ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Είκοσι τρεις (23) Αυγούστου γίνεται το πανηγύρι στο χωριό μας. Από τις είκοσι δύο (22) αρχίναγε. Παλιά για κάνα-δύο χρόνια, το κάνανε του Αγιωργιού και καταργήσανε το νιάμερα της Παναγίας, αλλά αρρωστήσανε, πεθάνανε πολλοί, έπαθε μεγάλο κακό το χωριό φοβηθήκανε και το γυρίσανε πάλι τα νιάμερα. Εγώ δεν το θυμάμαι το πανηγύρι του Αγιωργιού, έτσι είχα ακούσει από τη μάνα μου.

Σημείωση: Άρα αυτά πρέπει να έγιναν πριν από το 1900, γιατί ο παππούς μου είχε γεννηθεί το 1903.

Εγώ από τον καιρό που ήμανε παιδί, θυμάμαι ότι την παραμονή αρχίναγε το πανηγύρι από το βράδυ στις οχτώ η ώρα, μετά από την εκκλησία και κράταγε μέχρι την άλλη μέρα που ξημέρωνε. Ανήμερα, αρχίναγε από τις δύο η ώρα, δύο με τρεις το πολύ και πήγαινε μέχρι την άλλη μέρα το πρωί πάλι. Πηγαίνανε στα Λουρίδια και χορεύανε, στου Χιλλέα (σήμερα του Αντρέα Αχ. Αϊδίνη) κει μέσα στο πηγάδι. Δεν υπήρχε πηγάδι τότες, μετά το βαρήσανε (το ανοίξανε). Στου Χιλλέα, πήγαινε και έκανε πανηγύρι, ο πατέρας του Αντρέα, ο Ρημίτας, που είχε το μαγαζί που έχει σήμερα ο Αντρέας.

ΕΙΚΟΝΑ2

Κει που κάθεται σήμερα ο Κουτσόκωστας, δεν υπήρχε το σπίτι τότες, ήτανε καρυδιές, ήτανε μουριές και είχε σκιές πολλές. Εκεί πήγαινε και έκανε πανηγύρι ο Λύρης (ο Γιάννης ο Αϊδίνης), ο αδερφός του Κούτουνα (του Θανάση του Αϊδίνη), που είχε το μαγαζί που έχει σήμερα ο μπάρμπας σου ο Βαγγέλης ο Ρήγας.

ΕΙΚΟΝΑ1

Μετά που έφυγε ο Λύρης και πήγε στην Αυστραλία, το περίλαβε ο Κούτουνας. Ανάμεσα στο σπίτι του Θανάση του Καραμουζά και στο σχολείο, ήτανε το πηγάδι του Κανταρο-Βασίλη, που έχει σήμερα ο Παπαγιώργης.

ΕΙΚΟΝΑ1

Εκεί έκανε πανηγύρι ο Βάγιας (ο Θανάσης ο Αϊδίνης), που είχε το μαγαζί που έχει σήμερα ο Κιούσης.

Για λίγα χρόνια, δύο ή τρία θα ήτανε, έκανε πανηγύρι και ο Μήτσος ο Τσάλας, του Φλάση του Τσάλα ο πατέρας. Το έκανε κει που έχει το σπίτι ο Τσόρκος. Είχε κει μία καρυδιά μεγάλη και είχε ίσκιο γερό.

ΕΙΚΟΝΑ2

Κείνα τα χρόνια που παντρεύτηκα εγώ τα έκανε το 1928. Είχε μαγαζί και αυτός απέναντι από του Τσούτα,(του Βασίλη του Τσάλα) κει στα γύφτικα.

