χαζός. Καταλαβαίνου ότι δεν κοιτάζουνε και τόσο τον Τζίμη, την τσέπη του κοιτάζουνε. Άμα δεν είχα τα λεφτά, κει στα ανέψια μου θα ψόφαγα και να δούμε. Κανένας δεν θα με ζύγωνε. Τώρα όλοι από κοντά και, κύριε Τζίμη, κύριε Τζίμη,και πώς είσαστε και τι κάνετε και τα τέτοια. Εμένανε, Γιάννη, όπως σου έχου πει, δεν μου αρέσουνε αυτά τα μεγαλεία και αυτά τα καλοπιάσματα. Ένας αγράμματος άνθρωπος είμανε, που βοήθησα την πατρίδα μου όσο μπορούσα, με όλη μου τη δύναμη. Τώρα στα τελευταία μου, που είμαι συνταξιούχος πλέον, κάθομαι δω στο χωριό που γεννήθηκα και βοηθάου οικονομικά, γιατί αλλιώς δεν μπορού. Έχου δώσει λεφτά για το πνευματικό κέντρο που κάνει ο σύλλογος και έχου αφήσει κι ένα κομπόδεμα για να το τελειώσουνε, άμα ψοφήσου εγώ. Έχου αφήσει και ένα άλλο πιο μικρό κομπόδεμα, για να δώνουνε κάθε χρόνο ένα μικρό ποσό (τριάντα δολάρια) στον πρώτο μαθητή του δημοτικού σχολείου. Μου είχανε γράψει τότες που είμανε στην Αμερική,ότι μία χρονιά τα είχες πάρει εσύ αυτά τα λεφτά. Μακάρι, βρε Γιάννη, να μαθαίνουνε όλα τα παιδιά του χωριού μας γράμματα και να διαβάζουνε και να είναι καλοί μαθητές, όπως και συ. Εγώ ξέρεις αυτά τα λεφτά τα έχου δώσει, από τον καημό μου, γιατί εγώ δεν έμαθα γράμματα και το πλήρωσα ακριβά, όπως ξέρεις. Τώρα για να τελειώνουμε, γιατί σου έχου πει τόσο καιρό, τόσα πολλά και θα σε κούρασα,είμαι συνταξιούχος και δεν ξαναφεύγου πλέον από την Ελλάδα. Κάθομαι δω στο χωριό στη ανεψά μου, την Τασία του Σεραφή και άμα παγαίνου στην Αθήνα κάθομαι στην άλλη μου ανεψά, την Βαρβάρα της αδερφής μου της Χαρίκλειας. Καμία φορά παγαίνου και κάθομαι και στο Βαρυπόμπι στον ανεψό μου, το Μήτσο του Λαδή (του Γιάννη του Ρήγα), που είναι γιος της αδερφής μου της Δροσάς. Παγαίνου και στου Γαβαλά και κάθομαι στην άλλη μου ανεψά τη Μαρία που είναι και αυτή κόρη της αδερφής μου της Δροσάς και είναι παντρεμένη στου Γαβαλά με ένα Ρέτσα και αυτή. Όταν θα ψοφήσου, το λέου και στην Τασία να το έχει στο νου της, δεν θέλου κηδείες πολυτελείας, μαρμάρινους τάφους και τα τέτοια. Ένα κασόνι να με βάλουνε μέσα και ένα ξύλινο σταυρό από πάνου από το μνήμα μου.


Ο Τζίμης «ψόφησε» στις είκοσι τέσσερις Ιουλίου του χίλια εννιακόσα ογδόντα εφτά, στην Αθήνα. Αιτία θανάτου ήταν η θερμοπληξία. Ήταν ένα από τα πολλά θύματα εκείνου του καλοκαιριού. Το χώμα που τον σκέπασε, ήταν το χώμα του χωριού του, του Αγιώργη, που τόσο πολύ αγάπησε και τόσα πολλά είπε και έκανε γι’ αυτόν.

Ο Αγιώργης τίμησε το άξιο τέκνο του. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου των απανταχού Αγιωργητών της 1ης Νοεμβρίου του χίλια εννιακόσα ογδόντα ένα, ο Τζίμης ανακηρύχτηκε μεγάλος ευεργέτης. Έζησε και χάρηκε πολύ, εκείνο το βράδυ που του δόθηκε η τιμητική διάκριση, γιατί αυτά γίνονται συνήθως «μετά θάνατον». Αν η διάκριση αυτή και η τιμή που του έγινε, είναι ικανοποιητική, πιστεύω ότι είναι ένα θέμα προς συζήτηση.

Βράβευση 1 Ο Τζίμης Ρέτσας και ο Θωμάς Αϊδίνης την βραδιά της τιμητικής διάκρισης, στο μαγαζί του Βαγγέλη του Ρήγα. Πίσω απο το Τζίμη είναι ο πρόεδρος της κοινότητας Γιώργης Μούντριχας και πίσω απο το Θωμά είναι η γραμματέας του Συλλόγου Ερασμία Τρακοσάρη.

Βράβευση 2 Ο Τζίμης Ρέτσας ετοιμάζεται να ευχαριστήσει, για την τιμητική διάκριση που του έγινε. Αριστερά του είναι ο Θωμάς Αϊδίνης και ο Γιάννης Μούντριχας. Δεξιά του είναι ο Μήτσος ο Σταμελιάς.

Βράβευση 3 Ο Τζίμης Ρέτσας, στο μαγαζί του Βαγγέλη του του Ρήγα, τη βραδιά που μιλάει σε όλους όσους συγκεντρώθηκαν για να τον τιμήσουν. Πίσω του είναι ο Θωμάς Αϊδίνης και ο Γιάννης ο Μούντριχας

Ανακοίνωση