Ήτανε τρεις ζυγιές όργανα και τέσσερις καμία φορά γενόντανε. Κει στου Μήτσου του Τσάλα, ήτανε ένας κουτσός από τη Χαλκίδα, Φραγκούλης λεγέτανε. Καλό όργανο. Βιολί έπαιζε. Βιολί και λαγούτο ήτανε τα όργανα. Καμία φορά είχε και τούμπανο. Στην αρχή που ήμανε παιδί, θυμάμαι ότι δεν είχε βιολί αλλά είχε λύρα. Μετά το αλλάξανε και αντί για τη λύρα φέρανε το βιολί. Αυτά ήτανε τα όργανα, δεν ήτανε άλλα. Ο Βάγιας είχε το Φυλλαριώτη. Νικόλαος Φυλλαριώτης λεγέτανε, ήτανε από τα φύλλα και ήτανε παντρεμένος στη Κονίστρα. Ερχέτανε ταχτικά αυτός και έπαιζε στου Βάγια και σε γάμους και στα πανηγύρια. Ο Φραγκούλης κάνα-δύο φορές ήρτε, γιατί ο Τσάλας δεν έκανε πολλά πανηγύρια. Ο Λύρης είχε το Βαγγέλη το γύφτο (Ευάγγελος Νικολάου), τον πατέρα του Δήμου. Έπαιζε λύρα και λύρα καλή. Τούμπανο έπαιζε ο Κώστας ο γύφτος, ο άντρας της Καλλιώς. Και ο Ρημίτας είχε ένα Γιώργη Σκαρλή, από τον Άγιο Λουκά. Τον λαγουτιέρη του δεν τον θυμάμαι. Παναγή τον ελέγανε. Το επίθετο δεν το θυμάμαι. Την πιο καλή δουλειά στα πανηγύρια από τους άλλους την έκανε ο Λύρης. Στα όργανα ρίχναμε άλλος δίφραγκο και άλλος τάλιρο. Το μεροκάματο τότες είχε δύο δραχμές. Δύο, δυόμιση, μία και ογδόντα, κάπου κει ήτανε. Ανάλογα και με τη δουλειά.

ΕΙΚΟΝΑ2

Το πρώτο πανηγύρι που σταμάτησε, ήτανε στου Τσόρκου. Δεν πήγαινε ο Μήτσος ο Τσάλας. Ήτανε και μουρλός. Ενώ είχε τους πιο καλούς μεζέδες, δεν βάραγε τους μεζέδες καθόλου για να βγάλει.

Στο πανηγύρι πηγαίναμε οικογενειακά. Ερχόντανε και οι γυναίκες. Το μεσημέρι φεύγανε, για να φιάξουνε τα ζα, να φάνε τα παιδιά και να κοιμηθούνε. Μετά ξαναγυρίζανε και χορεύαμε όλη τη νύχτα, μέχρι τις πέντε το πρωί. Καμία φορά έβγαινε και ο ήλιος. Τρώγαμε συκώτια λίγα. Πατάτες τηγανιτές ήτανε ο μεζές. Ο κόσμος, ότι λεφταδάκια είχε, τα έδωνε στα όργανα και έτρωγε πέντε δραχμές πατάτες. Αργότερα, το 36-38 δίνανε και δεκάρικα και εικοσιπεντάρικα στα όργανα. Δεν υπήρχανε εικοσάρικα. Πίναμε κρασί σκέτο. Κρασί. Δεν υπήρχανε μπύρες τότε, γι αυτό μέθαγε και ο κόσμος.

Δεν θυμάμαι ακριβώς, το 36 ή το 37 ήτανε, ένα περιστατικό που θα σου που. Ήτανε ο Καραδήμος, ο Γιάννης, από τη Βάθεια, της Ζαχαρούς του Κουλοθανάση ο άντρας. Είχε έρτει στο πανηγύρι και καθέτανε κει στου Κανταροβασίλη που έκανε το πανηγύρι τότε ο Κούτουνας. Χόρευε, είχε μεθύσει και λίγο και δεν έπιανε κανέναν άλλονε για να χορέψει. Έλεγε: Όποιος θέλει να χορέψει, θα πληρώσει. Και έβγαλε από την τσέπη του και πέταξε εφτά κατοστάρικα κάτου. Ποιος μπορούσε να κουνηθεί , να πάει μπροστά, αφού είχαμε από 100 – 200 δραχμές ο καθένας μας. Ήτανε ο Μήτσος ο Σιμιτζής, από τον Κρεμαστό. Είμαστανε παρέα. Είμαστανε πολλοί παρέα και Κρεμαστιανοί και Αγιωργήτες. Κείνη την ώρα ήθελα να πάου να χορέψου και εγώ, αλλά όταν είδα τα λεφτά χάμου κώλωσα, που να πάου να χορέψου; Για μένα ήτανε άγνωστος ο Καραδήμος τότε, δεν είχαμε καμία παρτίδα. Μου λέει ο Μήτσος ο Σιμιτζής: Πήγαινε. Που να πάου ρε του λέου; Αφού δεν έχου λεφτά. Πάρε το πορτοφόλι μου, μου λέει ο Σιμιτζής και πήγαινε. Πέντε χιλιάδες είχε μέσα το πορτοφόλι. Ήτανε λεφτάς. Ήτανε τότε που είχε γυρίσει από την Αμερική και είχε πολλά λεφτά. Πραγματικά, σηκώνομαι εγώ και πήγα. Πήγα και ζητάου το χορό από τον Καραδήμο. Μου λέει: Άμα θέλεις να χορέψεις, θα στρώσεις όσα έστρωσα εγώ, γιατί είναι αμαρτία τα όργανα αυτά να μην πληρώνονται. Ήτανε ένα καλό όργανο, βιολί, Στοφόρος λεγέτανε, από τον Πύργο της Κύμης. Εντάξει του λέου εγώ. Βγάζου το πορτοφόλι, το ανοίγου μπροστά του και του λέου: Ορίστε, η σειρά σου. Πλήρωσε εσύ τώρα όσα έχου εγώ. Εγώ δεν ήξερα πόσα έχει μέσα το πορτοφόλι, αλλά για να μου το δώσει ο Σιμιτζής, καταλάβαινα ότι θα είχε παραπάνου από του Καραδήμου. Σηκώνονται τότε ο Κώστας ο Βλάχος (Δημητρίου) και ο Ποστόλης ο Ρήγας, που ήτανε παρέα με τον Καραδήμο, για να δούνε τα λεφτά γιατί ξέρανε ότι εγώ λεφτά δεν έχου. Πιο πολύ όμως σηκωθήκανε, γιατί φοβηθήκανε ότι εγώ πάου για καυγά και μάλλον θα τοιμαστήκανε να μας χωρίσουνε. Γιατί εγώ δε λογάριαζα κανένανε και τσακωνόμανε.

Εγώ ήθελα να χορέψου και όχι μόνο εγώ, αλλά και οι άλλοι χωριάτες. Και είχαμε ένανε, που ήτανε από άλλο χωριό, που ήρτε στο χωριό μας για το πανηγύρι, που είχε πιεί, που είχε και λεφτά και δεν μας άφηνε να χορέψουμε. Κοιτάζουνε λοιπόν το πορτοφόλι και μετρήσανε τα λεφτά. Με τα μάτια βέβαια τα μετρήσανε, δεν τα βγάλανε τα λεφτά όξου, αλλά φαινόντανε με την πρώτη ότι είναι πολλά πιο πολλά. Γυρίζουνε μετά, κοιτάζουνε τον Καραδήμο και σηκώσανε και οι δύο τους ώμους τους, σα να του λέγανε: Γιάννη είναι πιο πολλά αυτά που έχει, τι να κάνουμε. Ο Καραδήμος το κατάλαβε. Κοντοστάθηκε για λίγο, πήγε λίγο μπροστά κατε τα όργανα, έκανε μετά λίγο πίσου και πήγε και κάθισε στο τραπέζι του. Κείνη την ώρα δε μίλησε καθόλου. Δεν είπε τίποτα. Μετά όμως, όσο πέρναγε η ώρα, του τη βάρισε τρέλα και έλεγε: Δε με είχε προσβάλει κανένας τόσα χρόνια σε όσα πανηγύρια είχα πάει και να με προσβάλουνε πόψε; Τους έκανε όλους πέρα. Σηκώθηκε και έφυγε από την παρέα του και ήρτε και κάθισε δω, στου Βάγια το μαγαζί. Δεν έκανε πανηγύρι ο Βάγιας τότε. Τα είχε παρατήσει. Εμείς ξενυχτήσαμε κει πέρα, χορεύαμε όλη τη νύχτα μέχρι που βγήκε ο ήλιος. Όταν φύγαμε από κει πέρα, ήρταμε στου Βάγια για να πιούμε καφέ, γιατί ο Σιμιτζής ήτανε γνωστός με το Βάγια, τον εγνώριζε από την Αμερική. Κει στου Βάγια καθέτανε και ο Καραδήμος μαζί με τον Κουλοχαράλαμπο, με τον Κώστα τον Μπούρικα, με τον Ποστόλη το Ρήγα και με τον Κυριμόγιαννη και τους έλεγε: Πόψε με πρόσβαλε ένας στο χορό. Ο Ποστόλης ο Ρήγας που ήξερε, δεν τους έλεγε ότι είμανε εγώ. Οι άλλοι που δεν ξέρανε, κουνιόντανε και λέγανε ότι άμα είμαστανε εμείς στη παρέα, θα του σπάγαμε τα μούτρα. Μόλις μπήκαμε εμείς, λέμε: Θανάση φιάξε μας καφέ. Ο Καραδήμος τότε γυρίζει, γιατί καθέτανε με την πλάτη στην πόρτα με βλέπει, με δείχνει με το δάχτυλο και λέει: Να, αυτός ήτανε. Οι άλλοι τότε σηκωθήκανε και μου ζητήσανε το λόγο, γιατί τον πρόσβαλα. Λέου εγώ: Εγώ δεν πρόσβαλα κανένανε. Αυτός μας πρόσβαλε όλους μας. Και μένανε, αλλά και σας που μου γυρεύετε το λόγο τώρα και δεν το καταλαβαίνετε. Όταν έρχεται αυτός και ρίχνει τόσα λεφτά για να χορέψει, με ρώτησε εμένανε και κανένανε από σας που έχουμε πέντε δραχμές στην τσέπη μας, πως θα χορέψουμε; Εγώ του το κανα, για να καταλάβει ότι αυτό που έκανε αυτός, δεν ήτανε σωστό. Σταματήσανε. Κοιταχτήκανε όλοι, κοιτάξανε και τον Καραδήμο και φαίνεται ότι το κατάλαβε και αυτός, γιατί δώσαμε τα χέρια και γενήκαμε από τότε με τον Καραδήμο φίλοι. Τότε έμαθα και γω, ότι ήτανε γαμπρός του Κουλοθανάση.

Μετά από το Μήτσο τον Τσάλα, σταμάτησε να κάνει πανηγύρια και ο Ρημίτας κει μέσα στου Χιλλέα. Ο Ρημίτας, πήγε μετά, έκανε κάνα-δύο χρόνια πανηγύρια στου Κουτσόκωστα και μετά σταμάτησε. Ήτανε γέρος και δεν έκανε άλλα πανηγύρια. Πέθανε και μετά το πήρανε τα παιδιά του. Το πήρε αυτός ο Γιώργης, που ήτανε παντρεμένος στο Βαρυπόμπι και έκανε πανηγύρι στο μαγαζί, χωρίς όργανα. Μετά το πήρανε ο Αρίστος με τον Αντρέα.

Μετά από το Ρημίτα στου Κουτσόκωστα πήγε και έκανε πανηγύρι ο Βήρας (Ο Γιάννης ο Αϊδίνης του Νικολέτα) για κάνα-δύο, τρία χρόνια και αυτός, μέχρι την κατοχή. Ο Κούτουνας, όταν έφυγε από του Κουτσόκωστα, γιατί πήγε ο Ρημίτας και μετά ο Βήρας, πήγε και έκανε πανηγύρι στου Κανταροβασίλη, που στην αρχή έκανε ο Βάγιας, γιατί ο Βάγιας γέρασε και τα παράτησε. Ο Κούτουνας έκανε το τελευταίο πανηγύρι το 1940, γιατί κηρύχτηκε ο πόλεμος, τον επήρανε στρατιώτη και σκοτώθηκε στην Αλβανία. Στη κατοχή τα πανηγύρια σταματήσανε και αρχινίσανε πάλι το 1949-1950. Μετά την κατοχή, πανηγύρι έκαναν ο Αντρέας και ο Βαγγέλης ο Ρήγας. Ο Αντρέας έκανε στου Κουτσόκωστα και ο Βαγγέλης ο Ρήγας στο προαύλιο του σχολείου. Μία χρονιά, δεν θυμάμαι ακριβώς, θα ήτανε κάπου κει στο 1963-1964, ο Βαγγέλης ο Ρήγας έκανε το Πανηγύρι την πο πάνου μεριά, στο χωράφι του στους Παντελιούς. Μετά μαζευτήκανε δω στα μαγαζά τους μπροστά, στις ταράτσες τους και στο προαύλιο της εκκλησίας.

Κείνα τα χρόνια, ερχόντανε στο πανηγύρι και πολλοί ξένοι, από τα άλλα χωριά. Με τα ζα ερχόντανε. Ερχόντανε από τον Κρεμαστό, από το Τραχήλι, Το Ρολόγι, το Οριό, από την Αχτωνιά. Δεν ερχόντανε από το Βαρυπόμπι (Δάφνη), γιατί είχανε πανηγύρι δικό τους. Ερχόντανε και Αυλωναρίτες, και Μπουζαίοι (Λοφίσκος), και από του Γαβαλά, από τις Παραμερίτες, λίγοι Αγιολουκαΐτες, που είχανε συγγένεια με τους Σταμελιάδες και λίγοι από τα Θαρούνια. Οι Τραχιλιάτες και οι Κρεμαστιανοί, πηγαίνανε από βραδύς στον Άγιο Χαράλαμπο και το πρωί μετά την εκκλησία, γυρίζανε και σταματάγανε στο χωριό. Κρεμαστός, Τραχήλι και Θαρούνια, περνάγανε από δω και πηγαίνανε στον Άγιο Χαράλαμπο.

Μία φορά, ήτανε τότε που γεννήθηκε ο πατέρας σου, (1929), γυρίζανε από τον Άγιο Χαράλαμπο 18 Τραχηλιάτες. Εμείς δω στο σπίτι, είχαμε Κρεμαστιανούς και Αμπελιώτες συγγενείς, που είχανε έρτει για το πανηγύρι. Καθόντανε στο σπίτι του πατέρα μου (σημερινό του Θανάση του Μούντριχα), γιατί η γιαγιά σου ήτανε μικρομάνα. Είχε κάνει τον πατέρα σου, πριν από εννιά μέρες. Είχε σφάξει τότε η Λενιώ μία γίδα, γύρω στις 20 οκάδες και κράτησε τη μισή για το σόϊ της και την άλλη μισή την πούλησε. Εγώ είχα πάρει δύο οκάδες για τους Κρεμαστιανούς και για τους Αμπελιώτες. Μέσα κει στ’ Αμπέλια, πηγαίναμε τότε και δουλεύαμε πολλοί χωριάτες. Αρχινάγαμε από την άνοιξη με το σκάψιμο και γυρίζαμε μετά τον τρύγο, κοντά στο παζάρι. Αφού ήρτανε λοιπόν οι Αμπελιώτες δω στο χωριό για το πανηγύρι, ήθελα με τον πατέρα μου να τους περιποιηθούμε. Είχαμε μαγερέψει κρέας με τα μακαρόνια και κρέας με το ρύζι. Τότε δεν είχε μερίδα στο κρέας. Που να φτάσει για τόσο κόσμο; Κομματάκια μικρά-μικρά το κάναμε. Η μάνα μου και η αδερφή μου η Κρεούζα μαγερεύανε. Η μάνα του πατέρα μου, η γιαγιά μου δηλαδή, ήτανε από το Τραχήλι και τη λέγανε Κρεούζα και αυτήνε. Τους Τραχηλιάτες, 18 νοματαίους, δεν τους περιμέναμε. Ήρτανε και δέσανε τα μουλάρια όλα, μέσα στο χωράφι της Πινούς,(σήμερα του Θανάση του Μούντριχα).

Το είχε τότες ο Ανέστης ο Αϊδίνης. Ήτανε όλο μαζί ένα χωράφι και της Πινούς και του Μιχάλη του Μακρή (του Καρκαλέτση). Γέμισε ένα χωράφι μουλάρια. Ήρτανε μετά στο σπίτι και στεκόντανε όλοι όρθιοι, μέσα σε ένα δωμάτιο. Δε χωράγανε, γιατί καθόντανε μέσα οι Αμπελιώτες με τους Κρεμαστιανούς. Τους είπα εγώ: Ρε παιδιά, περιμένετε λίγο να φάνε πρώτα οι άνθρωποι που κάθονται και μετά μπαίνετε και σεις. Είχαμε και ρεβίθια με το ρύζι και μακαρόνια με τις μελιτζάνες. Βγήκανε όξου στην αυλή και καθόντανε στους τοίχους. Αλλά και μέσα στο σπίτι, δεν είχαμε τραπέζα και καρέκλες. Μία ντρομίδα και μία κουρελού στρώνανε χάμου και κάτι μαξιλάρες βάζανε και καθόντανε πάνου. Ούτε σκαμνιά δεν υπήρχανε καλά-καλά. Ούτε πιάτα υπήρχανε. Καβάθια, που τρώγανε δύο, τρεις μέσα και δρόμο. Αφού φάγανε αυτοί που ήτανε μέσα, βγήκανε όξου και πήγανε άλλοι στο μαγαζί και άλλοι στην Αρασμία του μπάρμπα Τάσου του Τρακοσάρη τη γυναίκα, που ήτανε πρώτη αξαδέρφη τους, για να την δούνε. Ήτανε από το σόϊ μας η θεία η Αρασμία, από τους Μουντριχαίους.

Μετά μπήκανε μέσα και καθίσανε να φάνε οι Τραχηλιάτες. Τους βάλαμε να φάνε ρεβίθια με το ρύζι και μελιτζάνες με τα μακαρόνια, γιατί κρέας δεν είχε άλλο. Φάγανε τα φαγιά που τους βάλαμε γιατί πεινάγανε κι όλας, τι να κάνουνε; Και λίγο τους ήρτε. Κρέας δεν είχε περισσέψει. Σου είπα: Δεν τους περιμέναμε. Αφού φάγανε, φύγανε και πήγανε κατε κει πίσου στου Μπούρικα, που καθέτανε κει που έχει ο Χάρης το ραφείο, (σήμερα του Τάκη του Κουτρή). Πήγανε για να ξαναφάνε, γιατί δε χορτάσανε φαίνεται και είπανε στο Μπούρικα: Πήγαμε στου μπάρμπα Προκόπη και σε μας έβαλε να φάμε ρεβίθια με το ρύζι και μελιτζάνες με τα μακαρόνια και στους Κρεμαστιανούς έβαλε κρέας.

Το Μπούρικα τον εγνωρίζανε τότε, γιατί πήγαινε στο Τραχήλι και πούλαγε γρούνια. Και αυτός και ο πατέρας του ο Γιώργης και ο Μήτσος ο Τσάλας, που τα πέρνανε από κάτου, από τους Αρβανίτες. Τότε γουρουνάδες ήτανε, ο γέρο Μπούρικας, μετά πήρε και το γιό του τον Κώστα, ο Μήτσος ο Τσάλας και ο γέρο Τζελάτσης (Αγγελής Καραμουζάς). Αυτοί ήτανε στην αρχή που πηγαίνανε κάτου στους Αρβανίτες. Μετά πήγε ο Τουρκοβασίλης (Βασίλειος Τσάλας), μετά ο Στέλιος (ο Τσάλας), ο Μιμίσης (Δημήτριος Αϊδίνης), ο Λιωνιδάτσης, (Λεωνίδας Κρόκος) και ο Γιώργης ο Γιανούλης (Βάσσος). Δεν ήτανε άλλοι. Κάθε Κυριακή είχε παζάρι στην Κονίστρα. Αυτοί φέρνανε τα γρούνια από τους Αρβανίτες, τα κρατάγανε δω, μία – δύο μέρες και μετά τα πηγαίνανε στο παζάρι και τα πουλάγανε.

Όταν το απογεματάκι πήγα εγώ κατ’ εκεί στα μαγαζά, με βρήκε ο Κώστας ο Μπούρικας και μου λέει: Δε ντρέπεσαι ρε; Τι λες ρε του λέου; Να μου λέει: Να έρτουνε οι Τραχηλιάτες και να τους βάλεις να φάνε ρεβίθια με το ρύζι και μελιτζάνες με τα μακαρόνια και να μην τους βάλεις κρέας. Εκεί μου την έδωσε κι εμένανε μετά. Τι λες ρε, του λέου. Γιατί τους το χρώσταγα για να τους ταγίσου και κρέας; Αφού δεν τους περίμενα, τι να κάνου; Και πάλι φάγανε ότι είχε το σπίτι μου, από το υστέρημά μου, ότι είχα. Και να σκεφτείς, ότι εγώ δε πήγα ποτέ στο χωριό τους για να με ταγίσουνε. Εγώ ποτέ δεν είχα πάει σε πανηγύρι στο Τραχήλι. Ούτε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, γιατί είχε στραβώσει με το όπλο του ένα Τραχηλιάτη, νέος, όταν ήτανε αγροφύλακας στον Κρεμαστό και δεν ήθελε να πηγαίνει. Ο πατέρας μου και γω, πηγαίναμε στα πανηγύρια στα άλλα χωριά. Στο Τραχήλι δεν πηγαίναμε. Πιο πολύ πηγαίναμε τ΄Αγιαντρέα, στις Παραμερίτες και στον Κρεμαστό. Αλλά στον Κρεμαστό, είμανε κάθε δεκαπέντε μέρες κει πάνου. Για γούστο πήγαινα στον Κρεμαστό κάθε δεκαπενθήμερο. Είχαμε και ελιές και χωράφια κει πάνου. Είχαμε πολλά χωράφια στον Κρεμαστό και ελιές, αλλά τα περισσότερα τα πουλήσαμε. Έχου κρατήσει μόνο τρία κομμάτια. Δύο στην Κλίβανο και ένα δω στη συκιά πο πάνου, που έχουνε πεύκα μέσα. Ο κουμπάρος σας, ο Γιώργης ο λαδάς, με αρώταγε, πήγαινε πελέκαγε τα πεύκα και μου έφερνε ρετσίνα.